Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Dafne Vicente-Sandoval "Solo II" ( J.Ullmann) στο Ωδείο για την Documenta 14




Γνωρίζω τη Dafne Vicente-Sandoval από τις θαυμάσιες ηχογραφήσεις της στην Potlatch, όπου ο μινιμαλισμός συνδέεται οργανικά με τις εντάσεις του ηχοχρώματος του bassoon, ένα ιδιαίτερο μουσικό όργανο, ικανό - όπως όλα τα πνευστά -να λειτουργήσει κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Οι εμφανίσεις τής, είτε μιλάμε για studio ηχογραφήσεις, είτε ζωντανά, προδίδουν την εύθραυστη παρουσία της.

Η παρουσία του ίδιου του Jacob Ullmann στο Ωδείο: έμοιαζε να αγωνιά, ήταν συμπαθητικός και διακριτικός χωρίς καθόλου τον αέρα ακαδημαϊσμού που διακρίνει πολλούς σταρ της αβάν-γκαρντ εδώ και δεκαετίες. Το έργο του, το Solo II for trombone/bassoon είναι μια σύνθεση που αφήνει αρκετή ελευθερία στον μουσικό ( έντονη η επιθυμία του Ullmann πάνω σε αυτό ), απαιτώντας, παράλληλα τη σιωπή από το κοινό. Η επιμονή στην λεπτομέρεια που επιζητά την ησυχία για να αναδειχθεί, συνδυάζεται με μια θεμελιακή αναρχική ευελιξία του αρχικού score. To Solo II καθίσταται εξαιρετικά απαιτητικό τόσο για τον μουσικό, όσο και για τον ακροατή σωματικά και πνευματικά. Πρέπει να είσαι εκεί αποφασισμένος πως θα ακούσεις, θα προσέξεις, θα παρατηρήσεις και θα αφουγκραστείς.

Έχω σαφές πρόβλημα με την υποχρεωτική, συχνά-πυκνά, επιλογή να παρακολουθείς καθιστός μια live performance. Στην προκειμένη περίπτωση - αναλογιζόμενος τις παραπάνω συνισταμένες - δεν μπορoύσα νa βρω εναλλακτική. Η συναυλία ακολουθούσε την πορεία μιας ημιτονοειδούς συνάρτησης: κοιλάδες ησυχίας και περίσκεψης ακολουθούνταν από όροι εντάσεων όπου η κανονιστική αρχή του έργου απαιτούσε να είσαι εκεί, διαφορετικά σε προσπερνούσε.




Ρεαλιστικά, ο αποστειρωμένος χώρος του Ωδείου δεν έφερε το κοινό και την καλλιτέχνη πλησιέστερα, ούτε και εξίσωσε τα δύο μέρη. Περισσότερο και από το ίδιο το έργο ήταν η παρουσία του συνθέτη που προσέφερε μια μεγαλύτερη οικειότητα και άνεση στον ακροατή. Θεωρώντας τον Jacob Ullmann έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες-φορείς της μουσικής πρωτοπορίας των τελευταίων σαράντα ετών, το Solo II οριοθέτησε μέσα μου κάτι, σχεδόν, εντελώς, νέο, που δεν γνωρίζω ( αλλά το εύχομαι ) να ήταν μέσα στις επιθυμίες και του ίδιου. Μου έδωσε τον προσωπικό χώρο να αναπνεύσω μαζί με τις δικές μου σκέψεις και τα δικά μου συναισθήματα ανάμεσα στις εντάσεις που με κρατούσαν καθηλωμένο στη συγκεκριμένη πραγματικότητα εκείνης της ώρας και αυτού του χώρου.

Μετά την αρτηριοσκλήρωση των μεταπολεμικών μουσικών πρωτοποριών,έχω έντονα μέσα μου την παραπάνω πραγμάτωση ως το ευκταίο για τη σύγχρονη αβάν-γκαρντ και ο Ullmann με το συγκεκριμένο αλλά και άλλα έργα του το πετυχαίνει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό.

Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Ο Κιμ Κι Ντουκ παράγει πολιτική με "Το Δίχτυ"





Καθώς μεγαλώνω η επιθυμία για συγκεκριμένες (και δη πολιτικές ) απαντήσεις από την τέχνη του κινηματογράφου βαίνει συνεχώς μειούμενη. Το παραπάνω αποτελεί βασική αιτία αργοπορίας αυτό του σχολίου, μια η ταινία παίζεται εδώ και εβδομάδες. Θεωρώ, ξεκάθαρα, καθετί που ξεκινά την πορεία στη δημόσια σφαίρα πολιτικό, οπότε πλέον είμαι αρκετά αμφίθυμος όταν η πολιτική τοποθέτηση εκφράζεται με κραυγαλέα μέσα. Αυτή τη στιγμή γενικεύω, προσπαθώντας να δώσω μια συνισταμένη μια και Το Δίχτυ παίρνει αλλά και συνάμα δεν παίρνει θέση.

Παρακολουθώντας τον Κιμ Κι Ντουκ ως γνωστό σκηνοθέτη που δεν πολυβλέπω τις ταινίες του, μπορώ μόνο και πάλι να γενικεύσω: δεν ξέρω πως λειτουργεί στο θυμικό του ο διαχωρισμός στη χερσόνησο της Κορέας, μπορώ μόνο να υποθέσω πως τον πονά (αυτόν και τόσους άλλους και άλλες εκεί), όπως καθετί βίαιο και τεχνητό που, παράλληλα, δεν αποτελεί μια μακρινή χρονική ανάμνηση, ούτε απέχει γεωγραφικά πολύ. Όπως και στην περίπτωση της Κύπρου - με πολύ μεγαλύτερη ένταση όμως - η διαίρεση αποτελεί μια τραγική καθημερινότητα.

Η ιστορία ανήκει στον  οικογενειάρχη ψαρά που ζει ήσυχα και σαφέστατα φτωχικά, με τον ποταμό που ψαρεύει να αποτελεί το σύνορο δύο χωρών και δύο κόσμων.  Όταν η μηχανή της βάρκας χαλάει, το ρεύμα τον παρασύρει στο νότο και οι κάθε είδους περιπέτειες ξεκινούν. Ευτυχώς, πρώτα και κύρια για την αξιοπρέπεια του σκηνοθέτη, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μέχρι να φτάσεις εκεί, όμως, ξεκινάς από την ποιητική διαδρομή μιας απλής και ήρεμης ζωή η οποία παλεύει να αγκιστρωθεί σε μια μικρή οικογένεια (πόσο αντιηρωικό όλο αυτό ) έχοντας όλους τους δαίμονες του απολυταρχισμού απέναντι της. Θα μπορούσε να είναι ένα σχόλιο για το πως η δική μας ελευθερία εξαρτάται από την ελευθερία των άλλων. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος, όσο δεν είναι όλοι, ούτε πραγματικά χαρούμενος και ευτυχισμένος. Ξεκάθαρη πολιτική θέση.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της πλοκής, αναμενόμενα, διεξάγεται στο Νότο. Εκεί τον μαζεύουν και οι συγκρουόμενες δυνάμεις φτάνουν, οριακά στο σημείο να εξολοθρεύσουν τον πρωταγωνιστή: η πίστη στο "ελεύθερο" καπιταλιστικό καθεστώς του Νότου, η προσπάθεια να τον μεταπείσουν, ο φόβος του ίδιου για τα τρομακτικά αντίποινα πίσω στη βόρεια πατρίδα αν πει το ναι και, φυσικά, η αγάπη. Για τη γυναίκα και το παιδί του. Ο φόβος μου πως όλο αυτό θα παρουσιαζόταν ως μια γκροτέσκα α λα checkpoint charlie αντίθεση του καλού καπιταλισμού ενάντια στην απολυταρχία του υπαρκτού σοσιαλισμού εξαϋλώνεται άμεσα. Αντικαθίσταται από μια υπερβολή σε όλα, μια υπερβολή που δεν έχω τα στοιχεία να την αντιμετωπίσω. Στο νότο είναι το ίδιο φανατικοί, βίαιοι, δολοπλόκοι και καιροσκόποι. Οι ερμηνείες τονίζουν ιδιαίτερα αυτή την εντύπωση, σεν αντίθεση με τη φωτογραφία που παίζει μεταξύ του ονείρου και του απειλητικού εφιάλτη.

Το άτομο οπως και στο Βορρά, αλλά με άλλα μέσα, συνθλίβεται σε ψεύτικες απολαύσεις, άχρηστες στα μάτια ενός ανθρώπου που δεν τις έχει μάθει και στην ουσία δεν τις έχει ανάγκη. Εκεί ακριβώς, μαζί με την υπερβολή στην προσπάθεια του σκηνοθέτη να τους καταδείξει όλους κακούς, χωλαίνει η ταινία. Λαϊκίζει στην απλοϊκότητα του ατομικισμού, προσπαθώντας να μας πείσει πως, στον παγκοσμιοποιημένο πλανήτη του 2017, η απάντηση είναι μια εξατομικευμένη ηθική στάση που εμφορείται κυρίως από την αγάπη. Προφανώς και αυτή είναι μία από τις απαντήσεις, αλλά όχι η μοναδική, όχι η σημαντικότερη. Ο κόσμος μας, δυστυχώς ή ευτυχώς, περιλαμβάνει περισσότερα χρώματα πέρα του άσπρου και μαύρου μεν, αλλά είναι σημαντικά πιο πολύπλοκος δε.

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Put the freaks up front




"Ο χρόνος είναι τώρα
  και ο τόπος είναι εδώ"

-Μωρά στη Φωτιά


Κάμποσες φορές η μουσική δημιούργησε ένα χωροχρονικό τούνελ που καθόριζε την πραγματικότητα μου. Καθημερινή και πνευματική. Συχνά αυτό το τούνελ κατέληγε σε γεωγραφίες μακρινές. Σαν το θάλαμο του Doctor Who με τη διαφορά πως γνώριζα τον τελικό προορισμό. Ίσως αυτό το απίθανο κομμάτι των τίτλων της αρχής της σειράς ( μια σπουδαία συμβολή του BBC Radiophonic Workshop στη σύγχρονη κουλτούρα ) θα μπορούσε να συνοδεύει αυτά τα φληναφήματα.

Ξέφυγα. Ειδικά σε παρελθοντικούς χρόνους η μουσική - και οι προσωπικές μου διεκδικήσεις μέσω αυτής - αποτελούσαν το drive πολλών εσωτερικών αναζητήσεων. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το περιγράψω, μα μέσα μου γινόταν πόλεμος. Απέναντι πάντα βρίσκονταν - με διαφορετικές μάσκες κάθε φορά - η κανονικότητα από τη μία και το κυνηγητό της προσωπικής ελευθερίας από  την άλλη.

Το Λονδίνο ήταν ( και ως ένα σημείο είναι μέχρι σήμερα ) πάντα φιλόξενο για 'μένα. Εκείνη την περίοδο έτρεχα να ξεφύγω από ένα χρόνο σωματικής και πνευματικής αποχαύνωσης ή αλλιώς εθνικός στρατός. Καλή επιλογή το Λονδίνο, όσο μακρύτερα τόσο καλύτερα. Δεν ξέρω, όμως, αν πρέπει να προχωρήσω σε αυτά τα ψυχαναλυτικά μονοπάτια. Σκοπός μου είναι να μιλήσω για το μέρος και το τι βίωσα εκεί.

Ήδη το 2006 είχα, απόλυτα δικαιολογημένα πιστεύω, σπάσει τους δεσμούς μου με το ροκ. Οι αιτίες έχουν ξαναγραφτεί σε αυτό το μπλογκ αλλά που να θυμάσαι και σιγά μην τα έχεις διαβάσει, πάρε μερικές από  αυτές: μανιέρα, κανονιστικότητα που απέχει παρασάγγας από τον ορισμό της ελεύθερης τέχνης, ευπώλητο προϊόν, ματσίλα και σεξισμός, έλλειψη φαντασίας και περιπέτειας.

( Δεν είχε πεθάνει εντελώς μέσα μου, όμως, ούτε το'χα κηδέψει οριστικά. Κάποιες στιγμές κοιτάς τον σκοτεινό ουρανό με την ελπίδα να βρεις τις λίγες φωτεινές πηγές που θα κάνουν τη φαντασία σου να καλπάσει. Σαν αυτά τα πολύ μακρινά φώτα να κρύβουν μέσα τους ενέργεια ζωτικής σημασίας. )

Κάνοντας μια φτωχή παρομοίωση, ως κάτι ανάλογο είχε λειτουργήσει μέσα το free-folk ( ας το πούμε έτσι ) κίνημα των αρχών των '00"s. Όλως τυχαίως - καλύτερα καθόλου τυχαία - συνδύαζε μέσα του το απρόβλεπτο του ψυχεδελικού τζαμαρίσματος με τη ναρκωμένη και  γειωμένη, συχνότατα χωρίς ηλεκτρισμό, αισθητική της φολκ. Συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό σε μια από τις πολλές μας κοντινές Αμερικές, έξω από τις πόλεις, σε σπίτια μέσα σε δάση, σε βουνά, σε μέρη που κάποτε γνώρισαν τους χριστιανούς πουριτανούς και το κυνήγι μαγισσών. Όλα όσα συνέβαιναν τότε προσιδίαζαν την απύθμενη άβυσσο των ιστοριών του Τόμας Πίνσον: άρνηση, χιούμορ και ειρωνεία, σουρεαλιστικές χειρονομίες, έξαψη. Όλα μέσα σε πολλές εικόνες που βρίσκονταν μέσα σε άλλες περισσότερες. Μια μπάμπουσκα ελεύθερης έκφρασης...

Οι Sunburned Hand of The Man διέθεταν όλα τα παραπάνω σε πολλαπλές δόσεις και, σε αντίθεση με τους No-Neck Blues Band που ήταν με όλες τους τις αισθήσεις παιδιά της πόλης, μπορούσαν να μεταδώσουν τη ζωτικότητα τους κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα, στην άλλη μεριά του ξέφωτου. Είχαν ένα rotation ανθρώπων κάθε φορά ώστε να μην ξέρεις ποιοι και πόσοι θα εμφανιστούν. Πόσο γαμάτο.

Quite fittingly η εύρεση του venue ήταν μια εξίσου πινσονική περιπέτεια. Νότια του Τάμεση, προς Brixton. Ψάχνοντας, οι περισσότεροι δεν μιλούσαν αγγλικά, η μυρωδιά του μαύρου σου έκαιγε τα ρουθούνια, ενώ - κοίτα να δεις - η πόλη δεν ήταν τόσο φωτεινή πλέον. Θα μπορούσε αυτό το κείμενο να αποτελεί μια ωδή στις ικανότητες μου στον προσανατολισμό. Φυσικά ο χώρος κάποια στιγμή εμφανίστηκε από μόνος του. Ακόμη φυσικότερα δεν είχε απολύτως τίποτα έξω που να προδίδει το τι συνέβαινε μέσα, αλλά γεμάτο κόσμο ήταν. Που στο διάολο τα ξετρυπώνουν εκεί πάνω αυτά;

Προσπαθώ και πιέζομαι εξαιρετικά να μην γράψω μια απλή περιγραφή της συναυλίας. Παράλληλα, με τα έντεκα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις έχουν κατασταλάξει ενώ οι φωτογραφικές αναμνήσεις κρύβονται σε κάποια κύτταρα του εγκεφάλου μου που, πιθανότατα, είναι από καιρό νεκρά. Μην με παρεξηγήσεις, εν σου κλείνω το μάτι, οριακά straight edge ήμουν πάντα...

Ο θόρυβος γενικά και το noise ειδικά ήταν πρόσφατοι μουσαφιραίοι στη ζωή μου. Ο αισθητικός νιχιλισμός του noise και η ασυμβίβαστη αντιμετώπιση των υλικών του ( μαζί με την όλο και πιο έντονη αναζήτηση αυτοσχεδιαστικών μουσικών από τη μεριά μου ) είχαν κλονίσει κάθε σταθερά. Όταν εμφανίστηκαν οι Skullflower ως support act, τους γνώριζα ελάχιστα. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν μαζί με τον Matthew Bower. Για είκοσι λεπτά οι δύο κιθάρες συντάραξαν καθετί μη σταθερό μέσα μου. Είχα ακούσει πολλές φορές το feedback μιας κιθάρας και τις κάθε είδους αλλοιώσεις που προκαλεί. Εδώ, όμως, ήταν κάτι διαφορετικό. Μια ηχητική επίθεση όπου το feedback ήταν το πρώτο πλάνο και όχι το τέλος της διαδρομής. Ήταν ο πυρσός που έκαιγε και όχι οι τελευταίες αναλαμπές. Ήμουν ήδη σε trance.

Οι Sunburned βγήκαν, Θυμάμαι μόνο πως είχαν μαζί τους τον Mick Flower πριν τον λατρέψω μέσα από το ντουέτο του με τον Chris Corsano ) των Vibracathedral Orchestra. Ήταν όλοι τους κόκκαλο. Εντελώς όμως. Όλο αυτό ήταν ήδη ιδιαίτερα επιθετικό. Απρόβλεπτο.  Υπήρχε αντιπαράθεση, πολλές στιγμές όχι τεχνητή. Ήμουν με απ' τη μεριά του κοινού, ενός χιπ κόσμου, αμφιταλαντευόμουν. Ο John Moloney απήγγειλε σαν ένας άλλος Beefheart πάνω απ' τις γραμμές του βινυλίου στο Trout Mask Replica. Μάσκες ζώων άλλαζαν χέρια και κεφάλια. Το ίδιο και τα όργανα, θορυβώδεις θιασώτες της επί σκηνής τρέλας. Δεν υπήρχε αρχή, μέση και τέλος. Όλα ήταν ρευστά, κινούμενα προς διάφορες κατευθύνσεις, κινούμενα έξω από προβλέψεις και λίστες τραγουδιών. Δεν ξέραμε που πατούσαμε και που βρισκόμασταν - κυρίως αυτοί. Μάλλον παντού και πουθενά.

Επιτέθηκαν στην κανονικότητα μας με όλα τους τα όπλα, οι καριόλιδες. Έμεινε, εκείνη η βραδιά, ως μια από τις ελάχιστες στη ζωή μου που παραδέχτηκα τα ναρκωτικά ως μέσο απελευθέρωσης.  Δικής μου μέσω της εκούσιας συμπόρευσης μου. Υπήρχε ηλεκτρισμός και ελευθεριακότητα. Πρόζα, περφόρμανς, χορός και κάποιες νότες. Ρυθμοί που εξαφανίζονταν και εμφανίζονταν ξανά, κιθάρες που στροβιλίζονταν όπως όλοι μας - κάποιοι χάνονταν στο δικό τους κόσμο, άλλοι ανάμεσα μας. Ήταν τα πάντα και το απόλυτο τίποτα. Αυτό που χρειαζόμουν. Ότι καλύτερο σε rock n' roll συναυλία που παρακολούθησα ποτέ, δεν ήταν καν συναυλία αλλά μια άυλη πραγματικότητα. Μια τελετή σαμάνων.

Το ροκ είχε φτάσει στο τέρμα του μετά από εκείνη τη μέρα. Μέσα μου είχε πεθάνει, δεν θα μου έδινε τίποτε περισσότερο πια.

Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Η οπερέτα του Καραθάνου



Το βασικό υλικό γι' αυτή την παράσταση είναι αρκετά ριζοσπαστικό και κανονιστικά ανατρεπτικό. Είναι σχεδόν αδύνατο να ξεφύγεις από τις προθέσεις του συγγραφέα. Ο πνευματικός κόσμος του Βίτολντ Γκόμπροβιτς, έτσι όπως παρουσιάζεται σε αριστουργήματα του όπως το Φερντυτούρκε, δεν χωρούσε στη δυσπλασία του υπάρχοντος. Ο Νίκος Καραθάνος, σκηνοθέτης της παράστασης, προσέθεσε μια σύγχρονη, μοντέρνα (φοβάμαι να πω μεταμοντέρνα μη με πάρουν με τις ντομάτες) προσέγγιση μια και αυτό το θέατρο πρεσβεύει.

Ένα στοιχείο που συχνά λείπει στα θεωρητικά κείμενα για την τέχνη και στις κριτικές για τα οσα πράττουν οι καλλιτέχνες, με βάση τη δική μου οπτική των πραγμάτων, είναι η γείωση με την πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη παράσταση για την οποία γράφω αυτή την κριτική ήταν η τελευταία της σαιζόν. Έχει τη σημασία του, γι' αυτό και το αναφέρω. Στην προκειμένη περίπτωση η γνώση των ρόλων και των λειτουργιών της παράστασης, η εμπειρία στην αναμέτρηση με τον πεσιμισμό του έργου, φάνηκαν να υπερισχύουν απέναντι στον αθροιστικό σωματικό κάματο της επανάληψης. Όλες και όλοι έμοιαζαν απόλυτα εξοικειωμένοι με κάθε προσλαμβάνουσα και αιχμή του έργου, ενώ η ταύτιση με το χιούμορ και την ειρωνεία (εφάμιλλη στο έργο του Γκόμπροβιτς με την αναρχική ματιά του Αλφρέντ Ζαρύ ) έκανε τις λέξεις που έβγαιναν από τα στόματα τους να μοιάζουν απόλυτα γεννήματα του δικού τους μυαλού.

Όπως καταλαβαίνει κανείς ενθουσιάστηκα με τις ερμηνείες όλου του θιάσου, ιδιαίτερα με τους δύο πρωταγωνιστές τον Χάρη Φραγκούλη και τον Μιχάλη Σαράντη, αν και η έλλειψη γνώσεων μου για τη θεατρική γλώσσα και την οικονομία του χώρου και χρόνου της με κάνει μόνο να υποθέτω πως η διανομή ήταν μια συλλογική δουλειά, που ανέδειξε αυτές τις δύο εξαιρετικές ερμηνείες. Θα μπορούσαν να είναι κάποιοι άλλοι από τον θίασο, τόσο όμορφα δομημένες ήταν οι παρουσίες όλων.

Ο χώρος του Ρεξ αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν θεατρικά μέρη της Αθήνας και η διαχρονικότητα του τον κάνει αρκετά ζεστό και φιλόξενο, ιδιαίτερα (αλλά και ) για όσους και όσες δεν συναπαντούν συχνά τη μαγεία της σκηνής του θεάτρου. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω ότι το δημόσιο χρήμα που φτάνει στο Εθνικό Θέατρο (που δεν το λες και πακτωλό) χρησιμοποιείται με τρόπους παραπάνω από διττούς: πολύς κόσμος δουλεύει και πληρώνεται, εξίσου πολύς κόσμος ικανοποιείται με όσα βλέπει, χωρίς να τρώει στη μάπα τη χλαπάτσα της μανιέρας. Εξίσου εντυπωσιακή και καταλυτική για τη δραματουργική πορεία της πλοκής είναι η συν-παρουσία της ζωντανής μουσικής, με την ορχήστρα να κλέβει κάποιες στιγμές το βλέμμα μου σε αποκλειστικότητα, με μοναδική παραφωνία τον πιανίστα Άγγελο Τριανταφύλλου, ο οποίος ήταν και ηθοποιός και τραγουδιστής σε μια λογική του "τα κάνω όλα", χωρίς ο ίδιος να φταίει μια και ήταν πολύ καλός σε όλα. Δεν μου ταίριαξε, τόσο απλά.

Το απολύτως μινιμαλιστικό σκηνικό, σκοτεινό και απειλητικό, κυριαρχούταν από το βουνό το οποίο αποτελούσε τον καταλύτη της σκηνικής δράσης όσο και τον χώρο της ανόδου και της πτώσης των πρωταγωνιστών.  Άνοδος και πτώση, η κανονικότητα μιας μη ευτυχισμένης ζωής, ίσως και μιας ευτυχισμένης. Οι μάσκες, ενυπόγραφες καταγγελίες της έντασης του ίδιου του αρχικού κειμένου και συμβολισμοί, ίσως, της ανώτερης ηθικής ( η ηθική της εξωτερικής - και μόνο - ασχήμιας; ) απέναντι στη σύγχρονη, κωδικοποιημένη και μοντέρνα, ηθική του καταναλωτισμού και της κάθε είδους ανωτερότητας. Μέσα από σχόλια, καταπληκτικούς μονολόγους-ραπίσματα και μαύρο χιούμορ η παράσταση γεμίζει από την κριτική της με τα βέλη να στρέφονται προς τις νόρμες της κοινωνίας αλλά και τις προσωπικές οπτασίες μεγαλείου του καθενός από εμάς.

Η σκηνοθεσία μου άρεσε, χωρις να μπορώ να την κατατάξω σε κάποια σχολή. Μοντέρνα ματιά που όρισε δημιουργικά τον κατακερματισμό της σκηνής από το χάος της παρουσίας τόσων ανθρώπων ταυτόχρονα σε αυτή. Τραγούδι, χορός και πρόζα αποτέλεσαν ισότιμους συνομιλητές στη οικονομία της παράστασης βγάζοντας και ορίζοντας μια υπαρκτή συνισταμένη. Η παράσταση ξεκινά εντυπωσιακά με σκηνές δηλητηριώδους χιούμορ, δράσης αλλά και διάδρασης μεταξύ των ηθοποιών, έμπλεη ειρωνεία από (και προς τους ) πρωταγωνιστές της. Η αντίθεση του γέλιου με το σκοτάδι του σκηνικό είναι έντονη και προκαλεί την ανάλογη ένταση.

Στο δεύτερο μισό της, η παράσταση κάνει κοιλιά, ενώ (χωρίς να ξέρω αν είναι ευθύνη του αρχικού κειμένου ή της ερμηνείας του σκηνοθέτη) παρουσιάζεται, σε σημεία, διδακτική και κουράζει. Θεωρώ πως από ένα σημείο και μετά έχασε τη σπιρτάδα και την ενέργεια της βαδίζοντας προς το τέλος. Θα μπορούσε να έχει μικρότερη διάρκεια. Άκρως ενδιαφέρουσα η πρόοδος των χαρακτήρων σε ξεκάθαρες καρικατούρες γελοιότητας. Τα βέλη της κριτικής, πρώτα και κύρια, στρέφονται προς τα μέσα.

Όταν ακολουθείς (ή τουλάχιστον προσπαθείς με τα δικά σου μέσα ) να ακολουθείς το μίτο της πορείας ένας σημαντικού έργου, οι πιθανές διαδρομές είναι πολλές. Μέσα από το κείμενο του Γκόμπροβιτς - και την ερμηνεία του σκηνοθέτη φυσικά - βλέπω μια ξεκάθαρη απογοήτευση για την πλαστή φύση και την ψευτιά του κύριαρχου φαίνεσθαι του σήμερα, μια απογοήτευση για όσους τουλάχιστον συνεχίζουν να αισθάνονται, που τείνει να γίνει ζωτικό σχήμα της περιγραφής της καθημερινότητας μας. Οι πρωτόγονοι δήθεν κατώτεροι, κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες του γορίλα είναι πολύ περισσότερο αληθινοί.