Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Κρίμα να μην είσαι εδώ*




Περνούν οι μέρες γρήγορα
μα μερικές φρενάρουν.
Με παίρνουν στην καρότσα τους
κι όμορφα με βολτάρουν.
Γελούν με τα φτιασίδια μου
χαϊδεύουν τις πληγές μου.
Μεθάνε και μου δίνονται
και γίνονται δικές μου.
Φεύγουνε κοκκινίζοντας
και μ' αποχαιρετάνε.
Και μένω πάλι μόνος μου
να σε ξαναθυμάμαι.


*Για τον πατέρα μου

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Sofia Coppola, μια εικονοκλάστρια του σύγχρονου κινηματογράφου




Πήγα σινεμά για δω την Αποπλάνηση της Σοφία Κόπολα μη έχοντας δει ταινία της για χρόνια. Μικρό το κακό, ίσως, μια και η Κόπολα δεν συγκαταλέγεται στις πολυγραφότερες των δημιουργών.  Μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες αφότου είδα την Αποπλάνηση, παρακολούθησα ξανά τις πρώτες τις, θαυμάσιες, ποπ ματιές στο σύγχρονο κινηματογράφο, τα Virgin Suicides και Lost in Translation.

Όλα τα παραπάνω το καλοκαίρι του 2017 σε μια αλληλουχία εβδομάδων όπου και πάλι ο μοντέρνος κινηματογράφος κυριαρχείται από την ανδρική ματιά και τα μεγάλα μεγέθη. Αποτελεί μια ολοκληρωμένη αντίφαση, μια και ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι ένα σπουδαίος σκηνοθέτης, αλλά το φιλμικό υπερθέαμα της Δουνκέρκης είναι άλλη μία εκκωφαντική επιβεβαίωση του ανδρικού κόσμου που ονομάζουμε κινηματογράφο. Στα πλαίσια - και εξ ορισμού αυτής - της μεγάλης οθόνης και των απαιτήσεων της, η ανδρική και πατριαρχική ματιά συνοδεύει, χέρι με χέρι, τα μεγάλα θεάματα. Μεγάλοι ήρωες, κατά βάση άνδρες πρωταγωνιστές, ανδρικοί ηρωισμοί.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν αποτελεί τα φιλμικά θέσφατα της Κόπολα. Πλησίασα την Αποπλάνηση  αμφιβολίες. Το πρώτο της μέρος είχε τις αδυναμίες του: η συνηθισμένη πλοκή συνοδευόταν από την εμφανή αδυναμία - νισάφι πια μ'αυτόν - του Κόλιν Φάρελ να ακολουθήσει τις έξοχες ερμηνείες του γυναικείου καστ. Η αδύναμη πλοκή του πρώτου μισού σου τραβά την προσοχή απ' όλα τα υπόλοιπα που χτίζουν την ταινία. Η μπαρόκ ατμόσφαιρα ρομαντισμού συνοδεύεται από την αντίστοιχη φωτογραφία αλλά και μουσική. Τα πλάνα της Κόπολα -περιορισμένα στα ελάχιστα τετραγωνικά της βικτοριανής έπαυλης και του κήπου της - δημιουργούν μια ατμόσφαιρα δράματος δωματίου. Ο εναλλακτικός τίτλος που θα μπορούσες να δώσεις είναι προδοσία.

Η ποπ αισθητική προηγούμενων ταινιών της Κόπολα αντικαθίσταται εδώ με το μπαρόκ και τον ρομαντισμό. Η σκηνοθέτις υπηρετεί αυτή της την επιλογή με τον ίδιο φανατισμό: μινιμαλισμός, εμμονική σημασία στη μικροκλίμακα της εικόνας, διείσδυση στο μικρόκοσμο των προσωπικών συναισθημάτων. Μέσα από τις ερμηνείες του γυναικείου καστ, με προεξάρχουσα τη Νικόλ Κίντμαν, γευόμαστε τα καλά του επαγγελματισμού της show biz. Ρόλοι δουλεμένοι στη λεπτομέρεια τους που υπηρετούν τη μικροσκοπική καλλιγραφία της ταινίας.



Γυρνώντας πίσω στη φιλμογραφία της παρατηρούμε -τη εξαιρέσει ενός από τους σπουδαιότερους καρατερίστες του σύγχρονου κινηματογράφου, του Bill Murray, πως οι επιλογές της είναι γυναικείες. Σχεδόν κάθε ρόλος που η Κόπολα επιλέγει ως χαρακτηριστική έκφραση των ταινιών της είναι γυναικείος. Πριν μιλήσει κανείς για αντεστραμμένο σεξισμό, ας περιμένει πρώτα να έρθει η ισότιμη αντιμετώπιση των δύο φύλων στον κινηματογράφο.

Λίγα χρόνια πριν, το 2012, μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες ανεξάρτητες δισκογραφικές, η Entr' acte, κυκλοφόρησε το Mikroklimata της Helen Gough. Σ αυτό το cd η καλλιτέχνις πραγματευόταν τις εντάσεις - ηχητικές και συναισθηματικές που ενυπάρχουν μέσα σε ηχητικούς και χωρικούς μικρόκοσμους. Έχω την εντύπωση πως το ίδιο ακριβώς υποδαυλίζει η Κόπολα ( σε αντίθεση με τα συνήθως μεγαλεπήβολα φιλμικά background του πατέρα της ) στις ταινίες της. Κάνει focus στη λεπτομέρεια, επιχειρεί όχι απλά να αναδείξει αλλά να μετατρέψει σε πρωταγωνιστή καθετί μικρό. Δεν απλώνεται χωρικά και χρονικά αλλά αποδέχεται πως η καθημερινότητα μας προχωρά με μικρά βήματα και αυτά προσπαθεί να μετουσιώσει  σε εικόνες.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ πως η αναπάντεχη αλλαγή της πλοκής στο δεύτερο μέρος της Αποπλάνησης λειτούργησε αντίστροφα του αναμενόμενου. Την ώρα που μετάλλαξε τους χαρακτήρες που παρακολουθούσαμε ως τότε, κατάφερε, παράλληλα να αναδείξει τη σκηνοθετική μαεστρία της ίδιας. Όλα τα παραπάνω είναι ένα κολάζ ιδεών, όχι εύκολα πραγματοποιήσιμων που η ίδια και οι συνεργάτες της ταίριαξαν σε εικόνες.  Το less is more είναι εύκολο μόνο να το γράφεις. Συνειδητοποιώ επιπλέον πως τα ίδια με τελείως διαφορετικά υλικά είχε φέρει εις πέρας στα δύο πρώτα της αριστουργηματικά φιλμ που ήδη ανέφερα.

Μια πραγματική χαμαιλέοντας με το δικό της μινιμαλιστικό καλλιτεχνικό όραμα. Ίσως ( και ) γι' αυτό οι ταινίες της όσο και να κινούνται στο χρόνο παραμένουν μια ανοιχτόμυαλη ποπ ματιά της οικονομίας του χώρου.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Φαιά Πανούκλα



"Είναι αλήθεια βέβαια ότι στη στρατιά των ναζί βρήκε παχνί το κατακάθι του πολιτισμού. Είναι αλήθεια ότι εκεί βρήκε την ευκαιρία να τραμπουκίσει, να παίξει με το πιστόλι. Πίσω του, όμως, βρίσκεται η αγροτική μάζα, με τ' απούλητα προϊόντα της και τα χαμηλά μεροκάματα, ολόκληρη η μεσαία τάξη που βρίσκεται σε αποσύνθεση, οι μικροαστοί που καταστράφηκαν από τον πληθωρισμό και την κρίση και που μάχονται ενάντια στον ανταγωνισμό του μεγάλου κεφαλαίου, ενάντια στην προλεταριοποίηση που τους απειλεί. Κι ακόμα πλατιά στρώματα εργατών με κλονισμένα τα νεύρα από την πείνα και την ανεργία και, προπάντων, μια νεολαία χωρίς ψωμί, χωρίς δουλειά, χωρίς μέλλον."

Ντανιέλ Γκερέν "Η Φαιά Πανούκλα" 

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Γίνομαι το τίποτα




Η ανάγκη  για την παρουσία μουσικής στην καθημερινότητα μου, αποτελεί μέρος του μεγίστου των επιθυμιών μου. Όταν βρίσκομαι μέσα στη φύση, νοιώθω αληθινά κομμάτι της, την ακούω και την αφουγκράζομαι, με αγκαλιάζει, αυτή η επιθυμία παύει να υπάρχει.
Εκμηδενίζεται.
Οι ήχοι του φυσικού περιβάλλοντος - τα τζιτζίκια, το θρόισμα των φύλλων, η συνεχής κίνηση του ουρανού, η ζέστη και το κρύο - αποτελούν την απόλυτη ηχητική παλέτα, Μέσα και έξω μου. Γίνομαι το τίποτα μέσα στο σύνολο και ολοκληρώνομαι. 

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ο Τομ Ρόμπινς ως άλλος Πίνσον και το Βιετνάμ ως αφετηρία





"Για να μη μιλήσουμε για εκείνη την υπέροχη χαρά που θα ένοιωθε πια κάθε στιγμή της ζωής του επειδή είχε ξεγλιστρήσει για άλλη μια φορά από το ατσάλινο δίχτυ της εξουσίας"


Να δανείζεσαι και να δανείζεις βιβλία. Αυτή η κίνηση, ίσως, είναι ένα από τα δοτικότερα των δώρων. Και να τα δίνεις/παίρνεις πίσω στην κατάσταση που ήταν. Για όλους εμάς τους φετιχιστές των αντικειμένων. Κάπως έτσι έφτασε στα χέρια μου το Villa Incognito του Τομ Ρόμπινς. Δεν τον είχα διαβάσει ποτέ, τα σχόλια που τον συνόδευαν ήταν ανάμεικτα.

Η αρχή, χρονικά της ιστορίας - μιας ιστορίας που κινείται με αφάνταστη α λα Πίνσον άνεση μεταξύ του σουρεαλιστικά φανταστικού και της ωμής πραγματικότητας - είναι ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Αυτός ο παραλογέστερος των παράλογων πολέμων κατά τον ίδιο τον Ρόμπινς. Δεν θέλω να μιλήσω γι'αυτό όμως. Ήταν, πιστεύω, το τέλος μιας μακράς πορείας του - όχι μόνο ταξικού - πολέμου μεταξύ εξουσίας και αντεξουσίας στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Τον νικητή τον ξέρουμε όλοι βέβαια.

Τα στοιχεία που βρήκα στο Villa Incognito  μου θύμισαν - σε μικρότερο βαθμό αλλά και δόσεις - τον αλλόκοτο αλλά και γειωμένο κόσμο του Τόμας Πίνσον και τις καταστάσεις που περιγράφει στο Vineland. Πριν μετατραπεί αυτό το κειμενάκι σε μια απλή καταγραφή δεδομένων ή στοιχείων εντυπωσιασμού, οφείλω να ομολογήσω την αμετροέπεια πνεύματος σε όλη τις σελίδες του. Ένα πνεύμα, όμως, όπως και ο μεγάλος Πίνσον που δεν αναλώνεται στην επίδειξη - ακούσια έστω - της πνευματικής ανωτερότητας του δυτικού. Αντίθετα, ο τρόπος που σου πασάρει τις αλήθειες άλλων πολιτισμών και ανθρώπων συνδυασμένος με την αηδία για κομμάτια του μοντέρνου τρόπου ζωής, φανερώνει μια βιωμένη γνώση.

Σπανιότατα το γράφω αυτό, αλλά η  ιστορία του Villa Incognito θα μπορούσε να τεντωθεί σαφώς περισσότερο, με τον τρόπο ακριβώς που ξέρει να το κάνει ο Πίνσον. Για τη δική μας απόλαυση πρώτα απ' όλα. Με την πλοκή να διαδραματίζεται σχεδόν αποκλειστικά εκτός της Αμερικής, η φαρέτρα του είναι γεμάτη με κριτική απέναντι στη χώρα του. Καθημερινοί άνθρωποι, πράκτορες, ζώα γεμάτα σοφία που μιλάνε, κάνουν έρωτα, πονούν και λυπούνται ( για κοίτα, έχουν ψυχή τα ζώα; ), πράκτορες μυστικών υπηρεσιών που κουβαλούν την αρρώστια των αφεντικών τους - μοιρασμένες απορίες για το παράλογο και το λογικό ενός πλανήτη που επεκτείνεται προς το εσωτερικό του και κοντεύει να διαλυθεί.

Το Villa Incognito λειτούργησε ως άλλη μια θρυαλλίδα, όχι της ευχαρίστησης που σου προκαλούν τα μεγάλα αριστουργήματα της τέχνης του λόγου, καταστρατήγησης όλων των μικρών λογικών που, τελικά, με δημιουργούν και με ορίζουν.

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Dafne Vicente-Sandoval "Solo II" ( J.Ullmann) στο Ωδείο για την Documenta 14




Γνωρίζω τη Dafne Vicente-Sandoval από τις θαυμάσιες ηχογραφήσεις της στην Potlatch, όπου ο μινιμαλισμός συνδέεται οργανικά με τις εντάσεις του ηχοχρώματος του bassoon, ένα ιδιαίτερο μουσικό όργανο, ικανό - όπως όλα τα πνευστά -να λειτουργήσει κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Οι εμφανίσεις τής, είτε μιλάμε για studio ηχογραφήσεις, είτε ζωντανά, προδίδουν την εύθραυστη παρουσία της.

Η παρουσία του ίδιου του Jacob Ullmann στο Ωδείο: έμοιαζε να αγωνιά, ήταν συμπαθητικός και διακριτικός χωρίς καθόλου τον αέρα ακαδημαϊσμού που διακρίνει πολλούς σταρ της αβάν-γκαρντ εδώ και δεκαετίες. Το έργο του, το Solo II for trombone/bassoon είναι μια σύνθεση που αφήνει αρκετή ελευθερία στον μουσικό ( έντονη η επιθυμία του Ullmann πάνω σε αυτό ), απαιτώντας, παράλληλα τη σιωπή από το κοινό. Η επιμονή στην λεπτομέρεια που επιζητά την ησυχία για να αναδειχθεί, συνδυάζεται με μια θεμελιακή αναρχική ευελιξία του αρχικού score. To Solo II καθίσταται εξαιρετικά απαιτητικό τόσο για τον μουσικό, όσο και για τον ακροατή σωματικά και πνευματικά. Πρέπει να είσαι εκεί αποφασισμένος πως θα ακούσεις, θα προσέξεις, θα παρατηρήσεις και θα αφουγκραστείς.

Έχω σαφές πρόβλημα με την υποχρεωτική, συχνά-πυκνά, επιλογή να παρακολουθείς καθιστός μια live performance. Στην προκειμένη περίπτωση - αναλογιζόμενος τις παραπάνω συνισταμένες - δεν μπορoύσα νa βρω εναλλακτική. Η συναυλία ακολουθούσε την πορεία μιας ημιτονοειδούς συνάρτησης: κοιλάδες ησυχίας και περίσκεψης ακολουθούνταν από όροι εντάσεων όπου η κανονιστική αρχή του έργου απαιτούσε να είσαι εκεί, διαφορετικά σε προσπερνούσε.




Ρεαλιστικά, ο αποστειρωμένος χώρος του Ωδείου δεν έφερε το κοινό και την καλλιτέχνη πλησιέστερα, ούτε και εξίσωσε τα δύο μέρη. Περισσότερο και από το ίδιο το έργο ήταν η παρουσία του συνθέτη που προσέφερε μια μεγαλύτερη οικειότητα και άνεση στον ακροατή. Θεωρώντας τον Jacob Ullmann έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες-φορείς της μουσικής πρωτοπορίας των τελευταίων σαράντα ετών, το Solo II οριοθέτησε μέσα μου κάτι, σχεδόν, εντελώς, νέο, που δεν γνωρίζω ( αλλά το εύχομαι ) να ήταν μέσα στις επιθυμίες και του ίδιου. Μου έδωσε τον προσωπικό χώρο να αναπνεύσω μαζί με τις δικές μου σκέψεις και τα δικά μου συναισθήματα ανάμεσα στις εντάσεις που με κρατούσαν καθηλωμένο στη συγκεκριμένη πραγματικότητα εκείνης της ώρας και αυτού του χώρου.

Μετά την αρτηριοσκλήρωση των μεταπολεμικών μουσικών πρωτοποριών,έχω έντονα μέσα μου την παραπάνω πραγμάτωση ως το ευκταίο για τη σύγχρονη αβάν-γκαρντ και ο Ullmann με το συγκεκριμένο αλλά και άλλα έργα του το πετυχαίνει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Κιμ Κι Ντουκ παράγει πολιτική με "Το Δίχτυ"





Καθώς μεγαλώνω η επιθυμία για συγκεκριμένες (και δη πολιτικές ) απαντήσεις από την τέχνη του κινηματογράφου βαίνει συνεχώς μειούμενη. Το παραπάνω αποτελεί βασική αιτία αργοπορίας αυτό του σχολίου, μια η ταινία παίζεται εδώ και εβδομάδες. Θεωρώ, ξεκάθαρα, καθετί που ξεκινά την πορεία στη δημόσια σφαίρα πολιτικό, οπότε πλέον είμαι αρκετά αμφίθυμος όταν η πολιτική τοποθέτηση εκφράζεται με κραυγαλέα μέσα. Αυτή τη στιγμή γενικεύω, προσπαθώντας να δώσω μια συνισταμένη μια και Το Δίχτυ παίρνει αλλά και συνάμα δεν παίρνει θέση.

Παρακολουθώντας τον Κιμ Κι Ντουκ ως γνωστό σκηνοθέτη που δεν πολυβλέπω τις ταινίες του, μπορώ μόνο και πάλι να γενικεύσω: δεν ξέρω πως λειτουργεί στο θυμικό του ο διαχωρισμός στη χερσόνησο της Κορέας, μπορώ μόνο να υποθέσω πως τον πονά (αυτόν και τόσους άλλους και άλλες εκεί), όπως καθετί βίαιο και τεχνητό που, παράλληλα, δεν αποτελεί μια μακρινή χρονική ανάμνηση, ούτε απέχει γεωγραφικά πολύ. Όπως και στην περίπτωση της Κύπρου - με πολύ μεγαλύτερη ένταση όμως - η διαίρεση αποτελεί μια τραγική καθημερινότητα.

Η ιστορία ανήκει στον  οικογενειάρχη ψαρά που ζει ήσυχα και σαφέστατα φτωχικά, με τον ποταμό που ψαρεύει να αποτελεί το σύνορο δύο χωρών και δύο κόσμων.  Όταν η μηχανή της βάρκας χαλάει, το ρεύμα τον παρασύρει στο νότο και οι κάθε είδους περιπέτειες ξεκινούν. Ευτυχώς, πρώτα και κύρια για την αξιοπρέπεια του σκηνοθέτη, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μέχρι να φτάσεις εκεί, όμως, ξεκινάς από την ποιητική διαδρομή μιας απλής και ήρεμης ζωή η οποία παλεύει να αγκιστρωθεί σε μια μικρή οικογένεια (πόσο αντιηρωικό όλο αυτό ) έχοντας όλους τους δαίμονες του απολυταρχισμού απέναντι της. Θα μπορούσε να είναι ένα σχόλιο για το πως η δική μας ελευθερία εξαρτάται από την ελευθερία των άλλων. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος, όσο δεν είναι όλοι, ούτε πραγματικά χαρούμενος και ευτυχισμένος. Ξεκάθαρη πολιτική θέση.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της πλοκής, αναμενόμενα, διεξάγεται στο Νότο. Εκεί τον μαζεύουν και οι συγκρουόμενες δυνάμεις φτάνουν, οριακά στο σημείο να εξολοθρεύσουν τον πρωταγωνιστή: η πίστη στο "ελεύθερο" καπιταλιστικό καθεστώς του Νότου, η προσπάθεια να τον μεταπείσουν, ο φόβος του ίδιου για τα τρομακτικά αντίποινα πίσω στη βόρεια πατρίδα αν πει το ναι και, φυσικά, η αγάπη. Για τη γυναίκα και το παιδί του. Ο φόβος μου πως όλο αυτό θα παρουσιαζόταν ως μια γκροτέσκα α λα checkpoint charlie αντίθεση του καλού καπιταλισμού ενάντια στην απολυταρχία του υπαρκτού σοσιαλισμού εξαϋλώνεται άμεσα. Αντικαθίσταται από μια υπερβολή σε όλα, μια υπερβολή που δεν έχω τα στοιχεία να την αντιμετωπίσω. Στο νότο είναι το ίδιο φανατικοί, βίαιοι, δολοπλόκοι και καιροσκόποι. Οι ερμηνείες τονίζουν ιδιαίτερα αυτή την εντύπωση, σεν αντίθεση με τη φωτογραφία που παίζει μεταξύ του ονείρου και του απειλητικού εφιάλτη.

Το άτομο οπως και στο Βορρά, αλλά με άλλα μέσα, συνθλίβεται σε ψεύτικες απολαύσεις, άχρηστες στα μάτια ενός ανθρώπου που δεν τις έχει μάθει και στην ουσία δεν τις έχει ανάγκη. Εκεί ακριβώς, μαζί με την υπερβολή στην προσπάθεια του σκηνοθέτη να τους καταδείξει όλους κακούς, χωλαίνει η ταινία. Λαϊκίζει στην απλοϊκότητα του ατομικισμού, προσπαθώντας να μας πείσει πως, στον παγκοσμιοποιημένο πλανήτη του 2017, η απάντηση είναι μια εξατομικευμένη ηθική στάση που εμφορείται κυρίως από την αγάπη. Προφανώς και αυτή είναι μία από τις απαντήσεις, αλλά όχι η μοναδική, όχι η σημαντικότερη. Ο κόσμος μας, δυστυχώς ή ευτυχώς, περιλαμβάνει περισσότερα χρώματα πέρα του άσπρου και μαύρου μεν, αλλά είναι σημαντικά πιο πολύπλοκος δε.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Put the freaks up front




"Ο χρόνος είναι τώρα
  και ο τόπος είναι εδώ"

-Μωρά στη Φωτιά


Κάμποσες φορές η μουσική δημιούργησε ένα χωροχρονικό τούνελ που καθόριζε την πραγματικότητα μου. Καθημερινή και πνευματική. Συχνά αυτό το τούνελ κατέληγε σε γεωγραφίες μακρινές. Σαν το θάλαμο του Doctor Who με τη διαφορά πως γνώριζα τον τελικό προορισμό. Ίσως αυτό το απίθανο κομμάτι των τίτλων της αρχής της σειράς ( μια σπουδαία συμβολή του BBC Radiophonic Workshop στη σύγχρονη κουλτούρα ) θα μπορούσε να συνοδεύει αυτά τα φληναφήματα.

Ξέφυγα. Ειδικά σε παρελθοντικούς χρόνους η μουσική - και οι προσωπικές μου διεκδικήσεις μέσω αυτής - αποτελούσαν το drive πολλών εσωτερικών αναζητήσεων. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το περιγράψω, μα μέσα μου γινόταν πόλεμος. Απέναντι πάντα βρίσκονταν - με διαφορετικές μάσκες κάθε φορά - η κανονικότητα από τη μία και το κυνηγητό της προσωπικής ελευθερίας από  την άλλη.

Το Λονδίνο ήταν ( και ως ένα σημείο είναι μέχρι σήμερα ) πάντα φιλόξενο για 'μένα. Εκείνη την περίοδο έτρεχα να ξεφύγω από ένα χρόνο σωματικής και πνευματικής αποχαύνωσης ή αλλιώς εθνικός στρατός. Καλή επιλογή το Λονδίνο, όσο μακρύτερα τόσο καλύτερα. Δεν ξέρω, όμως, αν πρέπει να προχωρήσω σε αυτά τα ψυχαναλυτικά μονοπάτια. Σκοπός μου είναι να μιλήσω για το μέρος και το τι βίωσα εκεί.

Ήδη το 2006 είχα, απόλυτα δικαιολογημένα πιστεύω, σπάσει τους δεσμούς μου με το ροκ. Οι αιτίες έχουν ξαναγραφτεί σε αυτό το μπλογκ αλλά που να θυμάσαι και σιγά μην τα έχεις διαβάσει, πάρε μερικές από  αυτές: μανιέρα, κανονιστικότητα που απέχει παρασάγγας από τον ορισμό της ελεύθερης τέχνης, ευπώλητο προϊόν, ματσίλα και σεξισμός, έλλειψη φαντασίας και περιπέτειας.

( Δεν είχε πεθάνει εντελώς μέσα μου, όμως, ούτε το'χα κηδέψει οριστικά. Κάποιες στιγμές κοιτάς τον σκοτεινό ουρανό με την ελπίδα να βρεις τις λίγες φωτεινές πηγές που θα κάνουν τη φαντασία σου να καλπάσει. Σαν αυτά τα πολύ μακρινά φώτα να κρύβουν μέσα τους ενέργεια ζωτικής σημασίας. )

Κάνοντας μια φτωχή παρομοίωση, ως κάτι ανάλογο είχε λειτουργήσει μέσα το free-folk ( ας το πούμε έτσι ) κίνημα των αρχών των '00"s. Όλως τυχαίως - καλύτερα καθόλου τυχαία - συνδύαζε μέσα του το απρόβλεπτο του ψυχεδελικού τζαμαρίσματος με τη ναρκωμένη και  γειωμένη, συχνότατα χωρίς ηλεκτρισμό, αισθητική της φολκ. Συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό σε μια από τις πολλές μας κοντινές Αμερικές, έξω από τις πόλεις, σε σπίτια μέσα σε δάση, σε βουνά, σε μέρη που κάποτε γνώρισαν τους χριστιανούς πουριτανούς και το κυνήγι μαγισσών. Όλα όσα συνέβαιναν τότε προσιδίαζαν την απύθμενη άβυσσο των ιστοριών του Τόμας Πίνσον: άρνηση, χιούμορ και ειρωνεία, σουρεαλιστικές χειρονομίες, έξαψη. Όλα μέσα σε πολλές εικόνες που βρίσκονταν μέσα σε άλλες περισσότερες. Μια μπάμπουσκα ελεύθερης έκφρασης...

Οι Sunburned Hand of The Man διέθεταν όλα τα παραπάνω σε πολλαπλές δόσεις και, σε αντίθεση με τους No-Neck Blues Band που ήταν με όλες τους τις αισθήσεις παιδιά της πόλης, μπορούσαν να μεταδώσουν τη ζωτικότητα τους κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα, στην άλλη μεριά του ξέφωτου. Είχαν ένα rotation ανθρώπων κάθε φορά ώστε να μην ξέρεις ποιοι και πόσοι θα εμφανιστούν. Πόσο γαμάτο.

Quite fittingly η εύρεση του venue ήταν μια εξίσου πινσονική περιπέτεια. Νότια του Τάμεση, προς Brixton. Ψάχνοντας, οι περισσότεροι δεν μιλούσαν αγγλικά, η μυρωδιά του μαύρου σου έκαιγε τα ρουθούνια, ενώ - κοίτα να δεις - η πόλη δεν ήταν τόσο φωτεινή πλέον. Θα μπορούσε αυτό το κείμενο να αποτελεί μια ωδή στις ικανότητες μου στον προσανατολισμό. Φυσικά ο χώρος κάποια στιγμή εμφανίστηκε από μόνος του. Ακόμη φυσικότερα δεν είχε απολύτως τίποτα έξω που να προδίδει το τι συνέβαινε μέσα, αλλά γεμάτο κόσμο ήταν. Που στο διάολο τα ξετρυπώνουν εκεί πάνω αυτά;

Προσπαθώ και πιέζομαι εξαιρετικά να μην γράψω μια απλή περιγραφή της συναυλίας. Παράλληλα, με τα έντεκα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις έχουν κατασταλάξει ενώ οι φωτογραφικές αναμνήσεις κρύβονται σε κάποια κύτταρα του εγκεφάλου μου που, πιθανότατα, είναι από καιρό νεκρά. Μην με παρεξηγήσεις, εν σου κλείνω το μάτι, οριακά straight edge ήμουν πάντα...

Ο θόρυβος γενικά και το noise ειδικά ήταν πρόσφατοι μουσαφιραίοι στη ζωή μου. Ο αισθητικός νιχιλισμός του noise και η ασυμβίβαστη αντιμετώπιση των υλικών του ( μαζί με την όλο και πιο έντονη αναζήτηση αυτοσχεδιαστικών μουσικών από τη μεριά μου ) είχαν κλονίσει κάθε σταθερά. Όταν εμφανίστηκαν οι Skullflower ως support act, τους γνώριζα ελάχιστα. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν μαζί με τον Matthew Bower. Για είκοσι λεπτά οι δύο κιθάρες συντάραξαν καθετί μη σταθερό μέσα μου. Είχα ακούσει πολλές φορές το feedback μιας κιθάρας και τις κάθε είδους αλλοιώσεις που προκαλεί. Εδώ, όμως, ήταν κάτι διαφορετικό. Μια ηχητική επίθεση όπου το feedback ήταν το πρώτο πλάνο και όχι το τέλος της διαδρομής. Ήταν ο πυρσός που έκαιγε και όχι οι τελευταίες αναλαμπές. Ήμουν ήδη σε trance.

Οι Sunburned βγήκαν, Θυμάμαι μόνο πως είχαν μαζί τους τον Mick Flower πριν τον λατρέψω μέσα από το ντουέτο του με τον Chris Corsano ) των Vibracathedral Orchestra. Ήταν όλοι τους κόκκαλο. Εντελώς όμως. Όλο αυτό ήταν ήδη ιδιαίτερα επιθετικό. Απρόβλεπτο.  Υπήρχε αντιπαράθεση, πολλές στιγμές όχι τεχνητή. Ήμουν με απ' τη μεριά του κοινού, ενός χιπ κόσμου, αμφιταλαντευόμουν. Ο John Moloney απήγγειλε σαν ένας άλλος Beefheart πάνω απ' τις γραμμές του βινυλίου στο Trout Mask Replica. Μάσκες ζώων άλλαζαν χέρια και κεφάλια. Το ίδιο και τα όργανα, θορυβώδεις θιασώτες της επί σκηνής τρέλας. Δεν υπήρχε αρχή, μέση και τέλος. Όλα ήταν ρευστά, κινούμενα προς διάφορες κατευθύνσεις, κινούμενα έξω από προβλέψεις και λίστες τραγουδιών. Δεν ξέραμε που πατούσαμε και που βρισκόμασταν - κυρίως αυτοί. Μάλλον παντού και πουθενά.

Επιτέθηκαν στην κανονικότητα μας με όλα τους τα όπλα, οι καριόλιδες. Έμεινε, εκείνη η βραδιά, ως μια από τις ελάχιστες στη ζωή μου που παραδέχτηκα τα ναρκωτικά ως μέσο απελευθέρωσης.  Δικής μου μέσω της εκούσιας συμπόρευσης μου. Υπήρχε ηλεκτρισμός και ελευθεριακότητα. Πρόζα, περφόρμανς, χορός και κάποιες νότες. Ρυθμοί που εξαφανίζονταν και εμφανίζονταν ξανά, κιθάρες που στροβιλίζονταν όπως όλοι μας - κάποιοι χάνονταν στο δικό τους κόσμο, άλλοι ανάμεσα μας. Ήταν τα πάντα και το απόλυτο τίποτα. Αυτό που χρειαζόμουν. Ότι καλύτερο σε rock n' roll συναυλία που παρακολούθησα ποτέ, δεν ήταν καν συναυλία αλλά μια άυλη πραγματικότητα. Μια τελετή σαμάνων.

Το ροκ είχε φτάσει στο τέρμα του μετά από εκείνη τη μέρα. Μέσα μου είχε πεθάνει, δεν θα μου έδινε τίποτε περισσότερο πια.

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Η οπερέτα του Καραθάνου



Το βασικό υλικό γι' αυτή την παράσταση είναι αρκετά ριζοσπαστικό και κανονιστικά ανατρεπτικό. Είναι σχεδόν αδύνατο να ξεφύγεις από τις προθέσεις του συγγραφέα. Ο πνευματικός κόσμος του Βίτολντ Γκόμπροβιτς, έτσι όπως παρουσιάζεται σε αριστουργήματα του όπως το Φερντυτούρκε, δεν χωρούσε στη δυσπλασία του υπάρχοντος. Ο Νίκος Καραθάνος, σκηνοθέτης της παράστασης, προσέθεσε μια σύγχρονη, μοντέρνα (φοβάμαι να πω μεταμοντέρνα μη με πάρουν με τις ντομάτες) προσέγγιση μια και αυτό το θέατρο πρεσβεύει.

Ένα στοιχείο που συχνά λείπει στα θεωρητικά κείμενα για την τέχνη και στις κριτικές για τα οσα πράττουν οι καλλιτέχνες, με βάση τη δική μου οπτική των πραγμάτων, είναι η γείωση με την πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη παράσταση για την οποία γράφω αυτή την κριτική ήταν η τελευταία της σαιζόν. Έχει τη σημασία του, γι' αυτό και το αναφέρω. Στην προκειμένη περίπτωση η γνώση των ρόλων και των λειτουργιών της παράστασης, η εμπειρία στην αναμέτρηση με τον πεσιμισμό του έργου, φάνηκαν να υπερισχύουν απέναντι στον αθροιστικό σωματικό κάματο της επανάληψης. Όλες και όλοι έμοιαζαν απόλυτα εξοικειωμένοι με κάθε προσλαμβάνουσα και αιχμή του έργου, ενώ η ταύτιση με το χιούμορ και την ειρωνεία (εφάμιλλη στο έργο του Γκόμπροβιτς με την αναρχική ματιά του Αλφρέντ Ζαρύ ) έκανε τις λέξεις που έβγαιναν από τα στόματα τους να μοιάζουν απόλυτα γεννήματα του δικού τους μυαλού.

Όπως καταλαβαίνει κανείς ενθουσιάστηκα με τις ερμηνείες όλου του θιάσου, ιδιαίτερα με τους δύο πρωταγωνιστές τον Χάρη Φραγκούλη και τον Μιχάλη Σαράντη, αν και η έλλειψη γνώσεων μου για τη θεατρική γλώσσα και την οικονομία του χώρου και χρόνου της με κάνει μόνο να υποθέτω πως η διανομή ήταν μια συλλογική δουλειά, που ανέδειξε αυτές τις δύο εξαιρετικές ερμηνείες. Θα μπορούσαν να είναι κάποιοι άλλοι από τον θίασο, τόσο όμορφα δομημένες ήταν οι παρουσίες όλων.

Ο χώρος του Ρεξ αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν θεατρικά μέρη της Αθήνας και η διαχρονικότητα του τον κάνει αρκετά ζεστό και φιλόξενο, ιδιαίτερα (αλλά και ) για όσους και όσες δεν συναπαντούν συχνά τη μαγεία της σκηνής του θεάτρου. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω ότι το δημόσιο χρήμα που φτάνει στο Εθνικό Θέατρο (που δεν το λες και πακτωλό) χρησιμοποιείται με τρόπους παραπάνω από διττούς: πολύς κόσμος δουλεύει και πληρώνεται, εξίσου πολύς κόσμος ικανοποιείται με όσα βλέπει, χωρίς να τρώει στη μάπα τη χλαπάτσα της μανιέρας. Εξίσου εντυπωσιακή και καταλυτική για τη δραματουργική πορεία της πλοκής είναι η συν-παρουσία της ζωντανής μουσικής, με την ορχήστρα να κλέβει κάποιες στιγμές το βλέμμα μου σε αποκλειστικότητα, με μοναδική παραφωνία τον πιανίστα Άγγελο Τριανταφύλλου, ο οποίος ήταν και ηθοποιός και τραγουδιστής σε μια λογική του "τα κάνω όλα", χωρίς ο ίδιος να φταίει μια και ήταν πολύ καλός σε όλα. Δεν μου ταίριαξε, τόσο απλά.

Το απολύτως μινιμαλιστικό σκηνικό, σκοτεινό και απειλητικό, κυριαρχούταν από το βουνό το οποίο αποτελούσε τον καταλύτη της σκηνικής δράσης όσο και τον χώρο της ανόδου και της πτώσης των πρωταγωνιστών.  Άνοδος και πτώση, η κανονικότητα μιας μη ευτυχισμένης ζωής, ίσως και μιας ευτυχισμένης. Οι μάσκες, ενυπόγραφες καταγγελίες της έντασης του ίδιου του αρχικού κειμένου και συμβολισμοί, ίσως, της ανώτερης ηθικής ( η ηθική της εξωτερικής - και μόνο - ασχήμιας; ) απέναντι στη σύγχρονη, κωδικοποιημένη και μοντέρνα, ηθική του καταναλωτισμού και της κάθε είδους ανωτερότητας. Μέσα από σχόλια, καταπληκτικούς μονολόγους-ραπίσματα και μαύρο χιούμορ η παράσταση γεμίζει από την κριτική της με τα βέλη να στρέφονται προς τις νόρμες της κοινωνίας αλλά και τις προσωπικές οπτασίες μεγαλείου του καθενός από εμάς.

Η σκηνοθεσία μου άρεσε, χωρις να μπορώ να την κατατάξω σε κάποια σχολή. Μοντέρνα ματιά που όρισε δημιουργικά τον κατακερματισμό της σκηνής από το χάος της παρουσίας τόσων ανθρώπων ταυτόχρονα σε αυτή. Τραγούδι, χορός και πρόζα αποτέλεσαν ισότιμους συνομιλητές στη οικονομία της παράστασης βγάζοντας και ορίζοντας μια υπαρκτή συνισταμένη. Η παράσταση ξεκινά εντυπωσιακά με σκηνές δηλητηριώδους χιούμορ, δράσης αλλά και διάδρασης μεταξύ των ηθοποιών, έμπλεη ειρωνεία από (και προς τους ) πρωταγωνιστές της. Η αντίθεση του γέλιου με το σκοτάδι του σκηνικό είναι έντονη και προκαλεί την ανάλογη ένταση.

Στο δεύτερο μισό της, η παράσταση κάνει κοιλιά, ενώ (χωρίς να ξέρω αν είναι ευθύνη του αρχικού κειμένου ή της ερμηνείας του σκηνοθέτη) παρουσιάζεται, σε σημεία, διδακτική και κουράζει. Θεωρώ πως από ένα σημείο και μετά έχασε τη σπιρτάδα και την ενέργεια της βαδίζοντας προς το τέλος. Θα μπορούσε να έχει μικρότερη διάρκεια. Άκρως ενδιαφέρουσα η πρόοδος των χαρακτήρων σε ξεκάθαρες καρικατούρες γελοιότητας. Τα βέλη της κριτικής, πρώτα και κύρια, στρέφονται προς τα μέσα.

Όταν ακολουθείς (ή τουλάχιστον προσπαθείς με τα δικά σου μέσα ) να ακολουθείς το μίτο της πορείας ένας σημαντικού έργου, οι πιθανές διαδρομές είναι πολλές. Μέσα από το κείμενο του Γκόμπροβιτς - και την ερμηνεία του σκηνοθέτη φυσικά - βλέπω μια ξεκάθαρη απογοήτευση για την πλαστή φύση και την ψευτιά του κύριαρχου φαίνεσθαι του σήμερα, μια απογοήτευση για όσους τουλάχιστον συνεχίζουν να αισθάνονται, που τείνει να γίνει ζωτικό σχήμα της περιγραφής της καθημερινότητας μας. Οι πρωτόγονοι δήθεν κατώτεροι, κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες του γορίλα είναι πολύ περισσότερο αληθινοί.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

To Twin Peaks πέντε επεισόδια μετά και δεκατρία πριν το τέλος



Η αγωνία μου για το "νέο" Twin Peaks ήταν και  είναι ευθέως ανάλογη με την εναντίωση μου με κάθε είδους remake, remodel και διασκευή. Στα  προηγούμενα βάλε οτιδήποτε άλλο σχετικό θέλεις εσύ. Η ξαφνική είδηση της επιστροφής της σειράς ήταν ένα μικρό σοκ γεμάτο απορίες αρνητισμού. Πέρα από τη βασική, solid και valid, κουβέντα της σκηνοθετικής παρουσίας του ίδιου του David Lynch σε όλα τα επεισόδια (κάτι που δεν συνέβη με τα παλιά), όλα τα πως και τα γιατί θέριεψαν μέσα μου, καθώς οι μέρες πλησίαζαν.

Οκ, κάποτε η Laura Palmer μίλησε για μια επιστροφή μετά από 25 χρόνια, αλλά υποθέτω πως το οικονομικό μέρος της συμφωνίας ήταν εξίσου - και περισσότερο - δελεαστικό. Η τέχνη, εδώ και δεκαετίες, διαμεσολαβείται από τον καπιταλισμό, ήταν καιρός και για τον σπουδαίο αυτό σκηνοθέτη να εξαργυρώσει οικονομικά το μύθος της αρτιότερης δραματικής σειράς που προβλήθηκε ποτέ στην τηλεόραση.

Κρατήθηκα ηθελημένα παντελώς έξω από το hype της αγωνίας του ξεκινήματος. Τα δεδικασμένα των, σχεδόν, δύο σαιζόν της σειράς δεν πιστεύω πως χωρούσαν σε teasers, σχόλια χαράς και αδημονίας, haters και lovers. Φαντάζομαι πως σου είναι λίγο ή περισσότερο οικείος ( έστω ως εντύπωση ) ο νοσηρός και κλειστοφοβικός χωροχρόνος (ο οποίος ήταν ενίοτε σταματημένος ) του Twin Peaks. H ομορφιά μέσω της χυδαίας ασχήμιας, η τρυφερότητα μέσα από τη βία, ο εσωτερικός κόσμος, αρρωστημένα παιδικός, κατακλυσμένος από εφιάλτες και αναμνήσεις. Αυτά και πολλά άλλα όπως και στις αριστουργηματικές ταινίες του.

Η πλοκή ήταν πάντοτε η αφορμή.  Η καταγραφή του κακού στις πολλές εκφάνσεις του η αιτία. Έστω τουλάχιστον μία από αυτές.  Στα νέα επεισόδια η πλοκή παραμένει η αφορμή, την ίδια ώρα που οι οικονομικές δυνατότητες της παραγωγής δίνουν την ευκαιρία στο δημιουργό να ανοιχτεί. Το κάνει δίνοντας έναν περισσότερο κοσμοπολίτικο αέρα στη σειρά σε σχέση με την αποκλειστική χρήση των κάδρων από την αμερικάνικη επαρχία. Το κακό, όμως, κρύβεται και πίσω από τα neon των αστικών τεράτων στα οποία η πλοκή έχει επεκταθεί.



Στα δύο πρώτα επεισόδια η ιστορία πρέπει να συμπεριλάβει - ένα κλασσικό to know us better - όσα περισσότερα μπορεί. Άλλωστε στο θυμικό όλων των fan της σειράς (στους οποίους προφανέστατα ανήκω και εγώ ), τα πίσω-μπρος στο χρόνο, όπως και τα μέσα-έξω στις εσώτερες σκέψεις του δημιουργού, είναι καταγεγραμένα ως θέσφατα που συχνά κυριαρχούν και της ίδιας της γραμμικής ροής της ιστορίας.

Ο Lynch, όπως κάθε μεγάλος σκηνοθέτης, κατάφερνε πάντα να εισπράξει το μέγιστο από τους συνεργάτες του. Το γεγονός αυτό βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του στον κατά τα άλλα μετρίως μέτριο Kyle Maclachlan. Eίναι σπουδαίος σε κάθε έναν από τους πολλαπλούς ρόλους που υποδύεται. Ο συνδυασμός των πλάνων της νεότητας του από τους δύο πρώτους κύκλους με το απόλυτο κακό της τωρινής του ύπαρξης, δημιουργούν ένα προσωπικό υπαρξιακό φόβο: αυτή θα είναι η κατάληξη και της δικής μου πορείας μέσα στο χρόνο; Η χημεία μεταξύ των υπόλοιπων κεντρικών χαρακτήρων είναι απόλυτα πετυχημένη και η οικονομία των εκφραστικών τους μέσων (έχοντας να αντιπαλέψουν με παλαιότερους  σχεδόν seminal χαρακτήρες ) εξίσου πετυχημένη.

Το χιούμορ, ένα χαρακτηριστικό φυσικά όχι κυρίαρχο αλλά πάντα παρών στους δύο πρώτους κύκλους, ξεφεύγει, σε αυτά τα νέα επεισόδια, από το επίπεδο του απολαυστικού καθημερινού smalltalk και προσπαθεί να αναμετρηθεί σε δυνατότερους αντιπάλους.Ο ίδιος ο γκροτέσκος χαρακτήρας του Lynch ως πράκτορας του FBI όπως και του David Duchovny ως μίας γυναίκας ανώτερης στην ιεραρχία αποτελούν, όχι τόσο πετυχημένες πιστεύω, καρικατούρες του παράλογου της εξουσίας.

Λατρεύω τα κάδρα του Lynch και πριν οι τεχνικές μου γνώσεις με εκθέσουν, ενθουσιάζομαι με την απειλητικότητα που ελλοχεύει πίσω από την ομορφιά τους. Όχι πως δεν το γνωρίζαμε, αλλά στον κόσμο που δραματοποιεί ο David Lynch το κακό κρύβεται σε κάθε γωνία της διαδρομής και ο διαχωρισμός ομορφιάς και ασχήμιας είναι προσχηματικός και ενίοτε ανύπαρκτος.



Η ιστορία εξελίσσεται, εξίσου αναμενόμενα, με αργούς ρυθμούς. Υποθέτω πως κάποια στιγμή θα επιταχύνει σημαντικά. Προφανώς και δεν θα γράψω τι έχει συμβεί ως τώρα και, επίσης, δεν γνωρίζω τι θα συμβεί στη συνέχεια, ούτε θα το γκουγκλάρω. Προτιμώ να απολαμβάνω την κάθε νέα στιγμή. Μου μοιάζει πως η σύνδεση με το παρελθόν, το χώρο και τα γεγονότα είναι και πάλι απλά το μέσο και το όχημα και γιαυτό άλλωστε καταλαμβάνει όχι ιδιαίτερα μεγάλο χρόνο στην πλοκή. Ευτυχώς για εμάς αλλά και για την καλλιτεχνική αξιοπρέπεια του ίδιου του σκηνοθέτη, ο χρόνος είναι το τώρα και η ματιά του αντανακλά αυτή του την επιλογή. Η εξέλιξη της ιστορίας μοιάζει ικανή να κατευθυνθεί προς εκατομμύρια διαφορετικές πορείες.

Ο Lynch καταφέρνει σε αυτό το expanded version μιας σειράς θρύλου, να δημιουργήσει κάτι νέο, φρέσκο και διαφορετικό, ξεχωριστό σε σχέση με και από το παρελθόν.  Μετά το αρχικό σοκ, τουλάχιστον για τους μη μυημένους, της νοσηρότητας του φιλμικού του κόσμου, το χιούμορ του τρίτου και του τέταρτου επεισοδίου, με προσγείωσε στην καταναγκαστική πραγματικότητα μιας commercial σειράς που πλέον θα απευθυνθεί σε περισσότερους. Η προσπάθεια να εμποτιστεί το μαύρο με χιούμορ ( αλλά όχι με μαύρο χιούμορ, αυτό ήταν ήδη εκεί ) και να ελαφρύνει την πλοκή, δεν είναι κάτι νέο στις δραματικές σειρές με μεταφυσικό περιεχόμενο. Θυμήσου χαρακτηριστικά πολλά επεισόδια των X-Files. Xωρίς σε καμιά περίπτωση να προκρίνω έναν κάποιου τύπου μανιερισμό,  αυτή η αλλαγή με ξένισε και μου φάνηκε αταίριαστη.

Αταίριαστη σε ένα σκηνικό που στήνεται με αργά βήματα και έχει φτάσει στην, ως τώρα, κορύφωση του, στο πέμπτο και καλύτερο όλων επεισόδιο. Θα ήθελα να γκρινιάξω για τις μουσικές επιλογές (υποθέτω του ίδιου ), αλλά και πάλι, θα ανησυχούσα αν με τραβούσαν και αυτές. Ο κινηματογραφικός του κόσμος μου είναι τόσο οικείος, ζεστός και απροκάλυπτα όμορφος. Αυτά αρκούν.

Απομένουν δεκατρία επεισόδια και περιμένω τα καλύτερα.  Ευτυχώς η ασυμβίβαστη πορεία του μέσα στα χρόνια του δίνει την καλλιτεχνική ελευθερία - και σε εμάς την απόλαυση - να αναπτύξει τα αντεστραμμένων βιβλικών αναλογιών οράματα του. Απλά θέλει προσοχή: η συνεχής παλινδρόμηση μεταξύ καλού και κακού θα μας αφήσει εξαντλημένους όσο και εθισμένους, να ζητάμε περισσότερο. Και ναι, μου λείπει η Julie Cruise.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Brain Full O F Lizards* (for PENGO)





The ghoul will always seek solitude from the
flame.
Maybe under dropping shade like Alpine
Lake fishermen
or on a mountaintop ashram like some
washed up beat clown.
Yep, the ghouls like to take cover.
I found sever degrees of solitude rhrough
the years in the form of Rochester
upstate New York.
Home of Nick Tahou's Garbage Plate.
First came that ratfucker Schaubroeck, what
a wondrous douche.
Then there was the late, great free
noise/improv ball buster, and cigra chomper,
Dave Cross.
Seems like Rochester spews forth untamed
crude wonder,
be it for your tastebuds or your earhole.
Sapid savoury.

Then there is my current crush,
three sturdy goons called PENGO.
These guys probably had Armand straight
from the teat,
and shit, who knows how many Garbage
Plates they have pigged down in their time.
And how many roastings did they take from
the might Cross
probably half cut at the Bug Jar?
These psych heathens have suckled, gorged
and took it in the ear, on and from the best.

Three sturdy goons. (...)

* Απόσπασμα από το Brain Full O F Lizards του Dylan Nyoukis στο άλμπουμ των Pengo Toadstools Among The Tombstones

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

My hearts spinnin' round like a washing machine






"My hearts spinnin' round like a washing machine
 Never saw the devil lookin so damn clean"


Αποτελούν μια ολοκληρωμένη αντίθεση αυτές οι γραμμές - αλλά δεν πάει και το παλιάμπελο, προσωπικό μπλογκ είναι...Οι Sonic Youth επηρέασαν τον κόσμο μου, λειτούργησαν ως ένα όχημα προσωπικών καλλιτεχνικών αναζητήσεων στην κινούμενη άμμο του κόσμου της μουσικής, χρόνια πριν ανακαλύψουμε το γκουγκλάρισμα.

Τώρα πια, όμως, ο χρόνος που τους αφιερώνω είναι λιγοστός, κάπως μεγαλύτερος από το μηδενικό ενδιαφέρον που μου προκαλεί η απροκάλυπτα χίπστερ-ροκ πρόσφατη πορεία του Thurston Moore. Πήγα κάμποσο παρακάτω. Βασικά οι διαδρομές του μυαλού δεν γνωρίζουν γραμμικότητα, οπότε δεν θα βρεις μια ανάλογη ευθεία σε αυτό το χώρο κατά-γραφής. Μέσα στις ημερολογιακού τύπου αναφορές μου, όπως και όλων μας, κάποια μοτίβα, θέματα, επιρροές έρχονται και φεύγουν, εμφανίζονται όμως με συχνά περιοδική συχνότητα. Και μέσω των αντικειμενικών συνθηκών θυμάμαι τη δική μου καθημερινότητα χρησιμοποιώντας την εμφάνιση πραγμάτων της ζωής που την έκανα λιγότερο κανονική.

Αυτό το διπλό gatefold  ( γουστάρω βινυλιακή ορολογία...) αποτέλεσε μια πολυτέλεια για τον δεκαεφτάχρονο εαυτό μου, όταν το πρωτοπήρα στα χέρια μου. Οι φωτογραφίες του εσωφύλλου (κάτι σαν κλείσιμο του ματιού α λα my back pages του Dylan) ήταν ένα σχόλιο για μια anti-rock καθημερινότητα κανονικών ανθρώπων. Ο συνεχώς επεκτεινόμενος ήχος τους, έβρισκε το χώρο και στην πράξη: ένα διπλό άλμπουμ (όχι πως δεν το 'χαν επαναλάβει, θυμήσου τα Daydream Nation και Dirty) το οποίο μπορούσε να υπάρξει ακόμη τότε σε μια πολυεθνική που ζούσε, ακόμη, τις εποχές των χρυσών αγελάδων της μουσικής βιομηχανίας. Ήταν ελεύθεροι να το πράξουν.

Πέρα από το προφανές και τόσο απαραίτητο σχόλιο για το εικοσάλεπτο κλείσιμο του άλμπουμ με το Diamond Sea, ένα ψυχεδελικό τζαμάρισμα που, όπως έδειξε και η συνέχεια, αποτελούσε την οριστική τους αποχώρηση από τις νόρμες του indie-rock ήχου ( θα επέστρεφαν αργότερα όταν, αρκετά μεγάλοι πια, υιοθετούν ξανά το look και την ποζεριά μιας rock n' roll μπάντας: μια κρίση ταυτότητας με κάποια όμορφα αποτελέσματα ) και την αρχή αναζητήσεων που τους έφεραν σε διαφορετικούς ηχητικούς πλανήτες.

Με κύρια υπεύθυνη την Kim Gordon, όπως μαθαίνουμε τουλάχιστον, το άνοιγμα τους σε μια loose, αλλά όχι χαλαρή, ρυθμολογία και σε ένα ελεύθερο ύφος αρκετά επηρεασμένοι από τα free jazz ακούσματα τους είναι φανερά στις λεπτομέρειες.  Ήμι-αυτοσχεδιαστική προσέγγιση, διαφορετικός ήχος, περιπετειώδες mentality στο παίξιμο, open tunings στις ψυχεδελικές τους κιθάρες, πολυρυθμικό παίξιμο στα ντραμς με τον Steve Shelley, όμως, να παραμένει η βάση των κομματιών και η κόλλα της ύπαρξης τους. Η έμφαση δίνεται στην άρνηση της κανονικότητας στη χρήση των ηλεκτρικών οργάνων και στην αντιμετώπιση τους ως ηχητικές πηγές. Κάθε κομμάτι των μουσικών τους οργάνων, κάθε χορδή, τάστο, βίδα, τύμπανο είναι μια ρωγμή στην καnονική ροή αυτού που ονομάζουμε μουσική με αρχή μέση και τέλος.

Ευτυχώς. Άλλωστε αυτές οι λογικές θα οδηγούσαν στην πλήρη περάτωση τους στο  A Thousand Leaves τρία χρόνια αργότερα.

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Για την ανθρώπινη κακία και τον Νόρμαν Μέιλερ




Η ανθρώπινη κακία έτσι όπως αυτή μεταφράζεται πρακτικά σε άλλους ανθρώπους, στα ζώα και στη φύση με τρομάζει. Με καταθλίβει η όψη και τα αποτελέσματα της, μου προκαλεί αδιαθεσία να πράξω το οτιδήποτε-όταν δεν με γεμίζει με συναισθήματα περιφρόνησης αλλά και εκδικητικού μίσους. Κάποιες φορές θυμώνω περισσότερο απ' όσο οι αισθήσεις και το σώμα μου μπoρούν να αντέξουν.

Το κακό ως καθημερινότητα και ως αντίδραση προς την βαρεμάρα αυτής, ως άποψη και ευχαρίστηση. όχι απλά η εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά η  ψυχική ευχαρίστηση της πρόκλησης κάθε είδους πόνου και ο σαδισμός ως συνήθεια και ανάγκη. Η χρήση της τεχνολογίας-εδώ και δεκαετίες- έχει μετατρέψει την ανθρώπινη κακία σε ένα υπερόπλο που ξεπερνά γεωγραφίες και αποστάσεις ενώ παράλληλα ο αίτιος δεν είναι πάντα εύκολο να αναδειχτεί. Ο σαδισμός  ως συνήθεια ή ακόμη (δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο) ως ανάγκη αποτελεί μια κατάδυση στα βάραθρα μιας αγριότητας που, σε καμιά περίπτωση, δεν προκύπτει από την ανάγκη για επιβίωση που έχουν τα υπόλοιπα πλάσματα της φύσης. Αυτά δεν είναι ποτέ κακά και μοχθηρά, κάνουν μονάχα όσα είναι απαραίτητα για την επιβίωση τους, τίποτε παραπάνω.

Ορισμένες φορές (ευτυχώς όχι όλες ) σκέφτομαι πως η ηθική πρόοδος δεν είναι μια γραμμική συνεχής πορεία και πως ο Διαφωτισμός υπήρξε μόνο στα μυαλά μιας μειοψηφίας.

Δεν ξέρω-αφοπλίζομαι-πως να αντιδράσω στην ανθρώπινη κακία. Αποτελεί αντίδραση η όποια προσπάθεια να αντισταθείς στα έργα της; Ή μήπως είναι μια δική σου και δική μου, εγωιστική και εξίσου βίαιη δράση, μια αύξηση της εντροπίας του  σαδισμού σε αυτό τον κόσμο; Η βία στη βία, για τον καθημερινό μου μικρόκοσμο, αποτελεί μια χωρίς σταματημό σπατάλη συναισθημάτων και ενέργειας. Σχεδόν ανυπόφορη, ασήκωτη. Ο ρόλος του τιμωρού είναι μια μάσκα που τη φοράς χωρίς να το καταλαβαίνεις, παρά μόνο, ίσως, βαθιά μέσα σου. Το να κλείνεις τα μάτια, όμως, είναι εξίσου ντροπιαστικό και δεν αντέχεται.

Οπότε πνίγεσαι στην περιδίνηση ενός διλήμματος που ποτέ δεν έχει μία απάντηση.

Διαβάζοντας το Κάστρο στο Δάσος του Norman Mailer αρχικά σοκαρίστηκα από τον κυνισμό του. Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό αντιστοιχίες με τις ταινίες του Clint Eastwood και τα γραφόμενα του Χένρι Μίλερ και του Μπάροουζ. Η αρνητική αρχική εντύπωση, πως εδώ έχεις να κάνεις με ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αποτελεί ιδανικό όχημα ευκολιών για μέτριους συγγραφείς, καταλάγιασε γρήγορα όταν η πρόθεση του συγγραφέα να ξεφύγει παντελώς από το προφανές έγινε σαφής. Δεν είναι ο Αδόλφος Χίτλερ, μόνο, το προφανές κακό στην ιστορία. Ο συγγραφέας, όντας ήδη σε προχωρημένη ηλικία όταν έγραψε το βιβλίο (και αυτό δεν γνωρίζω πόσο τυχαίο ήταν), μας παρουσιάζει το κακό ως διάχυτο μέσα στο μυαλό και τα συναισθήματα μας, στις διαπροσωπικές και τις κοινωνικές σχέσεις, σε μικροκουβέντες αλλά και στάσεις ζωής.

Παραμένω αμφίθυμος για το θυμό του Μέιλερ γιατί, ευτυχώς, δίνει χώρο στον αναγνώστη-χαραμάδες ολόκληρες-ώστε να χωρέσει τις δικές του πιθανές εξηγήσεις και αιτίες για όσα συμβαίνουν. Ο Διάβολος είναι μέσα μας όπως και ο Θεός και μόνο εκεί. Παραέξω δεν υπάρχουν και δεν υπήρξαν ποτέ. Ο αγώνας τους και, συχνά η συνεργασία τους, αποτελούν το αξεδιάλυτο αλλά και τόσο σαφές μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ευτυχώς ή δυστχώς σαφείς απαντήσεις δεν υπάρχουν, υπάρχει μόνο η συνείδηση και η καθημερινή πρακτική. Επειδή, ίσως, να ακούστηκα και αρκετά ηθικολόγος μόνο μη μου μιλάς για την ηλιθιότητα του αγάπη μόνο παρά μόνο για τον πόλεμο απέναντι στη χυδαιότητα της ανθρώπινης κακίας.

Βαρύ σα μολύβι αυτό το βιβλίο.

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Michael Barthel



Η πρώτη μου επαφή με το stand-up spoken word performance του Michael ήταν τον περασμένο Νοέμβρη στο Colour Out Of Space φεστιβάλ. Εκεί σε μια μικρή εκκλησία κατέφυγα για να προστατευτώ από τον συνήθη για την παραθαλάσσια Αγγλία και το Μπράιτον, ενοχλητικό συνδυασμό βροχής και αέρα. Η δεύτερη και κυριότερη αιτία για να βρεθώ εκεί, σε αυτό το λάιβ, κάτι σαν offshoot του κανονικού προγράμματος του φεστιβάλ, ήταν η παρότρυνση του Μαλεβίτση να δω ζωντανά τον μόνιμο κάτοικο Λειψίας Barthel.

Oι προτάσεις του Μαλεβίτση, πολύ συχνά, παίρνουν το χαρακτήρα πειράματος σε δοκιμαστικό σωλήνα για τα γούστα μου και τις εκφάνσεις την προσωπικής μου έκφρασης μέσω των έργων άλλων. Ακόμη συχνότερα αυτά τα πειράματα είναι πετυχημένα. Όπως, ίσως, θα διαβάσεις στο λινκ που παρέθεσα παραπάνω, η μικρής διάρκειας εμφάνιση του Barthel ήταν μία από τις ομορφότερες του φεστιβάλ. Είχε μια πηγαία αμεσότητα, χιούμορ και ειρωνεία στραμμένα, πρώτα, προς τον εαυτό του, ένταση, πάθος καμία χιπ επιτήδευση και συνάμα αποτελούσε ένα φανέρωμα της ψυχής του. Τουλάχιστον αυτό εισέπραξα εγώ. Ο Michael Barthel ήρθε στην Αθήνα για πρώτη φορά στη ζωή του για το Bordeline. Εκεί λόγω μιας μικρής δικής μου καθυστέρησης τον άκουσα χωρίς να τον δω περιμένοντας στο αποστειρωμένο χολ της Στέγης έξω από τη μικρή σκηνή.

Σε αυτό που υποθέτω πως θα είναι η επόμενη του περφόρμανς, ο Michael παρουσιάζει ένα διαφορετικό κόνσεπτ. Το υλικό προέρχεται από τα lyrics ενός-απαγορευμένου όπως ολόκληρη η πανκ σκηνή της Α. Γερμανίας-πανκ γκρουπ, τους Kein Talent, από τα μέσα των 80's. Κρατώντας μόνο τους απλούς, καθημερινούς, γεμάτους με την τεστοστερόνη της νεότητας και τη θλίψη των απαγορεύσεων, στίχους, δημιουργεί με διαφορετικά υλικά αλλά ίδιες συνισταμένες: χιούμορ και θυμό,ειρωνεία και serious as your life απαγγελία.

Σε μια κουβέντα μαζί του, ανέφερα πως για 'μένα αυτή η παρουσίαση αντικαθιστά αυτό που από επιλογή, λείπει: τους ήχους της μουσικής. Την, πιθανότατα γιατί δεν έχω ακούσει ποτέ το συγκεκριμένο γκρουπ,  θορυβώδη και άμορφη μάζα από ντραμς, κιθάρες και μπάσο. Με κοινή αφετηρία τους στίχους (στο ποσοστό που αυτοί θα ξεχώριζαν στην αρχική ηχογράφηση) ο ίδιος αντικαθιστά όλα τα υπόλοιπα. Οριακά φοβικός και ξέφρενα θυμωμένος την ίδια στιγμή, μιλάει για τις μικρότητες και τη βαρεμάρα της καθημερινότητας και τον, ενίοτε, ενθουσιασμό για το τίποτα, ακούγοντας αυτά τα σπασμωδικά μηνύματα από μια χώρα που δεν υπάρχει πλέον, σε δύο διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη. Το ίδιο είναι.

*Το σχέδιο είναι του Μανώλη, περισσότερα θα βρεις εδώ.

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δέκατο Πέμπτο : White Light/White Heat

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Γράφοντας για τους Velvet Underground και γι αυτό το δεύτερο χρονικά άλμπουμ τους, πηγαίνω αρκετά πίσω στα δικά μου χρόνια διαμόρφωσης. Το Whte Light/White Heat είναι δύσκολα περιγράψιμο, μέσα σε μια στοιχειώδη οικονομία χώρου μια και μεγαλώνοντας-και πλησιάζοντας τα σαράντα-ανακαλύπτω πως μάλλον αποτελεί το αγαπημένο μου rock n' roll album ever. Παράλληλα η επίδραση, κυρίως στη μεταγενέστερη πορεία της μουσικής, αυτού του άλμπουμ όσο και του γκρουπ, υπήρξε τόσο ισχυρή όσο και η απάθεια με την οποία αντιμετωπίστηκε στην εποχή του, μια και κυκλοφόρησε το Γενάρη του'68.

Έχοντας πάρει τη σκυτάλη από τον καλλιτεχνικό θρίαμβο της περιλάλητης μπανάνας, έβρισκε το γκρουπ μειωμένο κατά ένα άτομο, μαι και η Nico δεν αποτελούσε μέρος του πλέον. Θεωρώ πως βασική αιτία να επιλέξω το White Light/White Heat είναι, μαζί με τον εθισμό στον τραχύ και κακόφωνο ήχο του, και αυτή η απουσία. Τα τευκτονικά φωνητικά της Nico και η συνολική αίσθηση μιας κλασσικότροπης περισσότερο φολκ και ποπ τραγουδοποιίας που έβγαζε η φωνή της, αφαιρούσαν αυτό το contemporary feel από τη μουσική τους. Ένα συναίσθημα, μια χωροχρονική διατύπωση η οποία ενυπάρχει εντονότατα στο White Light/White Heat. Ο χώρος, ο χρόνος και ο τόπος είναι η Νέα Υόρκη των 60's των οποίο άμεσο παράγωγο είναι η μουσική του γκρουπ. Οι Velvet Underground ήταν η φωνή της καθημερινότητας μιας πόλης στην οποία ήταν, συχνά, επικίνδυνο να ζεις και, επιπρόσθετα, ο κόσμος που συνέρρεε εκεί διαμορφωνόταν από μια διάχυτη ενέργεια αντίθεσης με την υπάρχουσα εξουσία.

Το Factory του Warhol, που στην ουσία τους φιλοξενούσε όσο και τους φρόντιζε, αποτελούσε τη γέφυρα μεταξύ δύο κόσμων εξίσου αντιφατικών και καθόλου βαρετών. Από τη μία το κύκλωμα της hip art και από την άλλη ο outsider ριζοσπαστισμός που εδραιωνόταν στους δρόμους και μεταφερόταν σε κλειστούς χώρους που, όμως γέμιζαν από ανοιχτά μυαλά.

Αυτός ο περιπετειώδης δίσκος απευθύνθηκε, τότε, σε λίγους αλλά εξίσου λάτρεις της, όποιας, περιπέτειας. Παράλληλα αυτοί οι λίγοι, οριακά νιχιλιστές, εχθροί του χιπισμού και της ηλίθιας flower power, ήταν ένα μέρος της μαγιάς που δημιούργησε τον, από καιρό νεκρό, μύθο μιας μεγαλούπολης φιλικής σε κάθε είδους αμφισβήτηση.

Ξεχωρίζω τη μαγικότερη τετράδα του rock n' roll σε δύο δίδυμα: ο John Cale, έχοντας ήδη διαγράψει μια σπουδαία όσο και τεθλασμένη διαδρομή στο χώρο του πειραματισμού, ήταν η αβάντ γκαρντ πλευρά των τραγουδιών του δρόμου που συνέθετε ο Lou Reed. Αυτός ο αυθόρμητος και συχνά κοχλάζων συνδυασμός δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στην κομπασμένη ιστορία του ροκ. Παράλληλα οι δύο σταθερές αξίες του γκρουπ, η μετρονόμος Tucker και ο σπουδαίος κιθαρίστας Morrison φρόντιζαν ώστε η βιαιότητα των συνθέσεων-αλλά και των αντιθέσεων-να κυλάει πάνω σε στέρεες ράγες.

Οι επιλογές τους σε αυτό το άλμπουμ ήταν ξεκάθαρα ριζοσπαστικές, προκλητικές και αρκετά αυτοκαταστροφικές για τις καριέρες τους.  Οι ενισχυτές στο μάξιμουμ, το παίξιμο τους στα όρια του θορύβου δημιουργούσε ένα ηχητικό πανδαιμόνιο, ενώ το ενδιαφέρον τους να είναι ευήκοοι ήταν μηδενικό. Την εποχή, ακόμη τότε, των δίλεπτων και τρίλεπτων single αυτοί είχαν να προτείνουν τα δεκαεφτά λεπτά αβάντ γκαρντ επαναληπτικότητας και κιθαριστικού feedback, το Sister Ray.


Στο Whte Light/White Heat καταργούν τη ροκ γραμμική αφήγηση με ένα μένος και μια επιθετικότητα που λογικά εξέφραζε την καθημερινότητα που βίωναν στους δρόμους της πόλης τους. Η βιόλα του Cale εισάγει την αβάντ γκαρντ στο ροκ ήχο, η αφήγηση στο The Gift πειραματίζεται, οριακά, με την τεχνική του cut-up, η χαοτική επαναληπτικότητα του Sister Ray σε μεταφέρει στην trance κατάσταση των μουσικών της Ινδίας. Τα ναρκωτικά και η παραβατικότητα δεν μυθοποιούνται αλλά περιγράφονται με την κλινικότητα που βρίσκεις στο Junky και την ειρωνεία ενός Μπουκόφσκι χωρίς να ωραιοποιείται η άγρια καθημερινότητα που επιφύλασσε η εξουσία στους μη-κανονικούς. Σαν αυτούς που δημιούργησαν αυτό το αριστούργημα.

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δέκατο Τέταρτο : To Ηλεκτρικό Πρόβατο

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Η αργοπορημένη άφιξη μου στο, συνεχώς επεκτεινόμενο, σώμα των ανθρώπων που θεωρούν τον Φίλιπ Ντικ έναν μεγάλο τεχνίτη του λόγου, έναν προφήτη των (κοντινών πια) μελλούμενων, έχει και τα καλά της. Το ιδίωμα της sci-fi λογοτεχνίας, ικανό να εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το φαντασιακό των νεότερων ηλικιών, αποτελεί ένα περιοριστικό κανονιστικό πλαίσιο για τις ιστορίες και τα υπονοούμενα του Αμερικανού συγγραφέα.

Γράφοντας για Το Ηλεκτρικό Πρόβατο, ένα έργο που καθόρισε το βιβλιογραφικό σύνολο του Ντικ περισσότερο από κάθε άλλο του (ίσως μαζί με το Ubik), διακινδυνεύω να καταπραΰνω απλά τη φαντασία μου με την κινηματογραφική μεταφορά του. Αυτός ο κίνδυνος παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, μια και το αριστούργημα του Ρίντλευ Σκοτ, το Blade Runner δηλαδή, επιλέγει με όρους κινηματογραφικής γλώσσας αλλά και πλοκής να αφήσει εκτός ένα σημαντικό μέρος όσων συμβαίνουν στο βιβλίο.

Το Ηλεκτρικό Πρόβατο κινείται, προφανώς, μέσα στα όρια της λογοτεχνίας του φανταστικού, τη χρησιμοποιεί, όμως, μόνο ως μέσο ώστε να προφητέψει τον σκοτεινό κόσμο του παράλογου και της παραίτησης που ήδη βιώνουμε. Ταυτόχρονα καταγράφει τη μόνιμη σταθερά σε όλα τα έργα του, τον συνεχή και πηγαίο (ως κομμάτι της ανθρώπινης φύσης) συναισθηματισμό (αλλά και την ευαισθησία)  απέναντι σε κάθε είδους ζωή ενός πλανήτη που καταστρέφεται.

Το Ηλεκτρικό Πρόβατο αποτελεί ένα νεφέλωμα άρνησης και αποτροπιασμού για τις εκφάνσεις της δυστοπικής πραγματικότητας. Μέσα σε μια κοινωνία αποστείρωσης και καταναλωτικής χαύνωσης η αγάπη, ειδικά απέναντι στα περισσότερο αδύναμα πλάσματα, έχει εξοστρακιστεί και συνιστά αδίκημα και αίτιο περιθωριοποίησης. Οι μηχανές με την εξελικτική τους πορεία δημιούργησαν έναν παράλληλο κόσμο εξανδραποδισμού που τρέχει με την ίδια ταχύτητα με τον εξουθενωτικό υπάρχον. Υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι πως το Ηλεκτρικό Πρόβατο αντιπροσωπεύει επακριβώς το πνεύμα της εποχής του.  Άρνηση μέσα από τη δημιουργία, ταύτιση, μέσα από έναν μινιμαλιστικό λόγο που εκμεταλλεύεται την καθημερινή γλώσσα, με το συναισθηματικό υποσυνείδητο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο συγγραφέας προσπαθεί-και φτάνει-στον πυρήνα της ύπαρξης του μήπως και καταφέρει να κατανοήσει το παράλογο της κανονικότητας.

Είναι δύσκολο να βρεις μοναχά ένα ή δύο στοιχεία που έκαναν τον σχετικά τραχύ και καθόλου δοκιμιακό λόγο του Ντικ τόσο δημοφιλή. Το Ηλεκτρικό Πρόβατο εμφανίστηκε αμέσως μετά το μεταίχμιο της σύγχρονης λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα και ταυτίζεται, χωρίς να το δηλώνει ποτέ, με όσους (τασσόμενο στο πλευρό τους ) βρίσκονταν αλλού ή και θέλουν να πολεμήσουν γι' αυτό. Την ίδια στιγμή καταγράφει με νεωτερικό τρόπο αλλά και λογική συνάφεια, όμοια αυτής του Ουίλιαμ Μπάροουζ, όλα τα δεινά της σύγχρονης κοινωνίας. Η νεολαία της εποχής βρήκε στο πρόσωπο του συγγραφέα αυτόν που θα μπορούσε να της προσφέρει όλες τις απαντήσεις, ντύνοντας τις με την αστρόσκονη της επιστημονική φαντασίας.

Διαβάζοντας τον Φίλιπ Ντικ -και όχι μόνο στο Ηλεκτρικό Πρόβατο- έχω την έντονη εντύπωση πως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής σε όλα: η αγωνία και τα δάκρυα ενός ανθρώπου που δεν αντέχει άλλο το πάρτι καταστροφής γύρω του. Στο Ηλεκτρικό Πρόβατο αυτά τα συναισθήματα μεταλλάχτηκαν σε ένα πρωτοπόρο έργο υψηλής αισθητικής και μοντέρνας ( όσο μοντέρνος ήταν ο Εμίλ Ζολά) αφτιασίδωτης γλώσσας που κατάφερε, παράλληλα, να εκφράσει ολόκληρο το συναισθηματικό και συνθηματολογικό άχθο μιας εποχής επικίνδυνης, για την εξουσία, αμφισβήτησης.

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ντου στην Documenta (για τον Alvin Lucier)



Ήρθα σε επαφή με τα έργα του Alvin Lucier ( ιδιαίτερα τα σημαντικότατα Bird and Person Dining και I Am Sitting In A Room) σε μικρή ηλικία από την τρέλα μου για το βινύλιο. Ο ίδιος δεν είναι πολυγραφότατος, οι μεταγενέστερες επαφές μαζί του ήταν και είναι ελάχιστες ομολογώ. Χωρίς τον ορυμαγδό των πληροφοριών του διαδικτύου (με τις οποίες γεμίζεις "γνώσεις", έχοντας μηδαμινό χρόνο να τις αφομοιώσεις), έχοντας μόνο τα liner notes των άλμπουμ στα χέρια μου.

Οι πειραματισμοί των δύο έργων, η παντελώς διαφορετική προσέγγιση από τον πομπό (τον μουσικό δηλαδή που τους παρήγαγε ) των ήχων και τον, αρκετά ελεγχόμενο όσο και αφημένο στην τυχαιότητα του ηλεκτρονικού εξοπλισμού, τρόπο που αυτοί θα έφταναν στα αυτιά του δέκτη (τον ακροατή) με επηρέασαν σφοδρότατα. Ήταν αυτός ένας από τους πρώτους που με έβαλε σε έναν κόσμο ηχητικής νεότητας και πειραματισμού ο οποίος πολύ σύντομα (αλλά πάντα χρονικά μετά από τις δικές του ηχογραφήσεις) θα περιελάμβανε τον Steve Reich, τον John Cage, τον Xenaki , τον Tony Conrad και κάμποσα άλλα ονόματα. Βαφτίστηκα, για πρώτη φορά, σε μια λογική θεώρηση του ηχητικού περιεχομένου παντελώς έξω από κάθε είδους κουτί που οριοθετεί-εμπορικά ως αντικείμενο προς πώληση-τη μουσική. Οι ήχοι αποτελούσαν πηγές ενεργοποίησης συναισθημάτων αλλά και υποσυνείδητων λειτουργιών. Ο τρόπος που ο Lucier αντιμετώπιζε το υλικό του ήταν πρωτοποριακός, φρέσκος και ριζοσπαστικός. Συνάμα προλόγιζε, όπως και ο Reich μερικά χρόνια νωρίτερα αλλά αυτό δεν το γνώριζα τότε, τα samples και τις λουπαρισμένες ηχογράφησεις του χιπ-χοπ.

Επιστρέφοντας μερικές ώρες πίσω, ξεκίνησα τη μέρα μου, διαβάζοντας, για πρώτη φορά, το πρόγραμμα της Documenta. Η περφόρμανς του I Am Sitting In A Room μου τράβηξε την προσοχή χωρίς όμως να προσέξω πως ο ίδιος θα βρισκόταν για αυτό το λόγο στην Αθήνα. Κατά σύμπτωση ένα μήνυμα φίλου μου ανέφερε πως θα πήγαινε να τον δει και πως θα μπορούσα να δοκιμάσω και εγώ. Φτάνοντας στο Ωδείο τσέκαρα όσα υπήρχαν εκεί χωρίς να περιμένω πως θα καταφέρω να μπω (μια και η προσέλευση γινόταν αποκλειστικά με προσκλήσεις). Την ώρα που θα ξεκινούσε το λάιβ (και αφού έχω επιβεβαιώσει πως θα'ναι και ο ίδιος εκεί, σε ηλικία πια ογδόντα έξι ετών) αρκετός κόσμος συγκεντρώθηκε ζητώντας να μπει. Αν η συνέχεια σου θυμίζει κάτι δικό σου, παρελθοντικά μακρινό ή πρόσφατο, ναι, έτσι συνέβη. Σπρώξε και ξανασπρώξε, μπήκαμε στο χώρο που θα δινόταν η περφ'ορμανς. Να το γράψω ξανά: Μπήκαμε με ένα μικρό ντου μέσα σε περφόρμανς της Documenta. Αυτό για μελλοντική γνώση σε άλλα events.

O κόσμος που παρακολούθησε ήταν αρκετός, με το ποσοστό ξένων αρκετά μεγάλο. Ο ίδιος ο Lucier, σε αυτή την προχωρημένη ηλικία πια, μας κατέδειξε την πρωτοποριακή φρεσκάδα του έργου του. Έχω την εντύπωση, αν και είμαι αρκετά ξυνός σε ότι αφορά τον κόσμος που παρακολουθεί το χώρο της αβάν-γκαρντ και του πειραματισμού, πως τα χαμόγελα στο τέλος ήταν αυθεντικά. Μια σειρά συμπτώσεων και τυχαίων γεγονότων με έφεραν στο να παρακολουθήσω ζωντανά ένα έργο που δύο δεκαετίες πριν-πάλι μετά από μια σειρά γεγονότων-με καθόρισε ως ακροατή και όχι μόνο. Απλά το καταγράφω και πάω παρακάτω.


Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Generation spokesmodel: ο βιασμός του Kurt Cobain από τη μουσική βιομηχανία





Θυμάμαι πολύ έντονα, όντας ως έφηβος πολύ ευαίσθητος σε τέτοιου είδους μηνύματα, τις παρερμηνείες-και το θόρυβο αυτών-για το πραγματικό νόημα πίσω από το Rape Me και το κατά πόσο οι στίχοι ήταν υπέρ του βιασμού των γυναικών ή όχι. Φυσικά το τραγούδι πρέσβευε το παντελώς αντίθετο, αλλά εκείνα τα πολύ πριν το διαδίκτυο χρόνια το MTV αποτελούσε για εμάς την πηγή των ειδήσεων, των εικασιών, της μουσικής αλλά και του κουτσομπολιού. Το ανάθεμα είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό υστερίας που σε live εκπομπές του το κανάλι τους είχε "απαγορεύσει" να παίζουν το συγκεκριμένο τραγούδι. Και, βέβαια, το γκρουπ (ή να πω κυρίως ο ίδιος ο Kurt Cobain;) αποφάσισε, σε ένα ιστορικό Live n' Loud show, να ξεκινήσει το set τους παίζοντας ακριβώς αυτό το κομμάτι και το κανάλι να τους κόψει στο αέρα. Παρεπιμπτόντως το συγκεκριμένο show κυκλοφόρησε, χρόνια αργότερα, σε δίσκο. Από τη μύγα ξύγκι.

Ποτέ δεν ήμουν-ούτε και έγινα-μεγάλος φαν των Nirvana. Έζησα την τρελή, όσο και ιστορική για το ροκ, άνοδο τους όσο και την πτώση τους: μια παράλληλη πορεία με την ίδια τη ζωή του Cobain. Για τους άλλους δύο του γκρουπ δεν θα ήθελα να αναφερθώ, ο λαός πολύ σωστά λέει πως τα ύστερα τιμούν τα πρώτα. Άλλωστε μιλάμε απλά για το rock n' roll και όχι για κάτι πολύπλοκο, αν ψάχνεις κάτι τέτοιο άκου Ξενάκη.Μέσα από τους στίχους, το attitude, την ενέργεια (όλα αυτά δεν ήταν το ροκ;) μεγάλωσα και, για να πω την αλήθεια, έμαθα και οδηγήθηκα παρακάτω.

Γυρνώντας πάλι πίσω στο MTV και όλα όσα, ως πηγή πληροφόρησης μας έδινε,θυμάμαι εξίσου καλά όλη την πορεία του Cobain μέχρι την τραγική του αυτοχειρία (σε αυτό το σημείο να προτείνω το Last Days του Gus Van Sant ως ένα κλονισμένο ποιητικό αποχαιρετισμό) σαν σήμερα τόσα χρόνια πριν. Ακόμη και εμείς στην άλλη μεριά του Ατλαντικού γνωρίζαμε πως αυτός ο νέος άνθρωπος είχε πρόβλημα, ήταν εθισμένος και αυτός ο εθισμός συνδυαζόταν με δύο ακόμη επικίνδυνες συντρόφους: μια γυναίκα εξίσου junkie και την κατάθλιψη.

Όμως ολόκληρο αυτό το (δήθεν rock 'n roll) σκηνικό πουλούσε, ο Cobain και η Courtney Love ήταν πρωτοσέλιδα, δημοφιλείς, σταρ και ότι άλλο σκατά θέλεις. Υποθέτω πως το ερώτημα, μα κανείς δεν τον έπιανε από το γιακά να του πει πως ήταν νέος, ταλαντούχος, ευαίσθητος και επιδραστικός, οπότε ας πήγαινε να γίνει καλά, η προηγούμενη πρόταση  το απαντά. Μια μηχανή εκατομμυρίων, ένας απίστευτα δημοφιλής (απλά και μόνο όμως ) είκοσι εφτά χρονών νέος αφέθηκε μόνος να πάρει τη ζωή του με τον τραγικότερο τρόπο.

Φυσικά δεν ισχυρίζομαι πως ο ίδιος ήταν άμοιρος ευθυνών. Προσωπικά είμαι φανατικά απέναντι στους εθισμούς. Ήταν ενήλικος και έπρεπε να γνωρίζει, Μιλώ μοναχά για το κομμάτι πως κάποιοι-όλοι όσοι περιφέρονταν και κέρδιζαν γύρω από τη μπίζνα του ροκ-με τον τρόπο τους τον ώθησαν σε έναν αργό και στο τέλος σοκαριστικό θάνατο. Ο ίδιος απλά δεν μπόρεσε να αντέξει τον θόρυβο γύρω του.

Θυμάμαι πάντα και γελάω το βίντεο του Smells Like Teen Spirit. Ήταν μια από τις πολύ πρώτες επαφές μου με το άλφα σε κύκλο. Έφτασε σε πολλούς αυτή η εικόνα. Ναι, ο Cobain ήταν επιδραστικός, άνοιξε πόρτες για πολλούς άλλους μουσικούς (όπως λίγο καιρό νωρίτερα οι Sonic Youth είχαν ανοίξει την πόρτα της Geffen για τους Nirvana προτείνοντας τους, τότε που κάθε εταιρία έψαχνε το next big thing στο ροκ), έβγαζε την ευαισθησία του στη μουσική του. Πάνω απ' όλα χρησιμοποιούσε κάθε εκατοστό των mainstream μέσων για να περάσει μηνύματα διαφορετικότητας, συνειδητά ή ασυνείδητα. Πάντα θα θεωρώ το βίντεο του Heart Shaped Box ένα από τα προκλητικότερα και πιο επιθετικά βλάσφημα στην ιστορία του mainstream.

Kαι όμως αυτός ο πάμπλουτος νέος κατατρεχόταν από αιμοσταγείς δαίμονες που ήθελαν να του ξεσκίσουν το κορμί και να του αρπάξουν την ψυχή. Ο μεγαλύτερος από αυτούς ήταν η μουσική βιομηχανία και το κρεατοφάγο stardom. Την ψυχή του την κράτησε όμως, για πάντα.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δέκατο Τρίτο : Gruppo 63 για το πειραματικό μυθιστόρημα

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Η δεκαετία του ' 60 αποτέλεσε μια τρικυμιώδη περίοδο για την ιταλική κοινωνία-σε όλα τα επίπεδα. Όπως κάθε ανάλογη χρονική αλληλουχία γεγονότων γέννησε μια σειρά δράσεων και αντιδράσεων, οι οποίες δοκίμασαν να ξεπεράσουν κάθε είδους όρια. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον του Gruppo 63, μιας ουσιαστικά αβάν-γκαρντ κίνησης, ήταν πως παράχθηκε λόγος και έργο αποκλειστικά από Ιταλούς διανοούμενους (ανάμεσα τους ο Ουμπέρτο Έκο και ο Νάνι Μπαλεστρίνι), με κύρια απεύθυνση την ιταλική κοινωνία ως σύνολο και όχι για μικρά, μυημένα κομμάτια. Παρά την κύρια απεύθυνση της, όμως, οι δονήσεις της ομάδας, ξέφυγαν αρκετά από τα γεωγραφικά όρια της Ιταλίας.

Ξεκινώντας πριν από τη χρονική περίοδο που μας απασχολεί, το 1961, με τη συλλογή I Novissimi που περιελάμβανε ποίηση από νέους Ιταλούς ποιητές (οι περισσότεροι από τους οποίους θα δημιουργούσαν το Grupp 63) , αρνήθηκαν με σθένος την ετικέτα αβάν-γκαρντ. Δημιουργώντας ένα οξύμωρο σχήμα - σαν να αρνούνταν τους εαυτούς τους - θεωρούσαν πως η αβάν-γκαρντ είχε πλέον εξελιχθεί σε μια προκατασκευασμένη θεώρηση των εννοιών. Για τους ίδιους η μόνη καλλιτεχνική πρωτοπορία που ήταν εφικτή δεν είχε ιδεολογία (τουλάχιστον όχι αυτή της εξουσίας), δεν είχε τα βαρίδια του παρελθόντος, ούτε δεσμεύσεις και υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Ξεκίνησαν, ως μια συνεκτική ομάδα ανθρώπων, τον Οκτώβριο του 1963 αλλά η κορύφωση της πάλης των ιδεών τους και της επιρροής τους, ήρθε στη χρονική περίοδο που μας ενδιαφέρει χωρίς να επιθυμώ να αναφερθώ ( μια και δεν αποτελεί κομμάτι αυτού του κειμένου) η μετέπειτα διάλυση της ομάδας. Ο δηλωμένος τους στόχους, εξαιρετικά μεγαλεπίβολος όσο και χαρακτηριστικός των μεγάλων καλλιτεχνικών αιτημάτων της εποχής, ήταν η πλήρης απελευθέρωση όλων από το συντηρητισμό της ιταλικής κοινωνίας και η ξεκάθαρη πρόκληση απέναντι στις δεδηλωμένες της κοινωνίας που ζούσαν.Τα παραπάνω συνοδεύονταν από τη θέληση για μια ριζοσπαστική ανανέωση της λογοτεχνικής φόρμας και των επιδιώξεων αυτής.

Η έντονη κρτική τους στρεφόταν (που αλλού;) προς τον καταναλωτισμό του ιταλικού θαύματος των 60's, τα ΜΜΕ, την αστική τάξη μέσω του καναλιζαρίσματος της κρατικής εκπαίδευσης που αυτή επέβαλε. Τοποθετώντας άλλο ένα, χρονικό αυτή τη φορά, οξύμωρο στην κουβέντα, η ομάδα του Gruppo 63 συνδέθηκε, όσο και αν το αρνιόταν ως ένα σημείο απόλυτα δικαιολογημένα, με τις ριζοσπαστικές προτάσεις των Ιταλών φουτουριστών στο χώρο των τεχνών. Συνεχίζοντας με τις εμφανείς επιρροές τους, ο John Cage και η αναδιοργάνωση αλλά και από-διοργάνωση του ποιητικού λόγου, στις οποίες ο σπουδαίος Αμερικανός σημαντικά συνέβαλε, φανερώνουν την εκλεκτική συγγένεια της ομάδας με τους πειραματισμούς (και εδώ τοποθετώ μια εντελώς προσωπική γνώμη) των cut-up του Ουίλιαμ Μπάροουζ.

Τον Ιούνιο του 1967 εκδίδουν για πρώτη φορά το Quindici και αρχίζουν να παρουσιάζουν με μια περιοδικότητα και μέσα σε μια απόλυτα ταραγμένη εποχή τις θεωρητικές τους θέσεις όσο και τη λογοτεχνική παραγωγή -δική τους αλλά και άλλων - που θεωρούσαν ευκταία με βάση όσα πρέσβευαν. Η ποίηση αποτελούσε για τους ίδιους μια επιστροφή στα βασικά: ποίηση σημαίνει δημιουργώ και παράγω κάτι ολοκληρωτικά νέο και δεν αναμασάω τα ήδη υπάρχοντα. Επιθυμούσαν σφόδρα να παρουσιάσουν μια ποιητική γλώσσα που φανέρωνε χωρίς χρονοτριβές την αποξένωση και την αταξία, το χάος και την απελπισία της ζωής μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία αλλά και την ελπίδα που η πράξη της ποίησης φανερώνει.

Ήθελαν και έλπιζαν, όπως το είχε εκφράσει και ο Έκο, η φόρμα της τέχνης που παρουσίαζαν να ήταν ανοιχτή σε όλες τις πιθανότητες, όποιες και να ήταν αυτές. Ο τρόπος που λειτουργούσαν αλλά και η ίδια η λογοτεχνική παραγωγή των μελών του Gruppo 63 προσιδίαζαν με τις εικαστικές τέχνες και τη μουσική. Η χρήση του κολάζ στον τρόπο παρουσίασης κειμένων και λέξεων, μια πρακτική που χρησιμοποίησε κατά κόρον ο Μπαλεστρίνι, αποτελούσε μια κριτική για την εργαλειακή χρήση της γλώσσας από την εξουσία αλλά και μια δόση σουρεαλισμού στο γραπτό λόγο της περιόδου.

Παρατηρώντας τους από την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, ήταν αριστεριστές με δεσμούς τόσο με τα ριζοσπαστικά πολιτικά υποκείμενα όσο και με το κατεστημένο. Αποτέλεσαν, όμως, άλλη μια συνέχεια της μεγάλης ιταλικής λογοτεχνικής παράδοσης και έφεραν στο φως αλλά και δημιούργησαν οι ίδιοι τις συνθήκες να βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής η ανανέωση του λόγου και τη τέχνης του στην Ιταλία. 

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δωδέκατο : Machine Gun

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.






Απέφυγα συνειδητά στα προηγούμενα έντεκα κείμενα οποιαδήποτε αναφορά σε κάποια τζαζ ηχογράφηση. Η οικειότητα και το πάθος μου για τη τζαζ αποτελούν ισχυρά ανασταλτικούς παράγοντες στην στοιχειώδη αντικειμενικότητα που απαιτεί η απεύθυνση σε οποιονδήποτε άλλο πέραν του εαυτού σου, όταν μιλάς για τέχνη.

Φτάνοντας στο δωδέκατο κείμενο της "αντικουλτούρας", δεν θα μπορούσα να αποφύγω αυτή την αναφορά για πολύ ακόμη. Η τζαζ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μεταλλάχθηκε πολύ γρήγορα σε ένα ιδίωμα που ενθυλάκωσε όλους όσους επιθυμούσαν να ταυτιστούν με τη γονιμότητα της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Απλώθηκε με τα γοργά βήματα ενός σπρίντερ σε εκφράσεις και εκφάνσεις εξόχως απομακρυσμένες από τους προδρόμους της, αποκτώντας την αίσθηση του επείγοντος και του τώρα όπως καθετί ριζοσπαστικό.

Παράλληλα, με εμβληματικές φυσιογνωμίες όπως ο Charlie Parker αφορούσε ( ή μιλούσε σε αυτούς ) τους νέους και τις νέες, τις κατώτερες τάξεις, πάντα σε μεγάλη απόσταση απ' το κατεστημένο. Στην ερώτηση για ποια ακριβώς τζαζ μιλάω, θα προτιμούσα να ντριμπλάρω λέγοντας πως οι χρονολογίες που αφορούν αυτή τη σειρά κειμένων ήταν μόλις η αρχή σε μια χρονική περίοδο απόλυτης ριζοσπαστικοποίησης σε όλα τα επίπεδα: μουσικά, εκφραστικά, στους χώρους που παρουσιαζόταν, στη σύνθεση καλλιτεχνών και κοινού, στις επιδιώξεις τόσο σε προσωπικό όσο και στο συλλογικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Οι βάσεις είχαν τεθεί βέβαια, σχεδόν σε αποκλειστικό βαθμό, από τη Δυτική μεριά του Ατλαντικού. Τον σημαντικό Μάη του '68, μήνα που η ηχογραφήθηκε το Machine Gun, δεν είχε περάσει ούτε καν ένας χρόνος από το θάνατο του σπουδαιότερου όλων, του John Coltrane. Ο ίδιος εμβαθύνοντας στην πνευματικότητα του, παθιασμένος, διαθέτοντας μια υψηλού επιπέδου τεχνική όσο και τη διάθεση να περιπλέξει τα πράγματα μέσω μιας απόλυτα προσωπικής κατάθεσης, είχε προχωρήσει τη τζαζ πολύ μπροστά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Στην ευρωπαϊκή μεριά του Ατλαντικού οι επιρροές ήταν διάχυτες και έντονες, όσο και ο θαυμασμός για τη μεγάλη μουσική που δημιουργούσαν προερχόμενη κυρίως από την αφροαμερικάνικη κοινότητα. Αυτός ο θαυμασμός συχνά μετακυλιόταν σε αντιγραφή, κάποιες άλλες φορές όμως δημιουργούσε τις συνθήκες ελευθερίας ώστε οι Ευρωπαίοι αυτοσχεδιαστές να πράξουν και να παράξουν.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια γεννήθηκε το Machine Gun, από μια παρέα (γιατί ήταν όλοι φίλοι) νεαρών σε ηλικία μουσικών που έψαχνα τρελαμένοι την ελευθερία τους. Οι Peter Brotzmann, Peter Kowald, Evan Parker, Han Bennink, Fred Van Hove, Willem Breuker, Buschi Niebergall και Sven-Ake Johansson αποτέλεσαν μια ομαδοποίηση μουσικών που έδρασαν και επέδρασαν καταλυτικά στον ευρωπαϊκό αυτοσχεδιασμό. Δημιούργησαν τις συνθήκες και τις νόρμες (όσο αντιφατικό και αν ακούγεται αυτό) ώστε και στη γηραιά ήπειρο να διαρραγούν δεσμοί και σχέσεις με παρελθούσες καλλιτεχνικές λογικές.

Άλλωστε, μιλώντας λίγο μεταφυσικά, την ύπαρξη του Machine Gun την απαιτούσε και την είχε ανάγκη η ίδια η ριζοσπαστική εποχή που το γέννησε. Πέρα από την καθόλου τυχαία χρονική περίοδο που ηχογραφήθηκε, το ίδιο το άλμπουμ αποτελεί μια προέκταση-μια επιβεβαίωση ίσως-όσων συνέβαιναν κοινωνικά και πολιτικά τότε. Η ηχητική του επίθεση από την αρχή έως το τέλος του μοιάζει ως μια ενστικτώδη επιθυμία όλων όσων εμπλέκονται σε αυτό. Μια επιθυμία που συμβαδίζει με τις αντίστοιχες της νεολαίας της εποχής: ελευθερία, κατάρριψη όλων των ταμπού, εξέγερση, σεξουαλικότητα, πάθος για τις τέχνες, σφοδρή αντίθεση στον ακαδημαϊσμό.

Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες στο Machine Gun συνέχισε την πορεία του στο σύγχρονο αυτοσχεδιασμό με τον ίδιο φρενήρη ρυθμό για τα επόμενα χρόνια. Σε αυτή την ηχογράφηση, όμως, μπαίνουν οι βάσεις ενός ήχου που ενώ δανείζεται από την ηλεκτρισμένη ενέργεια του rock n' roll, αποτελεί άλλο ένα βήμα στην, αντίστοιχης ταχύτητας, πορεία της τζαζ προς την ολική απελευθέρωση.

Είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζεις το Machine Gun ως μια ενιαία ηχητική οντότητα, παρά να επιδιώξεις το κομμάτιασμα των μερών που το συνθέτουν. Προφανώς αν το κάνεις αυτό, θα σταθείς έκπληκτος μπροστά στο χωρίς έλεος τρεχαλητό της rhythm section ή στη μανία των πνευστών. Όμως είναι αυτή η αίσθηση του συλλογικού, η μαγική διάδραση του μη εγωιστικού αυτοσχεδιασμού που, μαζί με το παθιασμένο παίξιμο τους, απογειώνει το Machine Gun ως μια καθολική εμπειρία.

Δεν γνωρίζω αλλά μπορώ να υποθέσω την απήχηση που είχε το άλμπουμ στην εποχή του. H FMP (η μικρή αλλά τόσο σημαντική εταιρία που το εξέδωσε ) βρισκόταν  στην αρχή της και λίγοι έδιναν την ανάλογη προσοχή. Δεν γράφω, όμως, εδώ έχοντας ως μπούσουλα την μετέπειτα αναγνώριση του. Και σε προηγούμενα κείμενα έχω επισημάνει το πιστεύω μου, πως ο πυρήνας της αντικουλτούρας ήταν το παρόν, απλά θα πρέπει να διευκρινίσω πως αυτό αφορούσε λίγους και λίγες.

Όπως και σε άλλα κείμενα που θα ακολουθήσουν, για έργα που απευθύνθηκαν σε ένα μικρό και μυημένο κοινό (τους cognocenti δηλαδή), αυτό το ίδιο το γεγονός δεν σημαίνει πως η επίδραση στα δρώμενα των τελών των 60's ήταν μηδαμινή. Προφανώς, βέβαια, το Machine Gun δεν είχε το impact των ηχογραφήσεων του Coltrane ή των ποπ πειραματισμών των Beatles.

H καταγεγραμένη παρουσία του, όμως, αποτελούσε το δρόμο και τον τρόπο της απόλυτης ριζοσπαστικοποίησης για κάθε μορφή τέχνης και δη για τη μουσική. Σε αυτό το σημείο βρίσκει κανείς το τόσο λογικό όσο και οξύμωρο του:  ακολουθεί την αναγκαιότητα της εποχής για ριζοσπαστική τέχνη και παράλληλα την αμφισβητεί, εξωθώντας αυτό το αίτημα στα απώτατα άκρα οποιασδήποτε καλλιτεχνικής προσέγγισης. Γι' αυτό και κάθε επαφή με το Machine Gun είναι απλά mind-blowing.