Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Rondos: a d.i.y. statement




"a black & white satement/destroy the entertaiment
graffiti and aerosols/art in revolution calls"


Ακούγοντας τη μουσική των Rondos, διαβάζοντας το πανέμορφο-με αισθητική d.i.y. εκτύπωσης-μπαίνεις για το καλά στο κόσμο των καταλήψεων, του d.i.y. και της πολιτικοποίησης στο Ρότερνταμ από το 1978 έως το 1981. Διαβαζοντας το, οι μνήμες και οι καταγραφές μπλέκονται με τα τραγούδια και σε μια βροχερή χειμωνιάτικη μέρα όπως αυτή βρίσκεσαι στα νότια της Ολλανδίας σε μια εποχή που το πανκ παρέμενε επικίνδυνο μέσα στα πλαίσια μιας επιθετικής αντικουλτούρας.

Βαριέμαι, αλλά και δεν έχω τίποτα το ουσιαστικό να προσθέσω, στην κουβέντα-ανάλυση για το τι ήταν αυτό (ή αυτά γιατί ήταν πολλά) που έκανε τη διάδραση του πανκ με την κοινωνική πραγματικότητα της αμφισβήτησης της κανονικότητας-μέσω της ξεκάθαρης επιλογής της συλλογικοποίησης-τόσο ερωτική αλλά και τόσο πηγαία αληθινή. Πιθανότατα, σκέφτομαι μόλις τώρα, η ανάμειξη τέχνης και ζωής μαζί με τη διάθεση του συλλογικού πάνω απ' το ατομικό, να προκαλούσαν αυτή τη διάθεση της ευτυχίας του "κάτι συμβαίνει εδώ"

Μέσα σε αυτή τη συλλογή βρήκα την αποτίμηση του χωρίς, πολύ σημαντικό, πικρίες, σπόντες και κακίες. Εξίσου σημαντικό αυτό μια και όσοι έχουμε αναμιχθεί σε συλλογικά εγχειρήματα ξέρουμε πόσο εύκολα, με το σταμάτημα ή την κατάρρευση τους, όλο αυτό καταλήγει σε εγωιστικές έχθρες και ανεξάντλητες πικρίες.

Θα βρεις το μοναδικό full album που κυκλοφόρησαν, το Red Attack, μαζί με όλα τους τα σινγκλάκια. Αξίζει. Μόνο αγόρασε το από κάποιον ανεξάρτητο, όπως από εδώ.

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

ZU : This is hardcore





"Gimmie, gimmie, gimmie
gimmie some more,
gimmie, gimmie, gimmie,
don't ask what's for"

Το θυμάσαι αυτό το τετράστιχο; Ναι, πως δεν το θυμάσαι. Η ώριμη εφηβεία μου σημαδεύτηκε από τη φωνή του Henry Rollins, από τους Black Flag, την SST  με τους Husker Du και το hardcore. Και κάμποσους ακόμη. Μην γελάς καθόλου, το hardcore ήταν πάντα μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Όσο σοβαρή είναι ο χορός, η κίνηση, η ένταση, η εκτόνωση. Το hardcore αποτελούσε και για 'μένα έναν ζωτικό χώρο απελευθέρωσης από τη δυστοπική εφηβεία των πανελληνίων και του στρατού. Όλη αυτή τη χυδαία κανονικότητα.

Καθώς έφτανα στο Αν-για να μπω μέσα μετά από καιρό-αναλογιζόμουν όλες αυτές τις μουσικές στις οποίες έκανα βουτιά εδώ και πολλά χρόνια. Αποκυρήσοντας, εν μέρει, το παρελθόν. Στα μάτια μιας προόδου, ενός προχωρήματος ίσως, μιας κάποιας ωρίμανσης. Ο ψυχισμός, όμως, είναι μια ύπουλη παγίδα, ένας απρόβλεπτος κολλητός που σου επιφυλάσσει εκπλήξεις. Γιατί, πραγματικά, δεν ήξερα τι ήταν αυτό που με έσπρωξε να πληρώσω το εισιτήριο για να δω τους ZU. Φαν δεν με λες. Το μαυσωλείο ροκ μανιέρας και πανκ βαρεμάρας που ονομάζεται Αν δεν αποτελεί και ελκυστικό τόπο κατάληξης για τα βράδια μου. Οπότε;

Η παρουσία του μπασίστα των ZU, Massimo Pupilo, σε διάφορα contemporary σχήματα που γεφυρώνουν τα χάσματα μεταξύ free jazz, noise, πειραματισμού και hardcore ήταν μια αιτία, αλλά τα λεφτά δεν βγαίνουν απ' την τσέπη έτσι εύκολα ακόμη και από τρελούς σαν εμένα.  Αυτό που βαθιά μέσα μου έψαχνα, απαντήθηκε άμα τη εμφανίσει του Ιταλικού τρίο. Ένταση, πάθος, ενέργεια, απελευθερωτική περιδίνηση από τα έξω προς τα μέσα μας στην πιο όμορφη μοναξιά μας. Στον χώρο και τον τόπο που ο καθένας και η καθεμιά θεωρεί δικό του και δεν τον διαπραγματεύεται. Σε αυτόν της-έτσι τον φωνάζω εγώ τουλάχιστον-ελεύθερης έκφρασης. Βαρύτονο σαξόφωνο ως ένα σφυρί του Θορ στα αυτιά μας, ντραμς με την γιγαντιαίων διαστάσεων δύναμη και ενέργεια του grindcore, ηλεκτρικό μπάσο που ισορροπεί ανάμεσα στο θόρυβο και τη μεταλλική αιχμηρότητα του μπάσου του Brian Gibson των Lightning Bolt.

Τα πετάλια μπροστά τους, ένας πολύχρωμος φωτεινός κόσμος ηχητικού χάους. Όλα δουλεμένα μέσα από ώρες δουλειάς και σωματικού κάματου. Κατάφεραν να κερδίσουν το, αρχικά διερευνητικό, κοινό και να καταλήξουν μέσα σε έναν ντελίριο αγνού, πηγαίου χωρίς πολλές εξηγήσεις αυθορμητισμού. Άντε, γιατί πολλά είπα. Μία λέξη, hardcore, αυτό φτάνει. Και μη με ρωτάς για τι είναι.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Ο τρόμος μου μπροστά στο νόμο



Περπατώντας σε μια Αθήνα άδεια την ώρα που την επισκέπτεται ο επικεφαλής της, δήθεν, μεγαλύτερης Δημοκρατίας του πλανήτη. Συνεχώς βρίσκεται στο μυαλό μου, δεν λέει να φύγει, όχι ένας πατριώτης της πρώην μεγάλης ελπίδας για αλλαγές, αλλά ο Κάφκα. Το μαύρο του χιούμορ, συχνά ακατανόητο, αλλά τόσο δηλητηριώδες (θυμήσου εδώ ένα παλιότερο ποστ) φτάνει πάντα πρώτο στο μυαλό μου κάθε φορά που συνειδητοποιώ την ανελευθερία που βιώνω. Είμαι υπήκοος σε μια χώρα στην οποία όταν οι βασιλείς περνούν, εμείς οι πληβείοι πρέπει είτε να κλίνουμε το γόνυ με σεβασμό, είτε να αδειάζουμε τους δρόμους (με τη βία αν είναι απαραίτητο ) ώστε αυτοί να περνούν.

Μας τρομοκρατούν. Χρησιμοποιούν το φόβο και τη χυδαιότητα της τεχνολογίας ώστε στο τέλος να μεταμορφωθούμε όλοι μας στον ήρωα που τρέμει μπροστά στον άδικο νόμο. Και στο τέλος, γεμάτοι αλαζονική ειρωνεία να μας πουν, να υπονοήσουν έστω, πως ήταν απλά ο φόβος μας. Πως ο τρόμος μπροστά στο νόμο ήταν απλά ο τρόμος, πως αυτό τον φύλακα θα μπορούσαμε να τον έχουμε ποδοπατήσει, πως-τελικά-όλα βρίσκονται στα χέρια μας.

Θα 'θελα να τον ρωτήσω αυτό τον τυπάκο με το γωνιώδες πρόσωπο, αλήθεια βρίσκονται;

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Αττίλιο



Όταν ξεκινούσε ο Αττίλιο με την τρομπέτα του, όλα τα χέρια σηκώνονταν, και όταν τελείωνε ο ήχος της τρομπέτας μία λέξη ακουγόταν. Ολυμπιακός. Στο παλιό Καραϊσκάκη. Μου φαίνεται αστείο, σαν μια ειρωνεία του χρόνου, αλλά την ίδια περίοδο, λίγους μήνες πριν από το θάνατο του Αττίλιο ένας άλλος θάνατος έβαζε τέλος στην παιδική μου ηλικία.
Και το παλιό Καραϊσκάκη, ο Ολυμπιακός, οι νίκες και οι ήττες, τα τσιμέντα, τα τουρνικέ, τα πέταλα ήταν κομμάτι της παιδική και εφηβικής μου ηλικίας, της πατρίδας μου.

Ανεξάρτητα από ηλικίες, απόψεις, συμπεριφορές και δεν ξερωγω τι άλλο, όταν ξεκινούσε ο Αττίλιο με την τρομπέτα του όλα τα χέρια σηκώνονταν. Και η κατάληξη πάντα η ίδια.

Είκοσι δύο χρόνια πέρασαν γλυκέ μου γάβρε, θρύλε των γηπέδων.