Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

d.i.y. Άσιμος



Η επιστροφή της μικρής δισκογραφικής b-otherside στην εργογραφία του Νικόλα Άσιμου, μετά τη θαυμάσια συλλογή Αρνήθηκα Πολλά, είναι πιθανότατα το δισκογραφικό γεγονός της χρονιάς για τη μικρή Ελλάδα.

Θεωρώ τον Άσιμο, πέρα από το μεταθανάτιο-συχνά μυθοποιητικό-hype του, έναν παραγνωρισμένο καλλιτέχνη. Παραγνωρισμένο και ταμπελιασμένο γιατί πέρα από το προφανές, τις αβαρίες μια ζωής φορεμένης με πεισματική αξιοπρέπεια και ενός θανάτου μόλις λίγο πριν τα σαράντα, ο καλλιτεχνικός του βίος ταυτοποιήθηκε συνθηματολογικά. Λίγο τρελός, λίγο γραφικός, πολύ αρνητικός απέναντι σε κάθε είδους μεταπολιτευτική μόδα, ταυτίστηκε με τα Εξάρχεια και τις δυναμικές που αναπτύχθηκαν μέσα στην πρόσφατη ιστορία αυτής της εμβληματικής περιοχής που όλο αυτό μεταμορφώθηκε στην ευχή και την κατάρα του.

Και όμως. Πέρα απ τις κυκλοφορίες στη Minos-EMI ( θα έπεφταν να τον φάνε αν ζούσε σήμερα γι' αυτό το γεγονός, άραγε;) οι οχτώ κασέτες (οι οποίες με βάση τις υποσχέσεις της εταιρίας θα κυκλοφορήσουν όλες!) που κυκλοφόρησε μόνος στην περίοδο 1978-86, ξεχασμένες πίσω στο χρόνο, φανερώνουν πολλά περισσότερα από όσα η εικόνα που έχουν στο μυαλό τους οι πολλοί επιβάλει.

Ξεκάθαρα d.i.y. παραγωγές ηχητικά και αισθητικά αποτελούν στην ουσία νέα από το μέτωπο μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας που φυτοζωούσε έξω από τα όρια της μεταπολιτευτικής αριστερής αφήγησης. Σε αυτές τις δύο πρώτες κασέτες-που επανακυκλοφορούν σε βινύλιο για πρώτη φορά-τις Με το βαρέλι που για να βγει το σπάει και το Είμαι παλιάνθρωπος ο Άσιμος έχει αφομοιώσει την αμερικάνικη protest τραγουδοποιία των 60's και πειραματίζεται βάζοντας έντονα δικά του στοιχεία.

Ποίηση, spoken word, σουρεαλισμός, κοινωνική κριτική και ένα attitude που παραπέμπει ευθέως στους ρεμπέτες (όταν μόλις τότε το ρεμπέτικο έβγαινε προς το mainstream) σε αντιπαράθεση με τη δική του, ιδιόρρυθμη, ιδιοσυγκρασία η οποία μετέτρεπε τις ερμηνείες του σε μίνι-πρόζες βουτηγμένες στο μαύρο χιούμορ. Η καλλιτεχνική του υπόσταση απαιτούσε την απόλυτη ειλικρίνεια και την έλλειψη κάθε φτιασιδώματος στα τραγούδια του. Κατανοώ την ταύτιση πολλών με τις δημιουργίες του ως συνθήματα που έπιαναν λογικές και χυδαιότητες της εποχής από το σβέρκο. Κάποιες στιγμές μου θυμίζει τα πολιτικοποιημένα graffitti και τον τρόπο που αυτά σου κλέβουν τη ματιά και κολλάνε μέσα σου, σημαδεύοντας τη μνήμη σου και τη συγκεκριμένη γωνιά της πόλης.

Ελπίζω, επιτέλους τώρα που τα χρόνια πέρασαν και διάφορα ονόματα και ονοματάκια σταμάτησαν να σκυλεύουν πάνω του, με αυτές τις νέες κυκλοφορίες οι δημιουργίες του να πάρουν την θέση που τους αναλογεί ως μικρά underground διαμάντια. Και έτσι, πλέον, να τη βρίσκει και αυτός.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Evan Parker-Frank Perry




Η πραγματικότητα έχει, συχνά, δύο όψεις. Μπορεί και περισσότερες βέβαια. Η μία βασίζεται στο τώρα, στο πως κρίνουμε και αντιλαμβανόμαστε το παρόν, και η άλλη με τον τρόπο που αξιολογούμε όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Πολύ συχνά η αξιολόγηση στο τώρα απέχει παρασάγγας από όσα συνέβησαν τότε.
Πιάνω τον εαυτό μου, προφανώς δεν είμαι ο μοναδικός βέβαια, να αξιολογώ διαφορετικά όσα άκουσα ή έζησα. Προσωπικές αξιολογήσεις-που αλλάζουν με τον καιρό-μεταβάλουν όσα πίστευα και ακριβώς ίδια γεγονότα τα αντιμετωπίζω από άλλη σκοπιά. Στην τέχνη της μουσικής η μυθοποίηση εποχών, σκηνών αλλά και γεγονότων αποτελεί θέσφατο καιρό τώρα. Πολλές φορές αυτή η διαφορετική οπτική αποτελεί μια θαυμάσια εναλλακτική ιδεών και απόψεων ενώ για τόσες άλλες προκαλεί την προβληματική της συντηρητικοποίησης των οπτικών μας.

Ακούγοντας αυτή την ηχογράφηση, από τις αρχές του 1972, τη χρυσή εποχή που ο ευρωπαϊκός αυτοσχεδιασμός έστηνε το μύθο του (για να χρησιμοποιήσω έναν βαρύ λεκτικό βερμπαλισμό), δεν μπορείς να μη σχολιάσεις τη μέτρια ποιότητα της ηχογράφησης. Κλασσική περίπτωση, για να θυμηθώ ένα φίλο, των κυκλοφοριών της Qbico. Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα. Το επείγον της ηχογράφησης φανερώνεται ήδη από το flyer του live, μιας οριακά d.i.y. κατάστασης πολύ πριν αυτά τα τρία αρχικά γίνουν θέσφατο. Τον καιρό εκείνο, κοντά μισό αιώνα πριν πλέον, οι μουσικοί που αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως αυτοσχεδιαστές ακολουθούσαν, συχνά, το δρόμο της ριζοσπαστικοποίησης χωρίς, απαραίτητα, να τοποθετούν οποιαδήποτε πολιτική ταμπέλα πάνω τους.

Δεν συμφωνώ με αυτή την επιλογή, αλλά από την άλλη οφείλω να αναγνωρίσω πως ένα σωρό από τις καλλιτεχνικές καταθέσεις εκείνης της εποχής αποτελούν μηνύματα από το μέτωπο. Η μουσική βιομηχανία, αρχές των 70's, κατακτούσε όλα τα μήκη και τα πλάτη που μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη, οπότε οι επιλογές σπουδαίων καλλιτεχνών όπως ο Evan Parker αποτελούσαν οικονομικές αυτοκτονίες, Ξεκάθαρα, λοιπόν, γράφω αυτές τις γραμμές μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Το παραδέχομαι και το αποδέχομαι. Μιλάμε για μυθοποίηση λοιπόν.

Αλλά το γεγονός αυτό εδράζεται σε κάποιες πραγματικότητες, μέρη των οποίων περιέγραψα παραπάνω. Ακούγοντας αυτό το δίσκο, ξεπερνώντας το σκόπελο του κακού ήχου, δεν μπορείς παρά να μείνεις με στόμα ανοιχτό από τα συμβαίνοντα. Σαφέστατα, όσο και αν ο Frank Perry ήταν και παραμένει σπουδαίος μουσικός, ο Parker σε αφήνει έκθαμβο με το παίξιμο του. Η χαμηλού προφίλ ηχητική επίθεση από το σοπράνο σαξόφωνο του Parker αποτελούσε ένα μέρος των τρικ που διέθετε η τεράστια φαρέτρα του Άγγλου μουσικού εκείνη την εποχή. Εσένα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές σε παραπέμπω στο περισσότερο seminal έργο εκείνης της εποχής, το The Topography of The Lungs, για να ακούσεις τι και πως και γιατί.

Μέσα στα χρόνια που αφέθηκα να χαθώ στις ελλειψοειδείς διαδρομές της free jazz, μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως ο τρόπος που φέρθηκε ο Parker στο σαξόφωνο του και η μορφή που πήρε ο ήχος του, ζωντανά και σε ηχογραφήσεις, είναι one of a kind. Και βάζω και τον Coltrane στην συζήτηση. Μέσα στα λιγότερο από σαράντα λεπτά της ηχογράφησης μεταφέρεσαι σε μια εποχή και σε ένα μέρος-το Λονδίνο-όπου κάποιοι, πολύ λίγοι υποθέτω, γίνονται μάρτυρες ενός ντουέτου (μια και ο Derek Bailey δεν κατάφερε να συμμετέχει) που σχημάτισε ξανά τη μορφή της τζαζ και συνέβαλε αυτή η κάποτε οριοθετημένη μουσική να μετασχηματιστεί σε μια τέχνη που, πλέον, δεν γνωρίζει ταμπέλες και όρια. 

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Αιμίλιος




Ζήτησα από το Νικόλα το Μαλεβίτση να μου πει με πολύ λίγα τι του θυμίζει αυτό το άλμπουμ και χωρίς να τον ρωτήσω, απoφάσισα να τα αντιγράψω εδώ. Ελπίζω να μη μου θυμώσει.

"αιμίλιος; pure; μόνο μία φάση editions_zero. τα έχει όλα μέσα θεσσαλονίκη, ξάνθη, όλη την τρέλλα της παρέας αυτής. rekem. κηλυμάκος. μεγάλη μου αγάπη το pure κι εμένα"

Το Pure του Emil Beaulieau ήταν η αφορμή για να τον ρωτήσω. Η αγάπη της επιλογής των κομματιών η αιτία. Λειτουργώντας αυτές τις γραμμές, συχνά-πυκνά, ως ημερολογιακού τύπου φληναφήματα, βρίσκομαι συχνά στη θέση-ή καλύτερα στο δίλημμα-αν θα πρέπει να καταγράψω κάποια πράγματα που μου συμβαίνουν στην καθημερινότητα. Και αυτό η, με τόση αγάπη διαλεγμένων, συλλογή κομματιών με συνόδεψε για πολλές μέρες.
Υπάρχουν φορές που ένα έργο τέχνης αποκτά διαφορετικές διαστάσεις όταν αγγίζεται, με οποιονδήποτε τρόπο, από κάποιον που το προσεγγίζει με αγάπη. Το εύπλαστο της ψηφιακής μουσικής κάνει ευκολότερη τη διαδικασία της επιλογής, της ανάδειξης και της αλλαγής.

Φυσικά, οι προσωπικές διαδρομές του καθενός όπως αυτές ανοίγονται μέσω έργων άλλων είναι συνήθως απροσπέλαστες για τους υπόλοιπους. Τις ελάχιστες φορές που η θολούρα του ψυχισμού μας αφήνει λίγο χώρο και σε άλλους να κοιτάξουν μέσα μας, συμβαίνει το θαύμα της συνύπαρξης. Αυτής της διαδικασίας που σε κάνει συμμέτοχο και κοινωνό μιας ανώτερης (από τη χυδαιότητα της καθημερινότητας, μην παρεξηγηθώ) δημιουργικότητας και μεταπράτη της ομορφιάς της.

Ε, αυτή ήταν μία από τις φορές και για πολλές μέρες.

Ευχαριστώ Νικόλα.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

"Ποτέ δεν ξαναείδα τέτοια πρόσωπα", ο Οκτάβιο Πας για την Ισπανία




Στην Ισπανία θυμάμαι, στη διάρκεια του Εμφύλιου ανακάλυψα έναν "άλλο άνθρωπο", ένα άλλο είδος μοναξιάς. Μιας μοναξιάς που δεν ήταν κλειστή και μηχανική, αλλά ανοιχτή στην υπερβατικότητα. Το πλησίασμα προς το θάνατο και η εξοικείωση με τα όπλα δημιούργησαν αναμφισβήτητα σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες ατμόσφαιρα κατάλληλη για κάτι το εξαιρετικό, για κάτι που ξεπερνάει την ανθρώπινη διάσταση και σπάει τον κύκλο της μοναξιάς που περιβάλλει τον άνθρωπο. Σ' εκείνα, όμως, τα πρόσωπα-τα βαριά, κι αποφασιστικά, τ' άγρια και τραχιά, ίδια μ' εκείνα που, ανελέητα και μ' έναν ίσως τραγικό ρεαλισμό, μας κληροδότησε η ισπανική ζωγραφική-υπήρχε κάτι σαν ελπιδοφόρα απελπισία, κάτι πολύ συγκεκριμένο και ταυτόχρονα ιδιαίτερα οικουμενικό. Ποτέ δεν ξαναείδα τέτοια πρόσωπα.

Οκτάβιο Πας "Ο λαβύρινθος της μοναξιάς"