Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Κυψέλη, το νησί της προηγούμενης ημέρας




Η μνήμη και ο τρόπος που τη διαχειριζόμαστε είναι μια εντελώς προσωπική διαδικασία. Και, ίσως, έτσι θα έπρεπε να είναι. Χρειάζεται να αποτελεί απόλυτα κοινό βίωμα μια καταγεγραμένη ιστορία ή περιστατικό ώστε να μιλάμε για κάτι αληθινά κοινό. Κάποιες φορές καταλήγει στα όρια του αστείου το πως δύο ή και περισσότερα άτομα θυμούνται και καταγράφουν ένα σημαντικό γεγονός που βίωσαν από κοινού. Μια πανσπερμία αναμνήσεων έρχεται να βεβηλώσει το προσωπικό focus σε καθένα από εμάς μέσα σε ένα πλαίσιο έκπληξης. "Καλά εγώ ήμουν κάπου αλλού", όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί. Προσωπικά αν δεν έχω μια ενδιαφέρουσα ιστορία να την κάνω αμπαλάζ, προτιμώ πλέον να μην μιλώ για μια έντονη καταγραφή της μνήμης μου.

Προλογίζοντας το Νησί της Προηγούμενης Ημέρας του Ουμπέρτο Έκο, βρίσκω άλλη μια ευκαιρία να μιλήσω για 'μένα. Για το παρελθόν και το παρόν. Έχοντας διαβάσει το Εκκρεμές του Φουκό, όχι πολλά χρόνια πριν, παρέμενα απογοητευμένος με πολλούς τρόπους. Από την προχειρότητα εκείνης της έκδοσης, από την προσπάθεια επίδειξης της, ομολογουμένως εντυπωσιακής, ευρυμάθειας του συγγραφέα. Από την μυστικιστική α λα Νταν Μπράουν λογική της πλοκής, χρόνια πριν αυτός ο συγγραφέας-απατεώνας καταστεί σχεδόν household όνομα. Το Νησί της Προηγούμενης Μέρας αποτελεί το επόμενο χρονικά βιβλίο μετά το Εκκρεμές για τον εξαίρετο δοκιμιογράφο και στοχαστή Έκο.

Οι διαδρομές του μυαλού όλων μας με συναρπάζουν. Διάβασα αυτό το βιβλίο -για την ακρίβεια το δανείστηκα από μια φιλική βιβλιοθήκη- έχοντας όλες τις πιθανότητες, όπως ήδη τις περιέγραψα, εναντίον μου. Επιπλέον, δεν ήξερα με τι καταπιάνεται. Το τελεολογικό γεγονός του θανάτου μαζί με τις δικές μου μεταβάσεις, έχουν αναγάγει τη μνήμη και τη χρήση της στο παρόν μου κομβική υπόθεση για το μέλλον μου. Ο νεαρός Ιταλός πρωταγωνιστής του Έκο, ένας μεσαίου επιπέδου ευγενής, βρίσκεται σε μια ανάλογη κατάσταση, αν και ο συγγραφέας, έντεχνα όσο και πονηρά, μας κλείνει το μάτι για το ποια μεριά της ύπαρξης (τη δική μας ή κάποια άλλη) καταλαμβάνει με την παρουσία του ο νέος. Σαν κάτι υπόγειο και κρυμμένο να με έσπρωξε προς αυτό το βιβλίο, αυτή την αφήγηση.

Μέσα από έναν ορυμαγδό παρατηρήσεων και γνώσεων για τον υλικό κόσμο  δημιουργείται ένα φιλοσοφικό παζλ το οποίο αντί να υπηρετήσει μια χαώδη πλοκή (όπως στο εκκρεμές) δίνει τη δυνατότητα να μιλήσει ο ίδιος ο αφηγητής. Να μιλήσει για τη ζωή και το θάνατο, για την άφατη ειρωνεία της πραγματικότητας, για την αγάπη, τον έρωτα και τα μίση που μας κρατούν καθηλωμένους. Να υπονοήσει πως -σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ιδεολογιών που καθόρισαν την ανθρώπινη ιστορία- αυτός ο πλανήτης καθοδηγείται από ανώτερες φυσικές δυνάμεις στις οποίες οφείλουμε, εμείς οι μικροί, σεβασμό και υποταγή. Είμαστε μέρος του όλου, όχι ξεχωριστό κομμάτι του και, ναι, Θεός δεν υπάρχει.

Η μνήμη είναι κομβική για τον Έκο σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο, τόσο κομβική όσο η μνήμη στην περιοχή που βρέθηκα να μένω ενάμισι και λίγο παραπάνω χρόνο τώρα. Τόσο όσο σημαντική είναι και για τον ψυχισμό μου. Σε αντίθεση με το βιβλίο όπου κάποιος πολύξερος αλλά και ανοιχτόμυαλος αφηγητής σε καθοδηγεί, αφέθηκα να περιηγηθώ στους δρόμους της Κυψέλης σχεδόν εξ ολοκλήρου στα τυφλά. Όχι πολύ συχνά και μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις έψαξα διαδικτυακά για να περισυλλέξω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τα θραύσματα ιστορίας και μνήμης που τα μάτια μου βίωναν. Η Κυψέλη, με την πρόσφατη "εγκατάλειψη" της και την παλιότερη ακμή της, ήταν και είναι το δικό μου νησί της προηγούμενης μέρας. Ένα νησί της υποβάθμισης ίσως, χωρίς αυτό να αντανακλά την ποιότητα των τωρινών του κατοίκων. Στη θέση των παραδείσιων πουλιών, των μυστηρίων ενός δάσους που δεν μπορώ να πλησιάσω, της θάλασσας με τις εχθρικές της βλέψεις, μπορώ να βρω απόλυτες αναλογίες. Κλειστά και βρώμικα αλλά πανέμορφα εγκαταλελειμένα κτίρια, είσοδοι πολυκατοικιών υψηλής αισθητικής, κτίσματα ονομαστών αρχιτεκτόνων που μαραζώνουν ως φαντάσματα. Μια τεράστια πυκνότητα δόμησης (η κάποτε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κόσμου, ίσως η πρώτη αθηναϊκή περιοχή αληθινής αστικής κατοικίας) που κρύβει ηλικιωμένους ανθρώπους με τον αέρα μιας αστικής προέλευσης ζωής, συναγελαζόμενοι με έναν τεράστιο αριθμό προσφύγων που δίνουν ζωντάνια και ρυθμό στην αποχαύνωση της μεγαλούπολης.

Μιλώντας για μνήμη και ιστορία είναι εύκολο να ξεφύγεις, εφόσον το θέλεις, και να μιλάς για δήθεν μεγαλεία και άλλο τόσο εύκολο να παρεξηγηθείς αρνούμενος τις ομορφιές του παρόντος. Αυτό που κάνει ο Έκο, αυτό που αναγνώρισα εγώ στο βιβλίο του και ένοιωσα πως με κάποιο τρόπο μιλά και για 'μένα, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι η διαχείριση της μνήμης και της γνώσης του παρελθόντος στο σήμερα. Είναι η συγκίνηση για όσα έντονα πέρασαν και η απορία αν αυτά θα έρθουν ξανά, αν τα πρόσωπα θα επιστρέψουν, αν όλο αυτό είναι κύκλος, ευθεία γραμμή ή κάτι άλλο που απαιτεί περισσότερη υπομονή και κατανόηση. Είναι η διαχείριση της θλίψης σε μια ταυτόχρονη πορεία προς τα εμπρός και ποτέ προς τα πίσω. Είναι η αποτύπωση της ομορφιάς που δεν υπάρχει πλέον αλλά και η συνειδητότητα του εφήμερου των πάντων. Είναι η πίστη και η κάβλα πως νέα πράγματα θα εμφανιστούν σε νέες ή και πιο γνώριμες μορφές. Είναι η αγωνία να γίνεσαι σοφότερος και σοφότερη. Και να μην ξεχνάς ποτέ για να μπορείς να προχωράς με μεγαλύτερη σιγουριά. Να αποδέχεσαι το πως είσαι και πως λειτουργείς και να αγαπάς αυτή την ισορροπία. Και, τέλος, επειδή όλοι μας διαβλέπουμε όσα μας κάνουν να ελπίζουμε πιο έντονα, η ελπίδα και  η προσμονή πως όλοι κάπου, κάποτε θα βρεθούμε μαζί, σε ένα νησί,σε μια γειτονιά, σε μια κάποια άλλη διάσταση, βάλε ότι θέλεις, απλά μην τα παρατάς. Όλα κινούνται προς τα μπροστά σε μια μόνιμη μετάβαση.

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Coltrane's resolution



Αυτό το κείμενο, σε διάφορες μορφές, στριφογυρνούσε στο μυαλό από την αρχή της πορείας αυτού του μπλογκ. Τέσσερα χρόνια δηλαδή. Επιθυμούσα να λάβει σάρκα και οστά ως ένα hommage, ένα αφιερωματικό κείμενο, οριστικό για τη δική μου αλήθεια, για τον άνθρωπο που μέσω της τέχνης του με καθόρισε όσο λίγοι. Για τη συγκίνηση της θρησκευτικής εμπειρίας που αποτελεί η ακρόαση των ηχογραφήσεων του. Για τη θλίψη ενός τελειολογικού γεγονότος όπως ο θάνατος μόλις στα σαράντα. Πιθανότατα και για πολλά άλλα, άρρητα και μη φανερά, που κυκλοφορούσαν καιρό τώρα αμέριμνα ανάμεσα στα κύτταρα της ψυχής μου, ξεκάθαρη αντίδραση στη δράση της μουσικής του.

Είχα σηκώσει τον πήχυ αρκετά ψηλά, όχι τόσο για τις απαιτήσεις ποιότητας, μην με παρεξηγείς, αλλά για την προσπάθεια να εκφράσω όλα όσα επιθυμώ για αυτόν και τη μουσική του. Μου πήρε πολύ καιρό. Το άνοιγμα μια χαραμάδας φωτός σε μια κεντρική ιδέα που συνεχώς μου ξέφευγε ήρθε από τον αγαπημένο μου -έχει φύγει πια από αυτή τη διάσταση- Rashied Ali. Μιλώντας για τον ίδιο τον John Coltrane, με το θαυμασμό για έναν δάσκαλο να συνοδεύει την αγάπη για τον αδερφό, σε μια, φαινομενικά, άσχετη στιγμή, σε μια συνέντευξη για αυτό το άλμπουμ, μίλησε για την επίλυση που έφερε ο Coltrane. Στη μουσική του, στη ζωή του, στην πνευματικότητα που κατέκλυσε την ύπαρξη του σε ολόκληρη της διάρκεια της. Για τον τρόπο που αυτή έφτιαξε τη διαδρομή της προς όλες και όλους εμάς.

Ξαφνικά αυτή η ατάκα του σπουδαίου ντράμερ και περκασιονίστα (τον οποίο είχα την τύχη να προλάβω σε συναυλία) μου άνοιξε την πόρτα στα συναισθήματα που χτίζονταν μέσα μου, μέσω ακροάσεων, σκέψεων και προβληματισμών. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του το σώμα του ψυχοραγούσε ταλαιπωρημένο από μια αρρώστια. Δεν μπορώ να διανοηθώ, όμως, πως ήταν μοναχά αυτό. Το πνεύμα του εγκλωβιζόταν μεταξύ μιας  ωμής πραγματικότητας, και της ανάγκης της ανύψωσης, Ascencion.  Πόσο πιο ξεκάθαρα να το εξέφραζε; Καθώς, λοιπόν, η φυσική του ύπαρξη φυλλορροούσε, το πνεύμα του ανυψωνόταν όλο και πιο γρήγορα σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μια ασταθέστατη ισορροπία. Μάρτυρας όλου αυτού η ίδια η μουσική, ένα συνεχώς διαστελόμενο σύμπαν. Μια κοσμική μουσική για να θυμηθώ το μετά θάνατον άλμπουμ με τη γυναίκα του την Alice Coltrane. H Alice λοιπόν. Εκείνη η ευγενική εύθραυστη παρουσία στο εξώφυλλο του Live at the Village Vangueard Again!,η οποία μαζί με την αστείρευτη αγάπη για τον άντρα της πρόσθεσε μια εσωτερικότητα στις τελευταίες ηχογραφήσεις της ομάδας μουσικών που τον συνόδευε. Η αγαπημένη μου Alice δεν ήταν, όπως ξεκάθαρα απέδειξαν οι δικές της ηχητικές καταθέσεις στους τελευταίους άπιστους Θωμάδες, μια συνοδευτική κυρία του κυρίου. Η αυθυπαρξία της μετέδιδε τα ηχητικά κύματα μιας εσωστρέφειας σε όλους, με τον ίδιο τρόπο που άγγιζε τα πλήκτρα του πιάνου. Αυτή η εσωτερικότητα μετατράπηκε σε έντονη θλίψη μετά το θάνατο του και αυτή με τη σειρά της μας έδωσε έργα μεγαλειώδη. Πριν λίγα χρόνια τον ξαναβρήκε, κάπου σε μια άλλη διάσταση.

Πριν κάμποσα χρόνια βρέθηκα στη μέση μιας κουβέντας για τον ίδιο τον Coltrane. Ήταν από αυτές τις ξερολίστικες συζητήσεις των χιπστερς για τους οποίους μουσική είναι να μετράς τις μπάρες, τις γέφυρες και τις ανανεωτικές τάσεις στην κανονικότητα μιας μουσικής για γνωρίζοντες και διαβασμένους. Βγήκα γρήγορα από αυτή τη δίνη βαρεμάρας και ακαδημαϊσμού. Όλως τυχαίως κάθε τέτοια κουβέντα, σχεδόν για κάθε μουσικό, αφήνει απέξω τις πιο δημιουργικές, ελεύθερες, σχεδόν αναρχικές τους στιγμές για να συμπεριλάβει μόνο όσα μπορούν να περιγραφούν (αρά και να προσδώσουν αξία και κύρος) στην υπάρχουσα νοηματοδότηση του καλού και του ωραίου. Οι ηχογραφήσεις που στην ουσία ξεκινούν από το 1963 αλλά με κυρίως ορόσημο τα τέλη του 1964 και το A Love Supreme επιτίθενται με ιδιαίτερη βιαιότητα στο παραπάνω σαθρό σχήμα. Δεν ήταν μόνο το A Love Supreme αν και αποτελεί ορόσημο. Τόσο τα studio albums όσο και οι ανεπανάληπτες live εμφανίσεις πoy διασώθηκαν, μιλούν την ίδια γλώσσα: αυτής της πνευματικής έξαρσης και ολοκλήρωσης, τη γλώσσα της απόλυτης ελευθερίας. Ως πραγματικός φαν, οφείλω να σου ομολογήσω, ψάχνω συνεχώς για αυτές τις μεταλαμπαδεύσεις ενέργειας και πάθους από εκείνη τη χρονική περίοδο.

Μέσα από αυτές τις καταθέσεις φωτιάς αναδύεται ένας άνθρωπος, the son όπως τον έλεγε ο Albert Ayler, ο Pharoah Sanders και το σαξόφωνο του, ένα όπλο ενάντια στην αποξένωση της μοντέρνας κουλτούρας. Η καριέρα του Pharoah Sanders έφτασε στο peak της πολύ νωρίς με τα εναλλασσόμενα κουιντέτα του Coltrane που, το γνωρίζω, αδικώ ξεκάθαρα τη συνέχεια, γεμάτη ανάλογα πάθη και πνευματικότητα, αυτής της πορείας. Είναι μόνο εκεί, χρονικά και χωρικά, αλλά και ελάχιστα μετά για όσο η φωτιά της ζωντανής παρουσίας του Coltrane έκαιγε που μπορώ να τον ακούσω. Πουθενά αλλού.

Ήταν Ιούλιος του 1967 όταν ο John Coltrane φεύγοντας σόκαρε την αφροαμερικάνικη κοινότητα σε βαθμό ανάλογο με τη δολοφονία του Malcolm δύο και μισό χρόνια πριν. Το σοκ ήταν τεράστιο για την ευαίσθητη ψυχή του Ayler, όπως αυτό καθίσταται φανερό από το παίξιμο του, αφιερωματικό και άκρως θρηνώδες, στη  κηδεία. Κάνω ένα άλμα στο συναίσθημα, αλλά πιστεύω πως εκείνη η μέρα αποτέλεσε μια ρωγμή στο χρόνο ριζώνοντας μια βαθιά αντίθεση μεταξύ του υπαρκτού που αποτελούσε ο υλικός θάνατος και του άυλου, της μουσικής του δηλαδή, η οποία ρίζωσε για τα καλά και για πάντα στην ιστορία αυτού του πλανήτη.

Πριν λίγα χρόνια ο Steve Lake ισορροπώντας μεταξύ συναισθήματος και εξυπνάδας, χαρακτήρισε το Ascencion και τους δαίμονες που εκτόξευσε στα προσωπικά σύμπαντα πολλών ανθρώπων, ως το κουτί της Πανδώρας το οποίο η μουσική βιομηχανία προσπάθησε σθεναρά να κρατήσει κλειστό. Η ίδια μουσική βιομηχανία που δημιουργεί μύθους και αγιογραφίες στα οποία πρέπει να στεκόμαστε απέναντι. Μέσα σε αυτό πλαίσιο δεν επιθυμώ να μιλήσω για την ιδιοκτησιακής λογικής μουσική "του" John Coltrane. Αλλά για τη συλλογική πραγμάτωση (collective sound) μιας αντιεγωιστικής και αντιιεραρχικής ουσιοκρατίας, ικανής να αλλάξει τη σκέψη μας. Ψήγματα αυτής της λογικής, διδάγματα αυτής της σοφίας, μπορεί κανείς να βρει σε ένα μεγάλο φάσμα της μοντέρνας μαύρης μουσικής. Από το conscious hip-hop των 90's, στην ψυχεδελική soul του σήμερα, στα εκστατικά όσο και funky τζαζ τζαμαρίσματα πολλών σημερινών καλλιτεχνών. Ακόμη και το αρτηριοσκληρωτικό mainstream όπου εκτός λίγων hyped ονομάτων που δεν αξίζει να αναφέρω, το πνεύμα μιας αισθαντικής παθιασμένης πνευματικότητας (διαμέσου του κύριου καταλύτη της, της τζαζ) αποτελεί ακόμη δυνατό πυρήνα δημιουργίας.

Θέλησα μόνο να εκφράσω της αγάπη μου, επιτέλους.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Όταν σου κάνω έρωτα





Για τη Γουίλις


Όταν σου κάνω έρωτα
προσπαθώ
     κάθε άγγιγμα της γλώσσας μου
     να είναι δήλωση
 σ' αγαπώ
     πείραγμα
σ' αγαπώ
     σφυροκόπημα
σ'αγαπώ
     λιώσιμο
σ' αγαπώ


και οι ήχοι σου ξεχύνονται
   θεέ μου!
     χριστέ μου!
        και σκέφτομαι
ορίστε,  κάποιος τύπος
παίρνει πάλι τα εύσημα
         για όσα
          έκανε
          μια γυναίκα.

Πατ Πάρκερ, αφροαμερικανίδα λεσβία ποιήτρια που άφησε αυτή τη διάσταση σε ηλικία μόλις 45 ετών (από μια έκδοση 8 ποιημάτων της από το Τεφλόν και τη Μιγάδα).



Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Ο αέρας της ελεύθερης ζωής ευδοκιμεί παντού

αντάρτες στον Πυξό των Πρεσπών


..."Μες στο νοσοκομείο όμως, μακρυά απ' τις ταλαιπωρίες του βουνού, επικρατούσε κλίμα σιγουριάς και ζωής ελεύθερης. Οι νέοι τραυματίες μετά τις πρώτες μέρες, αφού οι πόνοι τους είχα ελαττωθεί, είχαν ξεκουραστεί, ξεψειριαστεί, πλυθεί και χορτάσει, ξεχνούσαν και αυτοί τι συνέβαινε έξω από τα τείχη: ήσαν εύθυμοι και καλαμπουρτζήδες. Κάθε απογευματάκι βγαίναν στα προαύλια των σπιτιών, κάθονταν σταυροπόδι χάμω, σε μεγάλους κύκλους, και στήναν το παιχνίδι - και όσοι βαστούσαν το χορό. Διηγούνταν μάχες νικηφόρες, εύθυμα ανέκδοτα, ακόμη και παραμύθια.
 Συχνά διοργάνωναν πετυχημένες θεατρικές παραστάσεις εκ των ενόντων. Οι περισσότερες είχαν θέματα του αγώνα της καθημερινής ζωής. Τα θέματα τα αυτοσχεδίαζαν.  Μόνοι τους είχαν κατασκευάσει ειδική αίθουσα σε ευρύχωρο διώροφο, απ' αυτά των μεταναστών της Αμερικής. Εκεί δίνονταν παραστάσεις σε επετείους και γιορτές."...

Καίτη Νικολέττου - Γκιζελή (από το βιβλίο Διαθέσαμε τη ζωή μας...Ο Εμφύλιος σε Α' Ενικό)