Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Dafne Vicente-Sandoval "Solo II" ( J.Ullmann) στο Ωδείο για την Documenta 14




Γνωρίζω τη Dafne Vicente-Sandoval από τις θαυμάσιες ηχογραφήσεις της στην Potlatch, όπου ο μινιμαλισμός συνδέεται οργανικά με τις εντάσεις του ηχοχρώματος του bassoon, ένα ιδιαίτερο μουσικό όργανο, ικανό - όπως όλα τα πνευστά -να λειτουργήσει κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Οι εμφανίσεις τής, είτε μιλάμε για studio ηχογραφήσεις, είτε ζωντανά, προδίδουν την εύθραυστη παρουσία της.

Η παρουσία του ίδιου του Jacob Ullmann στο Ωδείο: έμοιαζε να αγωνιά, ήταν συμπαθητικός και διακριτικός χωρίς καθόλου τον αέρα ακαδημαϊσμού που διακρίνει πολλούς σταρ της αβάν-γκαρντ εδώ και δεκαετίες. Το έργο του, το Solo II for trombone/bassoon είναι μια σύνθεση που αφήνει αρκετή ελευθερία στον μουσικό ( έντονη η επιθυμία του Ullmann πάνω σε αυτό ), απαιτώντας, παράλληλα τη σιωπή από το κοινό. Η επιμονή στην λεπτομέρεια που επιζητά την ησυχία για να αναδειχθεί, συνδυάζεται με μια θεμελιακή αναρχική ευελιξία του αρχικού score. To Solo II καθίσταται εξαιρετικά απαιτητικό τόσο για τον μουσικό, όσο και για τον ακροατή σωματικά και πνευματικά. Πρέπει να είσαι εκεί αποφασισμένος πως θα ακούσεις, θα προσέξεις, θα παρατηρήσεις και θα αφουγκραστείς.

Έχω σαφές πρόβλημα με την υποχρεωτική, συχνά-πυκνά, επιλογή να παρακολουθείς καθιστός μια live performance. Στην προκειμένη περίπτωση - αναλογιζόμενος τις παραπάνω συνισταμένες - δεν μπορoύσα νa βρω εναλλακτική. Η συναυλία ακολουθούσε την πορεία μιας ημιτονοειδούς συνάρτησης: κοιλάδες ησυχίας και περίσκεψης ακολουθούνταν από όροι εντάσεων όπου η κανονιστική αρχή του έργου απαιτούσε να είσαι εκεί, διαφορετικά σε προσπερνούσε.




Ρεαλιστικά, ο αποστειρωμένος χώρος του Ωδείου δεν έφερε το κοινό και την καλλιτέχνη πλησιέστερα, ούτε και εξίσωσε τα δύο μέρη. Περισσότερο και από το ίδιο το έργο ήταν η παρουσία του συνθέτη που προσέφερε μια μεγαλύτερη οικειότητα και άνεση στον ακροατή. Θεωρώντας τον Jacob Ullmann έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες-φορείς της μουσικής πρωτοπορίας των τελευταίων σαράντα ετών, το Solo II οριοθέτησε μέσα μου κάτι, σχεδόν, εντελώς, νέο, που δεν γνωρίζω ( αλλά το εύχομαι ) να ήταν μέσα στις επιθυμίες και του ίδιου. Μου έδωσε τον προσωπικό χώρο να αναπνεύσω μαζί με τις δικές μου σκέψεις και τα δικά μου συναισθήματα ανάμεσα στις εντάσεις που με κρατούσαν καθηλωμένο στη συγκεκριμένη πραγματικότητα εκείνης της ώρας και αυτού του χώρου.

Μετά την αρτηριοσκλήρωση των μεταπολεμικών μουσικών πρωτοποριών,έχω έντονα μέσα μου την παραπάνω πραγμάτωση ως το ευκταίο για τη σύγχρονη αβάν-γκαρντ και ο Ullmann με το συγκεκριμένο αλλά και άλλα έργα του το πετυχαίνει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Κιμ Κι Ντουκ παράγει πολιτική με "Το Δίχτυ"





Καθώς μεγαλώνω η επιθυμία για συγκεκριμένες (και δη πολιτικές ) απαντήσεις από την τέχνη του κινηματογράφου βαίνει συνεχώς μειούμενη. Το παραπάνω αποτελεί βασική αιτία αργοπορίας αυτό του σχολίου, μια η ταινία παίζεται εδώ και εβδομάδες. Θεωρώ, ξεκάθαρα, καθετί που ξεκινά την πορεία στη δημόσια σφαίρα πολιτικό, οπότε πλέον είμαι αρκετά αμφίθυμος όταν η πολιτική τοποθέτηση εκφράζεται με κραυγαλέα μέσα. Αυτή τη στιγμή γενικεύω, προσπαθώντας να δώσω μια συνισταμένη μια και Το Δίχτυ παίρνει αλλά και συνάμα δεν παίρνει θέση.

Παρακολουθώντας τον Κιμ Κι Ντουκ ως γνωστό σκηνοθέτη που δεν πολυβλέπω τις ταινίες του, μπορώ μόνο και πάλι να γενικεύσω: δεν ξέρω πως λειτουργεί στο θυμικό του ο διαχωρισμός στη χερσόνησο της Κορέας, μπορώ μόνο να υποθέσω πως τον πονά (αυτόν και τόσους άλλους και άλλες εκεί), όπως καθετί βίαιο και τεχνητό που, παράλληλα, δεν αποτελεί μια μακρινή χρονική ανάμνηση, ούτε απέχει γεωγραφικά πολύ. Όπως και στην περίπτωση της Κύπρου - με πολύ μεγαλύτερη ένταση όμως - η διαίρεση αποτελεί μια τραγική καθημερινότητα.

Η ιστορία ανήκει στον  οικογενειάρχη ψαρά που ζει ήσυχα και σαφέστατα φτωχικά, με τον ποταμό που ψαρεύει να αποτελεί το σύνορο δύο χωρών και δύο κόσμων.  Όταν η μηχανή της βάρκας χαλάει, το ρεύμα τον παρασύρει στο νότο και οι κάθε είδους περιπέτειες ξεκινούν. Ευτυχώς, πρώτα και κύρια για την αξιοπρέπεια του σκηνοθέτη, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μέχρι να φτάσεις εκεί, όμως, ξεκινάς από την ποιητική διαδρομή μιας απλής και ήρεμης ζωή η οποία παλεύει να αγκιστρωθεί σε μια μικρή οικογένεια (πόσο αντιηρωικό όλο αυτό ) έχοντας όλους τους δαίμονες του απολυταρχισμού απέναντι της. Θα μπορούσε να είναι ένα σχόλιο για το πως η δική μας ελευθερία εξαρτάται από την ελευθερία των άλλων. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος, όσο δεν είναι όλοι, ούτε πραγματικά χαρούμενος και ευτυχισμένος. Ξεκάθαρη πολιτική θέση.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της πλοκής, αναμενόμενα, διεξάγεται στο Νότο. Εκεί τον μαζεύουν και οι συγκρουόμενες δυνάμεις φτάνουν, οριακά στο σημείο να εξολοθρεύσουν τον πρωταγωνιστή: η πίστη στο "ελεύθερο" καπιταλιστικό καθεστώς του Νότου, η προσπάθεια να τον μεταπείσουν, ο φόβος του ίδιου για τα τρομακτικά αντίποινα πίσω στη βόρεια πατρίδα αν πει το ναι και, φυσικά, η αγάπη. Για τη γυναίκα και το παιδί του. Ο φόβος μου πως όλο αυτό θα παρουσιαζόταν ως μια γκροτέσκα α λα checkpoint charlie αντίθεση του καλού καπιταλισμού ενάντια στην απολυταρχία του υπαρκτού σοσιαλισμού εξαϋλώνεται άμεσα. Αντικαθίσταται από μια υπερβολή σε όλα, μια υπερβολή που δεν έχω τα στοιχεία να την αντιμετωπίσω. Στο νότο είναι το ίδιο φανατικοί, βίαιοι, δολοπλόκοι και καιροσκόποι. Οι ερμηνείες τονίζουν ιδιαίτερα αυτή την εντύπωση, σεν αντίθεση με τη φωτογραφία που παίζει μεταξύ του ονείρου και του απειλητικού εφιάλτη.

Το άτομο οπως και στο Βορρά, αλλά με άλλα μέσα, συνθλίβεται σε ψεύτικες απολαύσεις, άχρηστες στα μάτια ενός ανθρώπου που δεν τις έχει μάθει και στην ουσία δεν τις έχει ανάγκη. Εκεί ακριβώς, μαζί με την υπερβολή στην προσπάθεια του σκηνοθέτη να τους καταδείξει όλους κακούς, χωλαίνει η ταινία. Λαϊκίζει στην απλοϊκότητα του ατομικισμού, προσπαθώντας να μας πείσει πως, στον παγκοσμιοποιημένο πλανήτη του 2017, η απάντηση είναι μια εξατομικευμένη ηθική στάση που εμφορείται κυρίως από την αγάπη. Προφανώς και αυτή είναι μία από τις απαντήσεις, αλλά όχι η μοναδική, όχι η σημαντικότερη. Ο κόσμος μας, δυστυχώς ή ευτυχώς, περιλαμβάνει περισσότερα χρώματα πέρα του άσπρου και μαύρου μεν, αλλά είναι σημαντικά πιο πολύπλοκος δε.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Put the freaks up front




"Ο χρόνος είναι τώρα
  και ο τόπος είναι εδώ"

-Μωρά στη Φωτιά


Κάμποσες φορές η μουσική δημιούργησε ένα χωροχρονικό τούνελ που καθόριζε την πραγματικότητα μου. Καθημερινή και πνευματική. Συχνά αυτό το τούνελ κατέληγε σε γεωγραφίες μακρινές. Σαν το θάλαμο του Doctor Who με τη διαφορά πως γνώριζα τον τελικό προορισμό. Ίσως αυτό το απίθανο κομμάτι των τίτλων της αρχής της σειράς ( μια σπουδαία συμβολή του BBC Radiophonic Workshop στη σύγχρονη κουλτούρα ) θα μπορούσε να συνοδεύει αυτά τα φληναφήματα.

Ξέφυγα. Ειδικά σε παρελθοντικούς χρόνους η μουσική - και οι προσωπικές μου διεκδικήσεις μέσω αυτής - αποτελούσαν το drive πολλών εσωτερικών αναζητήσεων. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το περιγράψω, μα μέσα μου γινόταν πόλεμος. Απέναντι πάντα βρίσκονταν - με διαφορετικές μάσκες κάθε φορά - η κανονικότητα από τη μία και το κυνηγητό της προσωπικής ελευθερίας από  την άλλη.

Το Λονδίνο ήταν ( και ως ένα σημείο είναι μέχρι σήμερα ) πάντα φιλόξενο για 'μένα. Εκείνη την περίοδο έτρεχα να ξεφύγω από ένα χρόνο σωματικής και πνευματικής αποχαύνωσης ή αλλιώς εθνικός στρατός. Καλή επιλογή το Λονδίνο, όσο μακρύτερα τόσο καλύτερα. Δεν ξέρω, όμως, αν πρέπει να προχωρήσω σε αυτά τα ψυχαναλυτικά μονοπάτια. Σκοπός μου είναι να μιλήσω για το μέρος και το τι βίωσα εκεί.

Ήδη το 2006 είχα, απόλυτα δικαιολογημένα πιστεύω, σπάσει τους δεσμούς μου με το ροκ. Οι αιτίες έχουν ξαναγραφτεί σε αυτό το μπλογκ αλλά που να θυμάσαι και σιγά μην τα έχεις διαβάσει, πάρε μερικές από  αυτές: μανιέρα, κανονιστικότητα που απέχει παρασάγγας από τον ορισμό της ελεύθερης τέχνης, ευπώλητο προϊόν, ματσίλα και σεξισμός, έλλειψη φαντασίας και περιπέτειας.

( Δεν είχε πεθάνει εντελώς μέσα μου, όμως, ούτε το'χα κηδέψει οριστικά. Κάποιες στιγμές κοιτάς τον σκοτεινό ουρανό με την ελπίδα να βρεις τις λίγες φωτεινές πηγές που θα κάνουν τη φαντασία σου να καλπάσει. Σαν αυτά τα πολύ μακρινά φώτα να κρύβουν μέσα τους ενέργεια ζωτικής σημασίας. )

Κάνοντας μια φτωχή παρομοίωση, ως κάτι ανάλογο είχε λειτουργήσει μέσα το free-folk ( ας το πούμε έτσι ) κίνημα των αρχών των '00"s. Όλως τυχαίως - καλύτερα καθόλου τυχαία - συνδύαζε μέσα του το απρόβλεπτο του ψυχεδελικού τζαμαρίσματος με τη ναρκωμένη και  γειωμένη, συχνότατα χωρίς ηλεκτρισμό, αισθητική της φολκ. Συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό σε μια από τις πολλές μας κοντινές Αμερικές, έξω από τις πόλεις, σε σπίτια μέσα σε δάση, σε βουνά, σε μέρη που κάποτε γνώρισαν τους χριστιανούς πουριτανούς και το κυνήγι μαγισσών. Όλα όσα συνέβαιναν τότε προσιδίαζαν την απύθμενη άβυσσο των ιστοριών του Τόμας Πίνσον: άρνηση, χιούμορ και ειρωνεία, σουρεαλιστικές χειρονομίες, έξαψη. Όλα μέσα σε πολλές εικόνες που βρίσκονταν μέσα σε άλλες περισσότερες. Μια μπάμπουσκα ελεύθερης έκφρασης...

Οι Sunburned Hand of The Man διέθεταν όλα τα παραπάνω σε πολλαπλές δόσεις και, σε αντίθεση με τους No-Neck Blues Band που ήταν με όλες τους τις αισθήσεις παιδιά της πόλης, μπορούσαν να μεταδώσουν τη ζωτικότητα τους κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα, στην άλλη μεριά του ξέφωτου. Είχαν ένα rotation ανθρώπων κάθε φορά ώστε να μην ξέρεις ποιοι και πόσοι θα εμφανιστούν. Πόσο γαμάτο.

Quite fittingly η εύρεση του venue ήταν μια εξίσου πινσονική περιπέτεια. Νότια του Τάμεση, προς Brixton. Ψάχνοντας, οι περισσότεροι δεν μιλούσαν αγγλικά, η μυρωδιά του μαύρου σου έκαιγε τα ρουθούνια, ενώ - κοίτα να δεις - η πόλη δεν ήταν τόσο φωτεινή πλέον. Θα μπορούσε αυτό το κείμενο να αποτελεί μια ωδή στις ικανότητες μου στον προσανατολισμό. Φυσικά ο χώρος κάποια στιγμή εμφανίστηκε από μόνος του. Ακόμη φυσικότερα δεν είχε απολύτως τίποτα έξω που να προδίδει το τι συνέβαινε μέσα, αλλά γεμάτο κόσμο ήταν. Που στο διάολο τα ξετρυπώνουν εκεί πάνω αυτά;

Προσπαθώ και πιέζομαι εξαιρετικά να μην γράψω μια απλή περιγραφή της συναυλίας. Παράλληλα, με τα έντεκα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις έχουν κατασταλάξει ενώ οι φωτογραφικές αναμνήσεις κρύβονται σε κάποια κύτταρα του εγκεφάλου μου που, πιθανότατα, είναι από καιρό νεκρά. Μην με παρεξηγήσεις, εν σου κλείνω το μάτι, οριακά straight edge ήμουν πάντα...

Ο θόρυβος γενικά και το noise ειδικά ήταν πρόσφατοι μουσαφιραίοι στη ζωή μου. Ο αισθητικός νιχιλισμός του noise και η ασυμβίβαστη αντιμετώπιση των υλικών του ( μαζί με την όλο και πιο έντονη αναζήτηση αυτοσχεδιαστικών μουσικών από τη μεριά μου ) είχαν κλονίσει κάθε σταθερά. Όταν εμφανίστηκαν οι Skullflower ως support act, τους γνώριζα ελάχιστα. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν μαζί με τον Matthew Bower. Για είκοσι λεπτά οι δύο κιθάρες συντάραξαν καθετί μη σταθερό μέσα μου. Είχα ακούσει πολλές φορές το feedback μιας κιθάρας και τις κάθε είδους αλλοιώσεις που προκαλεί. Εδώ, όμως, ήταν κάτι διαφορετικό. Μια ηχητική επίθεση όπου το feedback ήταν το πρώτο πλάνο και όχι το τέλος της διαδρομής. Ήταν ο πυρσός που έκαιγε και όχι οι τελευταίες αναλαμπές. Ήμουν ήδη σε trance.

Οι Sunburned βγήκαν, Θυμάμαι μόνο πως είχαν μαζί τους τον Mick Flower πριν τον λατρέψω μέσα από το ντουέτο του με τον Chris Corsano ) των Vibracathedral Orchestra. Ήταν όλοι τους κόκκαλο. Εντελώς όμως. Όλο αυτό ήταν ήδη ιδιαίτερα επιθετικό. Απρόβλεπτο.  Υπήρχε αντιπαράθεση, πολλές στιγμές όχι τεχνητή. Ήμουν με απ' τη μεριά του κοινού, ενός χιπ κόσμου, αμφιταλαντευόμουν. Ο John Moloney απήγγειλε σαν ένας άλλος Beefheart πάνω απ' τις γραμμές του βινυλίου στο Trout Mask Replica. Μάσκες ζώων άλλαζαν χέρια και κεφάλια. Το ίδιο και τα όργανα, θορυβώδεις θιασώτες της επί σκηνής τρέλας. Δεν υπήρχε αρχή, μέση και τέλος. Όλα ήταν ρευστά, κινούμενα προς διάφορες κατευθύνσεις, κινούμενα έξω από προβλέψεις και λίστες τραγουδιών. Δεν ξέραμε που πατούσαμε και που βρισκόμασταν - κυρίως αυτοί. Μάλλον παντού και πουθενά.

Επιτέθηκαν στην κανονικότητα μας με όλα τους τα όπλα, οι καριόλιδες. Έμεινε, εκείνη η βραδιά, ως μια από τις ελάχιστες στη ζωή μου που παραδέχτηκα τα ναρκωτικά ως μέσο απελευθέρωσης.  Δικής μου μέσω της εκούσιας συμπόρευσης μου. Υπήρχε ηλεκτρισμός και ελευθεριακότητα. Πρόζα, περφόρμανς, χορός και κάποιες νότες. Ρυθμοί που εξαφανίζονταν και εμφανίζονταν ξανά, κιθάρες που στροβιλίζονταν όπως όλοι μας - κάποιοι χάνονταν στο δικό τους κόσμο, άλλοι ανάμεσα μας. Ήταν τα πάντα και το απόλυτο τίποτα. Αυτό που χρειαζόμουν. Ότι καλύτερο σε rock n' roll συναυλία που παρακολούθησα ποτέ, δεν ήταν καν συναυλία αλλά μια άυλη πραγματικότητα. Μια τελετή σαμάνων.

Το ροκ είχε φτάσει στο τέρμα του μετά από εκείνη τη μέρα. Μέσα μου είχε πεθάνει, δεν θα μου έδινε τίποτε περισσότερο πια.

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Η οπερέτα του Καραθάνου



Το βασικό υλικό γι' αυτή την παράσταση είναι αρκετά ριζοσπαστικό και κανονιστικά ανατρεπτικό. Είναι σχεδόν αδύνατο να ξεφύγεις από τις προθέσεις του συγγραφέα. Ο πνευματικός κόσμος του Βίτολντ Γκόμπροβιτς, έτσι όπως παρουσιάζεται σε αριστουργήματα του όπως το Φερντυτούρκε, δεν χωρούσε στη δυσπλασία του υπάρχοντος. Ο Νίκος Καραθάνος, σκηνοθέτης της παράστασης, προσέθεσε μια σύγχρονη, μοντέρνα (φοβάμαι να πω μεταμοντέρνα μη με πάρουν με τις ντομάτες) προσέγγιση μια και αυτό το θέατρο πρεσβεύει.

Ένα στοιχείο που συχνά λείπει στα θεωρητικά κείμενα για την τέχνη και στις κριτικές για τα οσα πράττουν οι καλλιτέχνες, με βάση τη δική μου οπτική των πραγμάτων, είναι η γείωση με την πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη παράσταση για την οποία γράφω αυτή την κριτική ήταν η τελευταία της σαιζόν. Έχει τη σημασία του, γι' αυτό και το αναφέρω. Στην προκειμένη περίπτωση η γνώση των ρόλων και των λειτουργιών της παράστασης, η εμπειρία στην αναμέτρηση με τον πεσιμισμό του έργου, φάνηκαν να υπερισχύουν απέναντι στον αθροιστικό σωματικό κάματο της επανάληψης. Όλες και όλοι έμοιαζαν απόλυτα εξοικειωμένοι με κάθε προσλαμβάνουσα και αιχμή του έργου, ενώ η ταύτιση με το χιούμορ και την ειρωνεία (εφάμιλλη στο έργο του Γκόμπροβιτς με την αναρχική ματιά του Αλφρέντ Ζαρύ ) έκανε τις λέξεις που έβγαιναν από τα στόματα τους να μοιάζουν απόλυτα γεννήματα του δικού τους μυαλού.

Όπως καταλαβαίνει κανείς ενθουσιάστηκα με τις ερμηνείες όλου του θιάσου, ιδιαίτερα με τους δύο πρωταγωνιστές τον Χάρη Φραγκούλη και τον Μιχάλη Σαράντη, αν και η έλλειψη γνώσεων μου για τη θεατρική γλώσσα και την οικονομία του χώρου και χρόνου της με κάνει μόνο να υποθέτω πως η διανομή ήταν μια συλλογική δουλειά, που ανέδειξε αυτές τις δύο εξαιρετικές ερμηνείες. Θα μπορούσαν να είναι κάποιοι άλλοι από τον θίασο, τόσο όμορφα δομημένες ήταν οι παρουσίες όλων.

Ο χώρος του Ρεξ αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν θεατρικά μέρη της Αθήνας και η διαχρονικότητα του τον κάνει αρκετά ζεστό και φιλόξενο, ιδιαίτερα (αλλά και ) για όσους και όσες δεν συναπαντούν συχνά τη μαγεία της σκηνής του θεάτρου. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω ότι το δημόσιο χρήμα που φτάνει στο Εθνικό Θέατρο (που δεν το λες και πακτωλό) χρησιμοποιείται με τρόπους παραπάνω από διττούς: πολύς κόσμος δουλεύει και πληρώνεται, εξίσου πολύς κόσμος ικανοποιείται με όσα βλέπει, χωρίς να τρώει στη μάπα τη χλαπάτσα της μανιέρας. Εξίσου εντυπωσιακή και καταλυτική για τη δραματουργική πορεία της πλοκής είναι η συν-παρουσία της ζωντανής μουσικής, με την ορχήστρα να κλέβει κάποιες στιγμές το βλέμμα μου σε αποκλειστικότητα, με μοναδική παραφωνία τον πιανίστα Άγγελο Τριανταφύλλου, ο οποίος ήταν και ηθοποιός και τραγουδιστής σε μια λογική του "τα κάνω όλα", χωρίς ο ίδιος να φταίει μια και ήταν πολύ καλός σε όλα. Δεν μου ταίριαξε, τόσο απλά.

Το απολύτως μινιμαλιστικό σκηνικό, σκοτεινό και απειλητικό, κυριαρχούταν από το βουνό το οποίο αποτελούσε τον καταλύτη της σκηνικής δράσης όσο και τον χώρο της ανόδου και της πτώσης των πρωταγωνιστών.  Άνοδος και πτώση, η κανονικότητα μιας μη ευτυχισμένης ζωής, ίσως και μιας ευτυχισμένης. Οι μάσκες, ενυπόγραφες καταγγελίες της έντασης του ίδιου του αρχικού κειμένου και συμβολισμοί, ίσως, της ανώτερης ηθικής ( η ηθική της εξωτερικής - και μόνο - ασχήμιας; ) απέναντι στη σύγχρονη, κωδικοποιημένη και μοντέρνα, ηθική του καταναλωτισμού και της κάθε είδους ανωτερότητας. Μέσα από σχόλια, καταπληκτικούς μονολόγους-ραπίσματα και μαύρο χιούμορ η παράσταση γεμίζει από την κριτική της με τα βέλη να στρέφονται προς τις νόρμες της κοινωνίας αλλά και τις προσωπικές οπτασίες μεγαλείου του καθενός από εμάς.

Η σκηνοθεσία μου άρεσε, χωρις να μπορώ να την κατατάξω σε κάποια σχολή. Μοντέρνα ματιά που όρισε δημιουργικά τον κατακερματισμό της σκηνής από το χάος της παρουσίας τόσων ανθρώπων ταυτόχρονα σε αυτή. Τραγούδι, χορός και πρόζα αποτέλεσαν ισότιμους συνομιλητές στη οικονομία της παράστασης βγάζοντας και ορίζοντας μια υπαρκτή συνισταμένη. Η παράσταση ξεκινά εντυπωσιακά με σκηνές δηλητηριώδους χιούμορ, δράσης αλλά και διάδρασης μεταξύ των ηθοποιών, έμπλεη ειρωνεία από (και προς τους ) πρωταγωνιστές της. Η αντίθεση του γέλιου με το σκοτάδι του σκηνικό είναι έντονη και προκαλεί την ανάλογη ένταση.

Στο δεύτερο μισό της, η παράσταση κάνει κοιλιά, ενώ (χωρίς να ξέρω αν είναι ευθύνη του αρχικού κειμένου ή της ερμηνείας του σκηνοθέτη) παρουσιάζεται, σε σημεία, διδακτική και κουράζει. Θεωρώ πως από ένα σημείο και μετά έχασε τη σπιρτάδα και την ενέργεια της βαδίζοντας προς το τέλος. Θα μπορούσε να έχει μικρότερη διάρκεια. Άκρως ενδιαφέρουσα η πρόοδος των χαρακτήρων σε ξεκάθαρες καρικατούρες γελοιότητας. Τα βέλη της κριτικής, πρώτα και κύρια, στρέφονται προς τα μέσα.

Όταν ακολουθείς (ή τουλάχιστον προσπαθείς με τα δικά σου μέσα ) να ακολουθείς το μίτο της πορείας ένας σημαντικού έργου, οι πιθανές διαδρομές είναι πολλές. Μέσα από το κείμενο του Γκόμπροβιτς - και την ερμηνεία του σκηνοθέτη φυσικά - βλέπω μια ξεκάθαρη απογοήτευση για την πλαστή φύση και την ψευτιά του κύριαρχου φαίνεσθαι του σήμερα, μια απογοήτευση για όσους τουλάχιστον συνεχίζουν να αισθάνονται, που τείνει να γίνει ζωτικό σχήμα της περιγραφής της καθημερινότητας μας. Οι πρωτόγονοι δήθεν κατώτεροι, κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες του γορίλα είναι πολύ περισσότερο αληθινοί.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

To Twin Peaks πέντε επεισόδια μετά και δεκατρία πριν το τέλος



Η αγωνία μου για το "νέο" Twin Peaks ήταν και  είναι ευθέως ανάλογη με την εναντίωση μου με κάθε είδους remake, remodel και διασκευή. Στα  προηγούμενα βάλε οτιδήποτε άλλο σχετικό θέλεις εσύ. Η ξαφνική είδηση της επιστροφής της σειράς ήταν ένα μικρό σοκ γεμάτο απορίες αρνητισμού. Πέρα από τη βασική, solid και valid, κουβέντα της σκηνοθετικής παρουσίας του ίδιου του David Lynch σε όλα τα επεισόδια (κάτι που δεν συνέβη με τα παλιά), όλα τα πως και τα γιατί θέριεψαν μέσα μου, καθώς οι μέρες πλησίαζαν.

Οκ, κάποτε η Laura Palmer μίλησε για μια επιστροφή μετά από 25 χρόνια, αλλά υποθέτω πως το οικονομικό μέρος της συμφωνίας ήταν εξίσου - και περισσότερο - δελεαστικό. Η τέχνη, εδώ και δεκαετίες, διαμεσολαβείται από τον καπιταλισμό, ήταν καιρός και για τον σπουδαίο αυτό σκηνοθέτη να εξαργυρώσει οικονομικά το μύθος της αρτιότερης δραματικής σειράς που προβλήθηκε ποτέ στην τηλεόραση.

Κρατήθηκα ηθελημένα παντελώς έξω από το hype της αγωνίας του ξεκινήματος. Τα δεδικασμένα των, σχεδόν, δύο σαιζόν της σειράς δεν πιστεύω πως χωρούσαν σε teasers, σχόλια χαράς και αδημονίας, haters και lovers. Φαντάζομαι πως σου είναι λίγο ή περισσότερο οικείος ( έστω ως εντύπωση ) ο νοσηρός και κλειστοφοβικός χωροχρόνος (ο οποίος ήταν ενίοτε σταματημένος ) του Twin Peaks. H ομορφιά μέσω της χυδαίας ασχήμιας, η τρυφερότητα μέσα από τη βία, ο εσωτερικός κόσμος, αρρωστημένα παιδικός, κατακλυσμένος από εφιάλτες και αναμνήσεις. Αυτά και πολλά άλλα όπως και στις αριστουργηματικές ταινίες του.

Η πλοκή ήταν πάντοτε η αφορμή.  Η καταγραφή του κακού στις πολλές εκφάνσεις του η αιτία. Έστω τουλάχιστον μία από αυτές.  Στα νέα επεισόδια η πλοκή παραμένει η αφορμή, την ίδια ώρα που οι οικονομικές δυνατότητες της παραγωγής δίνουν την ευκαιρία στο δημιουργό να ανοιχτεί. Το κάνει δίνοντας έναν περισσότερο κοσμοπολίτικο αέρα στη σειρά σε σχέση με την αποκλειστική χρήση των κάδρων από την αμερικάνικη επαρχία. Το κακό, όμως, κρύβεται και πίσω από τα neon των αστικών τεράτων στα οποία η πλοκή έχει επεκταθεί.



Στα δύο πρώτα επεισόδια η ιστορία πρέπει να συμπεριλάβει - ένα κλασσικό to know us better - όσα περισσότερα μπορεί. Άλλωστε στο θυμικό όλων των fan της σειράς (στους οποίους προφανέστατα ανήκω και εγώ ), τα πίσω-μπρος στο χρόνο, όπως και τα μέσα-έξω στις εσώτερες σκέψεις του δημιουργού, είναι καταγεγραμένα ως θέσφατα που συχνά κυριαρχούν και της ίδιας της γραμμικής ροής της ιστορίας.

Ο Lynch, όπως κάθε μεγάλος σκηνοθέτης, κατάφερνε πάντα να εισπράξει το μέγιστο από τους συνεργάτες του. Το γεγονός αυτό βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του στον κατά τα άλλα μετρίως μέτριο Kyle Maclachlan. Eίναι σπουδαίος σε κάθε έναν από τους πολλαπλούς ρόλους που υποδύεται. Ο συνδυασμός των πλάνων της νεότητας του από τους δύο πρώτους κύκλους με το απόλυτο κακό της τωρινής του ύπαρξης, δημιουργούν ένα προσωπικό υπαρξιακό φόβο: αυτή θα είναι η κατάληξη και της δικής μου πορείας μέσα στο χρόνο; Η χημεία μεταξύ των υπόλοιπων κεντρικών χαρακτήρων είναι απόλυτα πετυχημένη και η οικονομία των εκφραστικών τους μέσων (έχοντας να αντιπαλέψουν με παλαιότερους  σχεδόν seminal χαρακτήρες ) εξίσου πετυχημένη.

Το χιούμορ, ένα χαρακτηριστικό φυσικά όχι κυρίαρχο αλλά πάντα παρών στους δύο πρώτους κύκλους, ξεφεύγει, σε αυτά τα νέα επεισόδια, από το επίπεδο του απολαυστικού καθημερινού smalltalk και προσπαθεί να αναμετρηθεί σε δυνατότερους αντιπάλους.Ο ίδιος ο γκροτέσκος χαρακτήρας του Lynch ως πράκτορας του FBI όπως και του David Duchovny ως μίας γυναίκας ανώτερης στην ιεραρχία αποτελούν, όχι τόσο πετυχημένες πιστεύω, καρικατούρες του παράλογου της εξουσίας.

Λατρεύω τα κάδρα του Lynch και πριν οι τεχνικές μου γνώσεις με εκθέσουν, ενθουσιάζομαι με την απειλητικότητα που ελλοχεύει πίσω από την ομορφιά τους. Όχι πως δεν το γνωρίζαμε, αλλά στον κόσμο που δραματοποιεί ο David Lynch το κακό κρύβεται σε κάθε γωνία της διαδρομής και ο διαχωρισμός ομορφιάς και ασχήμιας είναι προσχηματικός και ενίοτε ανύπαρκτος.



Η ιστορία εξελίσσεται, εξίσου αναμενόμενα, με αργούς ρυθμούς. Υποθέτω πως κάποια στιγμή θα επιταχύνει σημαντικά. Προφανώς και δεν θα γράψω τι έχει συμβεί ως τώρα και, επίσης, δεν γνωρίζω τι θα συμβεί στη συνέχεια, ούτε θα το γκουγκλάρω. Προτιμώ να απολαμβάνω την κάθε νέα στιγμή. Μου μοιάζει πως η σύνδεση με το παρελθόν, το χώρο και τα γεγονότα είναι και πάλι απλά το μέσο και το όχημα και γιαυτό άλλωστε καταλαμβάνει όχι ιδιαίτερα μεγάλο χρόνο στην πλοκή. Ευτυχώς για εμάς αλλά και για την καλλιτεχνική αξιοπρέπεια του ίδιου του σκηνοθέτη, ο χρόνος είναι το τώρα και η ματιά του αντανακλά αυτή του την επιλογή. Η εξέλιξη της ιστορίας μοιάζει ικανή να κατευθυνθεί προς εκατομμύρια διαφορετικές πορείες.

Ο Lynch καταφέρνει σε αυτό το expanded version μιας σειράς θρύλου, να δημιουργήσει κάτι νέο, φρέσκο και διαφορετικό, ξεχωριστό σε σχέση με και από το παρελθόν.  Μετά το αρχικό σοκ, τουλάχιστον για τους μη μυημένους, της νοσηρότητας του φιλμικού του κόσμου, το χιούμορ του τρίτου και του τέταρτου επεισοδίου, με προσγείωσε στην καταναγκαστική πραγματικότητα μιας commercial σειράς που πλέον θα απευθυνθεί σε περισσότερους. Η προσπάθεια να εμποτιστεί το μαύρο με χιούμορ ( αλλά όχι με μαύρο χιούμορ, αυτό ήταν ήδη εκεί ) και να ελαφρύνει την πλοκή, δεν είναι κάτι νέο στις δραματικές σειρές με μεταφυσικό περιεχόμενο. Θυμήσου χαρακτηριστικά πολλά επεισόδια των X-Files. Xωρίς σε καμιά περίπτωση να προκρίνω έναν κάποιου τύπου μανιερισμό,  αυτή η αλλαγή με ξένισε και μου φάνηκε αταίριαστη.

Αταίριαστη σε ένα σκηνικό που στήνεται με αργά βήματα και έχει φτάσει στην, ως τώρα, κορύφωση του, στο πέμπτο και καλύτερο όλων επεισόδιο. Θα ήθελα να γκρινιάξω για τις μουσικές επιλογές (υποθέτω του ίδιου ), αλλά και πάλι, θα ανησυχούσα αν με τραβούσαν και αυτές. Ο κινηματογραφικός του κόσμος μου είναι τόσο οικείος, ζεστός και απροκάλυπτα όμορφος. Αυτά αρκούν.

Απομένουν δεκατρία επεισόδια και περιμένω τα καλύτερα.  Ευτυχώς η ασυμβίβαστη πορεία του μέσα στα χρόνια του δίνει την καλλιτεχνική ελευθερία - και σε εμάς την απόλαυση - να αναπτύξει τα αντεστραμμένων βιβλικών αναλογιών οράματα του. Απλά θέλει προσοχή: η συνεχής παλινδρόμηση μεταξύ καλού και κακού θα μας αφήσει εξαντλημένους όσο και εθισμένους, να ζητάμε περισσότερο. Και ναι, μου λείπει η Julie Cruise.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Brain Full O F Lizards* (for PENGO)





The ghoul will always seek solitude from the
flame.
Maybe under dropping shade like Alpine
Lake fishermen
or on a mountaintop ashram like some
washed up beat clown.
Yep, the ghouls like to take cover.
I found sever degrees of solitude rhrough
the years in the form of Rochester
upstate New York.
Home of Nick Tahou's Garbage Plate.
First came that ratfucker Schaubroeck, what
a wondrous douche.
Then there was the late, great free
noise/improv ball buster, and cigra chomper,
Dave Cross.
Seems like Rochester spews forth untamed
crude wonder,
be it for your tastebuds or your earhole.
Sapid savoury.

Then there is my current crush,
three sturdy goons called PENGO.
These guys probably had Armand straight
from the teat,
and shit, who knows how many Garbage
Plates they have pigged down in their time.
And how many roastings did they take from
the might Cross
probably half cut at the Bug Jar?
These psych heathens have suckled, gorged
and took it in the ear, on and from the best.

Three sturdy goons. (...)

* Απόσπασμα από το Brain Full O F Lizards του Dylan Nyoukis στο άλμπουμ των Pengo Toadstools Among The Tombstones

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

My hearts spinnin' round like a washing machine






"My hearts spinnin' round like a washing machine
 Never saw the devil lookin so damn clean"


Αποτελούν μια ολοκληρωμένη αντίθεση αυτές οι γραμμές - αλλά δεν πάει και το παλιάμπελο, προσωπικό μπλογκ είναι...Οι Sonic Youth επηρέασαν τον κόσμο μου, λειτούργησαν ως ένα όχημα προσωπικών καλλιτεχνικών αναζητήσεων στην κινούμενη άμμο του κόσμου της μουσικής, χρόνια πριν ανακαλύψουμε το γκουγκλάρισμα.

Τώρα πια, όμως, ο χρόνος που τους αφιερώνω είναι λιγοστός, κάπως μεγαλύτερος από το μηδενικό ενδιαφέρον που μου προκαλεί η απροκάλυπτα χίπστερ-ροκ πρόσφατη πορεία του Thurston Moore. Πήγα κάμποσο παρακάτω. Βασικά οι διαδρομές του μυαλού δεν γνωρίζουν γραμμικότητα, οπότε δεν θα βρεις μια ανάλογη ευθεία σε αυτό το χώρο κατά-γραφής. Μέσα στις ημερολογιακού τύπου αναφορές μου, όπως και όλων μας, κάποια μοτίβα, θέματα, επιρροές έρχονται και φεύγουν, εμφανίζονται όμως με συχνά περιοδική συχνότητα. Και μέσω των αντικειμενικών συνθηκών θυμάμαι τη δική μου καθημερινότητα χρησιμοποιώντας την εμφάνιση πραγμάτων της ζωής που την έκανα λιγότερο κανονική.

Αυτό το διπλό gatefold  ( γουστάρω βινυλιακή ορολογία...) αποτέλεσε μια πολυτέλεια για τον δεκαεφτάχρονο εαυτό μου, όταν το πρωτοπήρα στα χέρια μου. Οι φωτογραφίες του εσωφύλλου (κάτι σαν κλείσιμο του ματιού α λα my back pages του Dylan) ήταν ένα σχόλιο για μια anti-rock καθημερινότητα κανονικών ανθρώπων. Ο συνεχώς επεκτεινόμενος ήχος τους, έβρισκε το χώρο και στην πράξη: ένα διπλό άλμπουμ (όχι πως δεν το 'χαν επαναλάβει, θυμήσου τα Daydream Nation και Dirty) το οποίο μπορούσε να υπάρξει ακόμη τότε σε μια πολυεθνική που ζούσε, ακόμη, τις εποχές των χρυσών αγελάδων της μουσικής βιομηχανίας. Ήταν ελεύθεροι να το πράξουν.

Πέρα από το προφανές και τόσο απαραίτητο σχόλιο για το εικοσάλεπτο κλείσιμο του άλμπουμ με το Diamond Sea, ένα ψυχεδελικό τζαμάρισμα που, όπως έδειξε και η συνέχεια, αποτελούσε την οριστική τους αποχώρηση από τις νόρμες του indie-rock ήχου ( θα επέστρεφαν αργότερα όταν, αρκετά μεγάλοι πια, υιοθετούν ξανά το look και την ποζεριά μιας rock n' roll μπάντας: μια κρίση ταυτότητας με κάποια όμορφα αποτελέσματα ) και την αρχή αναζητήσεων που τους έφεραν σε διαφορετικούς ηχητικούς πλανήτες.

Με κύρια υπεύθυνη την Kim Gordon, όπως μαθαίνουμε τουλάχιστον, το άνοιγμα τους σε μια loose, αλλά όχι χαλαρή, ρυθμολογία και σε ένα ελεύθερο ύφος αρκετά επηρεασμένοι από τα free jazz ακούσματα τους είναι φανερά στις λεπτομέρειες.  Ήμι-αυτοσχεδιαστική προσέγγιση, διαφορετικός ήχος, περιπετειώδες mentality στο παίξιμο, open tunings στις ψυχεδελικές τους κιθάρες, πολυρυθμικό παίξιμο στα ντραμς με τον Steve Shelley, όμως, να παραμένει η βάση των κομματιών και η κόλλα της ύπαρξης τους. Η έμφαση δίνεται στην άρνηση της κανονικότητας στη χρήση των ηλεκτρικών οργάνων και στην αντιμετώπιση τους ως ηχητικές πηγές. Κάθε κομμάτι των μουσικών τους οργάνων, κάθε χορδή, τάστο, βίδα, τύμπανο είναι μια ρωγμή στην καnονική ροή αυτού που ονομάζουμε μουσική με αρχή μέση και τέλος.

Ευτυχώς. Άλλωστε αυτές οι λογικές θα οδηγούσαν στην πλήρη περάτωση τους στο  A Thousand Leaves τρία χρόνια αργότερα.