Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Επιθυμώ τα απλά και αυτονόητα



"Έχω την επιθυμία και αισθάνομαι την ανάγκη, για να ζήσω, μιας άλλης κοινωνίας από αυτή που με περιβάλλει. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, μπορώ να ζήσω μέσα σ' αυτήν και να τα βγάζω πέρα - εν πάση περιπτώσει ζω ήδη μέσα σε αυτή την κοινωνία. Όσο κριτικά και αν προσπαθώ να κοιτάξω τον εαυτό μου,ούτε η ικανότητα προσαρμογής μου, ούτε η αφομοίωση της πραγματικότητας από μέρους μου, δεν φαίνονται κατώτερες από το μέσο κοινωνιολογικό όρο. Δεν ζητώ την αθανασία, την πανταχού παρουσία, την παντογνωσία. Δεν ζητώ η κοινωνία να μου δώσει την ευτυχία, ξέρω ότι η ευτυχία δεν είναι μια μερίδα που μοιράζεται με το δελτίο (...) και ξέρω πως, αν αυτό το πράγμα υπάρχει, μόνο εγώ μπορώ να το πραγματοποιήσω για τον εαυτό μου, στα μέτρα μου, όπως μου συνέβη και όπως κατά πάσα πιθανότητα θα μου συμβεί και πάλι. Αλλά μέσα στη ζωή, έτσι όπως είναι φτιαγμένη για εμένα και τους άλλους, σκοντάφτω πάνω σε ένα πλήθος από απαράδεκτα πράγματα, λέω πως δεν είναι μοιραία και πως εξαρτώνται από την οργάνωση της κοινωνίας. Επιθυμώ πρώτα και ζητώ η δουλειά μου να έχει νόημα, να μπορώ να εγκρίνω αυτό για το οποίο χρησιμεύει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, να μου επιτρέπει να ξοδεύομαι πραγματικά και να χρησιμοποιώ τις δυνατότητες μου και ταυτόχρονα να εμπλουτίζομαι και να αναπτύσσομαι. Και λέω ότι αυτό είναι δυνατό, με μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας. Λέω ότι θα ήταν ήδη μια βασική αλλαγή σε αυτή την κατεύθυνση αν με άφηναν να αποφασίζω, μαζί με όλους τους άλλους, τι έχω να κάνω, και με τους συντρόφους μου στη δουλειά, πως να το κάνω.
Επιθυμώ να μπορώ να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στην κοινωνία, να ελέγχω την έκταση και την ποιότητα της πληροφορίας που μου δίνεται. Ζητώ να μπορώ να συμμετέχω άμεσα σε όλες τις κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξη μου ή τη γενική πορεία του κόσμου που ζω. Δεν δέχομαι η τύχη μου να αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδια τους είναι εχθρικά ή απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε παρά νούμερα σε ένα σχέδιο ή πιόνια σε μια σκακιέρα και τελικά η ζωή μου και ο θάνατος μου να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί. Ξέρω παρά πολύ καλά πως η πραγματοποίηση μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, και η ζωή της, δεν θα είναι καθόλου απλές, πως σε κάθε βήμα τους θα συναντούν δύσκολα προβλήματα. (...) Και αν έστω συναντούσαμε την αποτυχία σε αυτό το δρόμο, προτιμώ την αποτυχία σε μια προσπάθεια που έχει νόημα, παρά μια κατάσταση που μένει πριν ακόμη από την αποτυχία ή τη μη αποτυχία, που μένει γελοία.
Επιθυμώ να μπορώ να συναντώ τον άλλον σαν όμοιο με έμενα και απόλυτα διαφορετικό, όχι σαν ένα νούμερο, ούτε σαν ένα βάτραχο σκαρφαλωμένο σε ένα άλλο σκαλοπάτι της ιεραρχίας, των εισοδημάτων και των εξουσιών. (...) Επιθυμώ ο άλλος να είναι ελεύθερος γιατί η ελευθερία μου αρχίζει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου και γιατί, μόνος μου, δεν μπορώ παρά να είμαι στην καλύτερη περίπτωση ενάρετος εν δυστυχία. Δεν υπολογίζω ότι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους, ούτε πως οι ψυχές τους θα γίνουν καθάριες σαν τις βουνίσιες λίμνες. Ξέρω όμως πόσο η σημερινή κουλτούρα βαθαίνει και οξύνει τη δυσκολία τους να υπάρχουν, και να συνυπάρχουν, και βλέπω πως πολλαπλασιάζει στο άπειρο τα εμπόδια στην ελευθερία τους."

Κ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Από τις κασέτες ενός stand-up comedian




Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου με τραβούσαν τα λαϊκά θεάματα. Σε αντίθεση με την ελάχιστη ανεκτικότητα του παρόντος μου η συμμετοχικότητα του κοινού σε παραστάσεις όπως αυτές του θεάτρου σκιών ή ενός κουκλοθέατρου, αποτελούσαν ένα από τα highlights της εμπειρίας. Πέρα από την εσωτερίκευση που κάθε έργο τέχνης απαιτεί, ο θόρυβος, η πρεμούρα και η ένταση της συλλογικής εμπειρίας ήταν αναγκαιότητες στις μικρές μου ηλικίες.

Μου πήρε λίγο καιρό κάμποσα χρόνια πίσω να αποδεχτώ πως το όνομα του ανθρώπου πίσω από τον Χαρρυ Κλυνν ήταν ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης. Είχα αποδεχτεί απόλυτα την περσόνα και αυτό ήταν γεγονός απόλυτα φυσιολογικό στο μυαλό μου. Ο Χάρρυ Κλυνν έχτισε  αυτή την περσόνα, η οποία με τη σειρά της οδήγησε σε κάμποσες άλλες, με την πλήρη συναίσθηση αλλά και επιθυμία της δημιουργίας ενός λαϊκού θεάματος. Το έπραξε με μια ειλικρίνεια η οποία σε οδηγούσε, σε ανάγκαζε θα μπορούσα να πω, να αποδεχθείς απόλυτα το γκροτέσκο τράβηγμα κάθε χαρακτήρα του στα σουρεαλιστικά άκρα του.

Ταυτόχρονα και πάντα με κοινό παρονομαστή τη λαϊκή mainstream απεύθυνση εισήγαγε μια νεωτερικότητα, όπως πολύ σωστά διάβασα σε σχόλιο του τουίτερ. Ήταν stand-up κωμικός προσπαθώντας, όχι όπως συμβαίνει στην Αμερική, να μην είναι απλά ένας σχολιαστής του παραλόγου της καθημερινότητας.  Εισήγαγε, με το δικό του ξεχωριστό τρόπο,  έναν ξεκάθαρο, ωμό, κριτικό και συνάμα αστείο πολιτικό λόγο για τα πρόσωπα της τρέχουσας πολιτικής. Ο δικός του τρόπος περιείχε τη σαφή προσπάθεια να τα κάνει δικά του μιμούμενος τα κάποιες φορές και να τα αποδομήσει παρουσιάζοντας τα μικρά, μυστικά και καθημερινά τους, και μέσα από αυτά να τα περάσει πριονοκορδελα, αναδεικνύοντας την ψεύτικη εικόνα. Φυσικά δεν έμεινε μόνο εκεί, μια και η ειρωνεία για τον μεταπολιτευτικό τύπο του μέσου Έλληνα και Ελληνίδας ήταν δηλητηριώδης.

'Ηταν mainstream και  συχνά λαΐκιζε. Ίσως, λέω τώρα, ποτέ να μην κατάλαβε καν τη δύναμη των εικόνων που μας έδωσε. Χρειάστηκε ο θάνατος του, μέσα στο διάστημα των τελευταίων μηνών που αναμετρώμαι με το παρελθόν, για να συνειδητοποιήσω τη δύναμη των χαρακτήρων του επάνω μου. Όχι πως έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, αλλά θα έπρεπε να το έχω κατανοήσει αρκετά νωρίτερα. Η πρόζα, τα τραγούδια στις κασέτες και τα βίντεο (χωρίς να ξεχνώ τα μπουφονικής ειρωνείας διαφημιστικά του κλιπάκια) υπάρχουν βαθιά μέσα μου. Μια τεράστια δεξαμενή εικόνων και ήχων που στο μερτικό της έχει να σημειώσει πως είναι μια πολύ δυνατή κοινή ανάμνηση με τον πατέρα μου.

Μέσα στο αμάξι η κοινή εμπειρία-ακρόαση της κασέτας λειτουργεί καταπραϋντικά για το πένθος μου. Βωμολοχίες με τις οποίες ερχόμουν για πρώτη φορά σε επαφή. Πολιτικό σχόλιο που με έκανε να απορώ αλλά το ευχαριστιόμουν πάντα 'όπως και τη θεατρική του παρουσία στη λαϊκή επιθεώρηση. Πάντα με την παρουσία του γονιού, του πατέρα μου δηλαδή και χωρίς πολλές-πολλές εξηγήσεις. Μέσα σε αυτό το δίπολο αποδόμησης των αγαπημένων μας  για όσο είναι ζωντανοί και μυθοποίησης τους όταν φεύγουν, μου προκαλεί ένα μικρό σοκ η ελευθεριότητα αυτών των εμπειριών. Και τις ανακαλώ με γέλιο και όχι μόνο.

Δυστυχώς ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης κατάφερε κάποια στιγμή στη ζωή του να μουτζουρώσει με βία όσα είχε πετύχει ο Χάρρυ Κλυνν με τη συμμετοχή του στο κυνικότερο και αθλιότερο ψέμα της Μεταπολίτευσης, την κυβέρνηση της αριστεράς. Σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών αμόρφωτων καρικατούρων που αυτοαποκαλούνται stand-up comedians, o δικός του λόγος εμπεριείχε παιδεία, γνώση και μνήμη. Ευτυχώς η αξιοπρεπέστατη στάση του απέναντι στο θάνατο του γιου του μας θύμισε, τώρα που χρειαζόταν, ξανά τον άνθρωπο πίσω από την εξουσία του δημόσιου προσώπου. Συγχωρεμένος. Υπήρξε πολύ σημαντικός για τον mainstream μεταπολιτευτικό πολιτισμό της Ελλάδας αλλά και για εμένα προσωπικά.

Δε μα χέζεις ρε Νταλάρα με την κριτική σου τώρα. Αλλά Χάρρυ ξέρω τουλάχιστον έναν που θα χαιρόταν πολύ να βρεθείτε τώρα.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Κυψέλη, το νησί της προηγούμενης ημέρας




Η μνήμη και ο τρόπος που τη διαχειριζόμαστε είναι μια εντελώς προσωπική διαδικασία. Και, ίσως, έτσι θα έπρεπε να είναι. Χρειάζεται να αποτελεί απόλυτα κοινό βίωμα μια καταγεγραμένη ιστορία ή περιστατικό ώστε να μιλάμε για κάτι αληθινά κοινό. Κάποιες φορές καταλήγει στα όρια του αστείου το πως δύο ή και περισσότερα άτομα θυμούνται και καταγράφουν ένα σημαντικό γεγονός που βίωσαν από κοινού. Μια πανσπερμία αναμνήσεων έρχεται να βεβηλώσει το προσωπικό focus σε καθένα από εμάς μέσα σε ένα πλαίσιο έκπληξης. "Καλά εγώ ήμουν κάπου αλλού", όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί. Προσωπικά αν δεν έχω μια ενδιαφέρουσα ιστορία να την κάνω αμπαλάζ, προτιμώ πλέον να μην μιλώ για μια έντονη καταγραφή της μνήμης μου.

Προλογίζοντας το Νησί της Προηγούμενης Ημέρας του Ουμπέρτο Έκο, βρίσκω άλλη μια ευκαιρία να μιλήσω για 'μένα. Για το παρελθόν και το παρόν. Έχοντας διαβάσει το Εκκρεμές του Φουκό, όχι πολλά χρόνια πριν, παρέμενα απογοητευμένος με πολλούς τρόπους. Από την προχειρότητα εκείνης της έκδοσης, από την προσπάθεια επίδειξης της, ομολογουμένως εντυπωσιακής, ευρυμάθειας του συγγραφέα. Από την μυστικιστική α λα Νταν Μπράουν λογική της πλοκής, χρόνια πριν αυτός ο συγγραφέας-απατεώνας καταστεί σχεδόν household όνομα. Το Νησί της Προηγούμενης Μέρας αποτελεί το επόμενο χρονικά βιβλίο μετά το Εκκρεμές για τον εξαίρετο δοκιμιογράφο και στοχαστή Έκο.

Οι διαδρομές του μυαλού όλων μας με συναρπάζουν. Διάβασα αυτό το βιβλίο -για την ακρίβεια το δανείστηκα από μια φιλική βιβλιοθήκη- έχοντας όλες τις πιθανότητες, όπως ήδη τις περιέγραψα, εναντίον μου. Επιπλέον, δεν ήξερα με τι καταπιάνεται. Το τελεολογικό γεγονός του θανάτου μαζί με τις δικές μου μεταβάσεις, έχουν αναγάγει τη μνήμη και τη χρήση της στο παρόν μου κομβική υπόθεση για το μέλλον μου. Ο νεαρός Ιταλός πρωταγωνιστής του Έκο, ένας μεσαίου επιπέδου ευγενής, βρίσκεται σε μια ανάλογη κατάσταση, αν και ο συγγραφέας, έντεχνα όσο και πονηρά, μας κλείνει το μάτι για το ποια μεριά της ύπαρξης (τη δική μας ή κάποια άλλη) καταλαμβάνει με την παρουσία του ο νέος. Σαν κάτι υπόγειο και κρυμμένο να με έσπρωξε προς αυτό το βιβλίο, αυτή την αφήγηση.

Μέσα από έναν ορυμαγδό παρατηρήσεων και γνώσεων για τον υλικό κόσμο  δημιουργείται ένα φιλοσοφικό παζλ το οποίο αντί να υπηρετήσει μια χαώδη πλοκή (όπως στο εκκρεμές) δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει ο ίδιος ο αφηγητής. Να μιλήσει για τη ζωή και το θάνατο, για την άφατη ειρωνεία της πραγματικότητας, για την αγάπη, τον έρωτα και τα μίση που μας κρατούν καθηλωμένους. Να υπονοήσει πως -σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ιδεολογιών που καθόρισαν την ανθρώπινη ιστορία- αυτός ο πλανήτης καθοδηγείται από ανώτερες φυσικές δυνάμεις στις οποίες οφείλουμε, εμείς οι μικροί, σεβασμό και υποταγή. Είμαστε μέρος του όλου, όχι ξεχωριστό κομμάτι του και, ναι, Θεός δεν υπάρχει.

Η μνήμη είναι κομβική για τον Έκο σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο, τόσο κομβική όσο η μνήμη στην περιοχή που βρέθηκα να μένω ενάμισι και λίγο παραπάνω χρόνο τώρα. Τόσο όσο σημαντική είναι και για τον ψυχισμό μου. Σε αντίθεση με το βιβλίο όπου κάποιος πολύξερος αλλά και ανοιχτόμυαλος αφηγητής σε καθοδηγεί, αφέθηκα να περιηγηθώ στους δρόμους της Κυψέλης σχεδόν εξ ολοκλήρου στα τυφλά. Όχι πολύ συχνά και μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις έψαξα διαδικτυακά για να περισυλλέξω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τα θραύσματα ιστορίας και μνήμης που τα μάτια μου βίωναν. Η Κυψέλη, με την πρόσφατη "εγκατάλειψη" της και την παλιότερη ακμή της, ήταν και είναι το δικό μου νησί της προηγούμενης μέρας. Ένα νησί της υποβάθμισης ίσως, χωρίς αυτό να αντανακλά την ποιότητα των τωρινών του κατοίκων. Στη θέση των παραδείσιων πουλιών, των μυστηρίων ενός δάσους που δεν μπορώ να πλησιάσω, της θάλασσας με τις εχθρικές της βλέψεις, μπορώ να βρω απόλυτες αναλογίες. Κλειστά και βρώμικα αλλά πανέμορφα εγκαταλελειμένα κτίρια, είσοδοι πολυκατοικιών υψηλής αισθητικής, κτίσματα ονομαστών αρχιτεκτόνων που μαραζώνουν ως φαντάσματα. Μια τεράστια πυκνότητα δόμησης (η κάποτε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κόσμου, ίσως η πρώτη αθηναϊκή περιοχή αληθινής αστικής κατοικίας) που κρύβει ηλικιωμένους ανθρώπους με τον αέρα μιας αστικής προέλευσης ζωής, συναγελαζόμενοι με έναν τεράστιο αριθμό προσφύγων που δίνουν ζωντάνια και ρυθμό στην αποχαύνωση της μεγαλούπολης.

Μιλώντας για μνήμη και ιστορία είναι εύκολο να ξεφύγεις, εφόσον το θέλεις, και να μιλάς για δήθεν μεγαλεία και άλλο τόσο εύκολο να παρεξηγηθείς αρνούμενος τις ομορφιές του παρόντος. Αυτό που κάνει ο Έκο, αυτό που αναγνώρισα εγώ στο βιβλίο του και ένοιωσα πως με κάποιο τρόπο μιλά και για 'μένα, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι η διαχείριση της μνήμης και της γνώσης του παρελθόντος στο σήμερα. Είναι η συγκίνηση για όσα έντονα πέρασαν και η απορία αν αυτά θα έρθουν ξανά, αν τα πρόσωπα θα επιστρέψουν, αν όλο αυτό είναι κύκλος, ευθεία γραμμή ή κάτι άλλο που απαιτεί περισσότερη υπομονή και κατανόηση. Είναι η διαχείριση της θλίψης σε μια ταυτόχρονη πορεία προς τα εμπρός και ποτέ προς τα πίσω. Είναι η αποτύπωση της ομορφιάς που δεν υπάρχει πλέον αλλά και η συνειδητότητα του εφήμερου των πάντων. Είναι η πίστη και η κάβλα πως νέα πράγματα θα εμφανιστούν σε νέες ή και πιο γνώριμες μορφές. Είναι η αγωνία να γίνεσαι σοφότερος και σοφότερη. Και να μην ξεχνάς ποτέ για να μπορείς να προχωράς με μεγαλύτερη σιγουριά. Να αποδέχεσαι το πως είσαι και πως λειτουργείς και να αγαπάς αυτή την ισορροπία. Και, τέλος, επειδή όλοι μας διαβλέπουμε όσα μας κάνουν να ελπίζουμε πιο έντονα, η ελπίδα και  η προσμονή πως όλοι κάπου, κάποτε θα βρεθούμε μαζί, σε ένα νησί,σε μια γειτονιά, σε μια κάποια άλλη διάσταση, βάλε ότι θέλεις, απλά μην τα παρατάς. Όλα κινούνται προς τα μπροστά σε μια μόνιμη μετάβαση.

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Coltrane's resolution



Αυτό το κείμενο, σε διάφορες μορφές, στριφογυρνούσε στο μυαλό από την αρχή της πορείας αυτού του μπλογκ. Τέσσερα χρόνια δηλαδή. Επιθυμούσα να λάβει σάρκα και οστά ως ένα hommage, ένα αφιερωματικό κείμενο, οριστικό για τη δική μου αλήθεια, για τον άνθρωπο που μέσω της τέχνης του με καθόρισε όσο λίγοι. Για τη συγκίνηση της θρησκευτικής εμπειρίας που αποτελεί η ακρόαση των ηχογραφήσεων του. Για τη θλίψη ενός τελειολογικού γεγονότος όπως ο θάνατος μόλις στα σαράντα. Πιθανότατα και για πολλά άλλα, άρρητα και μη φανερά, που κυκλοφορούσαν καιρό τώρα αμέριμνα ανάμεσα στα κύτταρα της ψυχής μου, ξεκάθαρη αντίδραση στη δράση της μουσικής του.

Είχα σηκώσει τον πήχυ αρκετά ψηλά, όχι τόσο για τις απαιτήσεις ποιότητας, μην με παρεξηγείς, αλλά για την προσπάθεια να εκφράσω όλα όσα επιθυμώ για αυτόν και τη μουσική του. Μου πήρε πολύ καιρό. Το άνοιγμα μια χαραμάδας φωτός σε μια κεντρική ιδέα που συνεχώς μου ξέφευγε ήρθε από τον αγαπημένο μου -έχει φύγει πια από αυτή τη διάσταση- Rashied Ali. Μιλώντας για τον ίδιο τον John Coltrane, με το θαυμασμό για έναν δάσκαλο να συνοδεύει την αγάπη για τον αδερφό, σε μια, φαινομενικά, άσχετη στιγμή, σε μια συνέντευξη για αυτό το άλμπουμ, μίλησε για την επίλυση που έφερε ο Coltrane. Στη μουσική του, στη ζωή του, στην πνευματικότητα που κατέκλυσε την ύπαρξη του σε ολόκληρη της διάρκεια της. Για τον τρόπο που αυτή έφτιαξε τη διαδρομή της προς όλες και όλους εμάς.

Ξαφνικά αυτή η ατάκα του σπουδαίου ντράμερ και περκασιονίστα (τον οποίο είχα την τύχη να προλάβω σε συναυλία) μου άνοιξε την πόρτα στα συναισθήματα που χτίζονταν μέσα μου, μέσω ακροάσεων, σκέψεων και προβληματισμών. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του το σώμα του ψυχοραγούσε ταλαιπωρημένο από μια αρρώστια. Δεν μπορώ να διανοηθώ, όμως, πως ήταν μοναχά αυτό. Το πνεύμα του εγκλωβιζόταν μεταξύ μιας  ωμής πραγματικότητας, και της ανάγκης της ανύψωσης, Ascencion.  Πόσο πιο ξεκάθαρα να το εξέφραζε; Καθώς, λοιπόν, η φυσική του ύπαρξη φυλλορροούσε, το πνεύμα του ανυψωνόταν όλο και πιο γρήγορα σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μια ασταθέστατη ισορροπία. Μάρτυρας όλου αυτού η ίδια η μουσική, ένα συνεχώς διαστελόμενο σύμπαν. Μια κοσμική μουσική για να θυμηθώ το μετά θάνατον άλμπουμ με τη γυναίκα του την Alice Coltrane. H Alice λοιπόν. Εκείνη η ευγενική εύθραυστη παρουσία στο εξώφυλλο του Live at the Village Vangueard Again!,η οποία μαζί με την αστείρευτη αγάπη για τον άντρα της πρόσθεσε μια εσωτερικότητα στις τελευταίες ηχογραφήσεις της ομάδας μουσικών που τον συνόδευε. Η αγαπημένη μου Alice δεν ήταν, όπως ξεκάθαρα απέδειξαν οι δικές της ηχητικές καταθέσεις στους τελευταίους άπιστους Θωμάδες, μια συνοδευτική κυρία του κυρίου. Η αυθυπαρξία της μετέδιδε τα ηχητικά κύματα μιας εσωστρέφειας σε όλους, με τον ίδιο τρόπο που άγγιζε τα πλήκτρα του πιάνου. Αυτή η εσωτερικότητα μετατράπηκε σε έντονη θλίψη μετά το θάνατο του και αυτή με τη σειρά της μας έδωσε έργα μεγαλειώδη. Πριν λίγα χρόνια τον ξαναβρήκε, κάπου σε μια άλλη διάσταση.

Πριν κάμποσα χρόνια βρέθηκα στη μέση μιας κουβέντας για τον ίδιο τον Coltrane. Ήταν από αυτές τις ξερολίστικες συζητήσεις των χιπστερς για τους οποίους μουσική είναι να μετράς τις μπάρες, τις γέφυρες και τις ανανεωτικές τάσεις στην κανονικότητα μιας μουσικής για γνωρίζοντες και διαβασμένους. Βγήκα γρήγορα από αυτή τη δίνη βαρεμάρας και ακαδημαϊσμού. Όλως τυχαίως κάθε τέτοια κουβέντα, σχεδόν για κάθε μουσικό, αφήνει απέξω τις πιο δημιουργικές, ελεύθερες, σχεδόν αναρχικές τους στιγμές για να συμπεριλάβει μόνο όσα μπορούν να περιγραφούν (αρά και να προσδώσουν αξία και κύρος) στην υπάρχουσα νοηματοδότηση του καλού και του ωραίου. Οι ηχογραφήσεις που στην ουσία ξεκινούν από το 1963 αλλά με κυρίως ορόσημο τα τέλη του 1964 και το A Love Supreme επιτίθενται με ιδιαίτερη βιαιότητα στο παραπάνω σαθρό σχήμα. Δεν ήταν μόνο το A Love Supreme αν και αποτελεί ορόσημο. Τόσο τα studio albums όσο και οι ανεπανάληπτες live εμφανίσεις πoy διασώθηκαν, μιλούν την ίδια γλώσσα: αυτής της πνευματικής έξαρσης και ολοκλήρωσης, τη γλώσσα της απόλυτης ελευθερίας. Ως πραγματικός φαν, οφείλω να σου ομολογήσω, ψάχνω συνεχώς για αυτές τις μεταλαμπαδεύσεις ενέργειας και πάθους από εκείνη τη χρονική περίοδο.

Μέσα από αυτές τις καταθέσεις φωτιάς αναδύεται ένας άνθρωπος, the son όπως τον έλεγε ο Albert Ayler, ο Pharoah Sanders και το σαξόφωνο του, ένα όπλο ενάντια στην αποξένωση της μοντέρνας κουλτούρας. Η καριέρα του Pharoah Sanders έφτασε στο peak της πολύ νωρίς με τα εναλλασσόμενα κουιντέτα του Coltrane που, το γνωρίζω, αδικώ ξεκάθαρα τη συνέχεια, γεμάτη ανάλογα πάθη και πνευματικότητα, αυτής της πορείας. Είναι μόνο εκεί, χρονικά και χωρικά, αλλά και ελάχιστα μετά για όσο η φωτιά της ζωντανής παρουσίας του Coltrane έκαιγε που μπορώ να τον ακούσω. Πουθενά αλλού.

Ήταν Ιούλιος του 1967 όταν ο John Coltrane φεύγοντας σόκαρε την αφροαμερικάνικη κοινότητα σε βαθμό ανάλογο με τη δολοφονία του Malcolm δύο και μισό χρόνια πριν. Το σοκ ήταν τεράστιο για την ευαίσθητη ψυχή του Ayler, όπως αυτό καθίσταται φανερό από το παίξιμο του, αφιερωματικό και άκρως θρηνώδες, στη  κηδεία. Κάνω ένα άλμα στο συναίσθημα, αλλά πιστεύω πως εκείνη η μέρα αποτέλεσε μια ρωγμή στο χρόνο ριζώνοντας μια βαθιά αντίθεση μεταξύ του υπαρκτού που αποτελούσε ο υλικός θάνατος και του άυλου, της μουσικής του δηλαδή, η οποία ρίζωσε για τα καλά και για πάντα στην ιστορία αυτού του πλανήτη.

Πριν λίγα χρόνια ο Steve Lake ισορροπώντας μεταξύ συναισθήματος και εξυπνάδας, χαρακτήρισε το Ascencion και τους δαίμονες που εκτόξευσε στα προσωπικά σύμπαντα πολλών ανθρώπων, ως το κουτί της Πανδώρας το οποίο η μουσική βιομηχανία προσπάθησε σθεναρά να κρατήσει κλειστό. Η ίδια μουσική βιομηχανία που δημιουργεί μύθους και αγιογραφίες στα οποία πρέπει να στεκόμαστε απέναντι. Μέσα σε αυτό πλαίσιο δεν επιθυμώ να μιλήσω για την ιδιοκτησιακής λογικής μουσική "του" John Coltrane. Αλλά για τη συλλογική πραγμάτωση (collective sound) μιας αντιεγωιστικής και αντιιεραρχικής ουσιοκρατίας, ικανής να αλλάξει τη σκέψη μας. Ψήγματα αυτής της λογικής, διδάγματα αυτής της σοφίας, μπορεί κανείς να βρει σε ένα μεγάλο φάσμα της μοντέρνας μαύρης μουσικής. Από το conscious hip-hop των 90's, στην ψυχεδελική soul του σήμερα, στα εκστατικά όσο και funky τζαζ τζαμαρίσματα πολλών σημερινών καλλιτεχνών. Ακόμη και το αρτηριοσκληρωτικό mainstream όπου εκτός λίγων hyped ονομάτων που δεν αξίζει να αναφέρω, το πνεύμα μιας αισθαντικής παθιασμένης πνευματικότητας (διαμέσου του κύριου καταλύτη της, της τζαζ) αποτελεί ακόμη δυνατό πυρήνα δημιουργίας.

Θέλησα μόνο να εκφράσω της αγάπη μου, επιτέλους.