Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Πέμπτο : Thomas Pynchon

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.






Η δυσκολία στο να συμπεριλάβω σε αυτό το αποσπασματικό αφιέρωμα κειμένων, τόσο σπουδαίους λογοτέχνες (καλλιτέχνες εν γένει) είναι πως αυτή ακριβώς η σπουδαιότητα τους τείνει να υπερκαλύψει, να καπελώσει αν θες, την ίδια τη θεματική που θέλω να ορίσω. Πέντε χρόνια πριν από το 1966, έτος κυκλοφορίας του The crying lot of 49, έχει ήδη βγάλει το ντεμπούτο-αριστούργημα του, το V.,  ένα έργο που αμέσως τον τοποθέτησε στους μεγάλους της τέχνης του λόγου για μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παράλληλα ο τρόπος γραφής και οι υπόρητες συνάφειες αυτής τοποθετούσαν το όνομα Πύνσον σε αυτούς που πρέσβευαν το κάτι διαφορετικό.
Σίγουρα, εάν η θεματική των μικρών κειμένων δεν περιοριζόταν χρονικά, το V. θα μπορούσε να είναι μέρος της. Άλλωστε η δυναμική της εποχής αποτελούσε ένα αλληλοτροφοδοτούμενο δίπολο. Στον ένα πόλο θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε την αστείρευτη διάθεση των καλλιτεχνών να αμφισβητήσουν με κάθε τρόπο την υπάρχουσα τάξη και τα παράγωγα της. Στον άλλο ολόκληρο αυτό το κλίμα απείθειας το οποίο αποτελούσε τη μήτρα που γεννούσε περισσότερα έργα με τη φιλοδοξία της ανατροπής.
Φτάνοντας στο δεύτερο βιβλίο του και ενώ έχει κάνει σαφές με τον τρόπο που χειρίζεται ( ή, ίσως, καλύτερα που δεν χειρίζεται) τα media, πως δεν πρόκειται να παίξει απολύτως κανένα hype παιχνίδι, δημιουργεί άλλη μία ιστορία αποκαλυπτικής σάτιρας και μαύρου χιούμορ γεμάτη υπονοούμενα για το σήμερα. Με την άνεση ενός Μέλβιλ και ενός Ναμπόκοφ, στο πλάσιμο του κεντρικού του χαρακτήρα, η ηρωίδα του βρίσκεται αντιμέτωπη αλλά και μπλεγμένη μέσα σε έναν μυστηριώδη θρησκευτικού τύπου αλλά και έμπλεο με πολιτικές σημασίες οργανισμό καταστρέφοντας (οριστικά;) τη βαρετή καθημερινότητα της. Ίσως είναι η ίδια η καθημερινότητα της που προσπαθεί να την τοποθετήσει σε μια διαδικασία αναζήτησης και ερωτημάτων ακριβώς όπως η εποχή στην οποία το The crying lot of 49 ανήκει. Μια εποχή που ως άλλη μαύρη τρύπα ρουφάει τους καλλιτέχνες, υποχρεώνοντας τους (μέσα σε πολλά εισαγωγικά) να μιλούν για το τώρα, να το σχολιάζουν, να το απορρίπτουν και να αναδείξουν, με την εσωτερικότητα της τέχνης του λόγου, τα στραβά μιας κοινωνίας που από τότε βαδίζει το δρόμο του απολυταρχισμού.
Καθόλου τυχαία η ηρωίδα, η Oedipa Maas, μπλέκεται με έναν οργανισμό που ένας από τους σκοπούς του είναι να προσπερνά και να αποφεύγει το κρατικό σύστημα των ταχυδρομείων. Με τις, κάθε είδους, επικοινωνίες να αποτελούν ήδη μια κομβικής σημασίας πραγματικότητα-από τις κοινωνικές τους χρήσεις μέχρι την ελευθερία του λόγου-η ηρωίδα μπαίνει στη διαδικασία να κατανοήσει τη μαζική κλίμακα ελέγχου στην οποία υπόκεινται όλα τα παραπάνω. Αυτή η διαδικασία, μας εξηγεί ο Πύνσον χωρίς, φευ, να το λέει ποτέ φωναχτά, είναι η ίδια η Αμερική. Γιατί όπως έγραφε και ο Ερνέστο Σάμπατο, "Αυτή ήταν η πραγματική Αμερική για την τεράστια πλειοψηφία: αθλιότητα και δάκρυα, ταπείνωση και πόνος, νοσταλγία και όνειρα"
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο παράνοιας, μια συνήθη πρακτική (αν μπορούμε να καταγράψουμε οποιουδήποτε τύπου μανιέρα στα αριστουργήματα του ίσως να ήταν η ανάγκη περιγραφής της ίδιας της Αμερικής) των ιστοριών του, η άρνηση της πραγματικότητας αποτελεί την τελική απάντηση του συγγραφέα απέναντι στην αποσβολωτική δύναμη της εξουσίας. Μια άρνηση, όμως, που και μέσα από την Oedipa, δεν είναι μια πράξη απόσυρσης και μοναχισμού αλλά μια πνευματική αντιπαράθεση εναλλακτικών (και όχι χίπικου τριπαρίσματος μια και ο ίδιος ήταν καυστικότατος απέναντι στο χιπισμό) γεμάτη εναλλακτικές επινοήσεις, χιούμορ, ειρωνεία, αγάπη και γνώσεων.
Μέσα στο, εύκρατο για τη διαφορετικότητα, κλίμα της εποχής ο Πύνσον προτάσσει άλλη μια ιστορία,-από τις πολλές που παράχθησαν τότε-και άλλη μία αντιηρωίδα που στέκεται απέναντι στη χυδαιότητα της εξουσίας και τους μυριάδες τρόπους που αυτή εκφράζεται.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Hüseyin Ertunç Trio: Free jazz από την Τουρκία

Husein Ertunc Trio - Musiki


Ακόμη και εμείς εδώ στην Ελλάδα, γεωγραφικά τοποθετημένοι δίπλα, συχνά αντιμετωπίζουμε όσα συμβαίνουν στην Τουρκία πίσω από τα προκάτ κουτάκια των σκέψεων μας. Καθόλου σπάνια, για να θυμηθώ λίγο τον Οριενταλισμό του Εντουάρντ Σαϊντ, θεωρώντας τη ως τη δική μας εγγύς Ανατολή-άρα και τυποποιημένη με συγκεκριμένους τρόπους.Άλλοτε-πάλι αυτή η εγγύτητα-με τη γνώση του αντικειμένου που μας δίνει αυτή και την εσφαλμένη συναίσθηση πως σε μια αχανή, πολυεθνική και κοινωνικά και πολιτικά διαταραγμένη χώρα-σταυροδρόμι συμβαίνουν όσα νομίζουμε εμείς πως είναι εφικτά και τίποτα παραπάνω, Το ίδιο ισχύει και για το κομμάτι της τέχνης, μέρος και αυτής μιας κοινωνικής πραγματικότητας που νομίζουμε και ελπίζουμε πως κατέχουμε.

Ο συγκεκριμένος δίσκος, αφορμή για να γράψω, ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε αρκετά χρόνια πριν, το 1974. Από τότε, σε συνάρτηση με τη μεγάλη του ποιότητα, παρέμεινε ως άκουσμα στους λίγους και τυχερούς που έφτασε στα πικάπ και τα αφτιά τους. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι-ανάμεσα τους και εγώ-είχαμε μείνει στις, εν πολλοίς αποτυχημένες, προσπάθειες να τον αποκτήσουμε με σοβαρότερο εμπόδιο την σπανιότητα της συνάντησης με κάποια κόπια του και το πανάκριβο της τιμής της. Μιλάμε για τουλάχιστον διακόσια ευρώ. Ο κάθε είδους φετιχισμός πληρώνεται στον καπιταλισμό.

Η επανέκδοση του, δώρο για όποιον γουστάρει κάθε είδους αυτοσχεδιασμό, από την ιταλική Holidays Records αποδεικνύει για πολλοστή φορά πόσο δημοκρατικά μπορεί να λειτουργεί η ανεξάρτητη παραγωγή. Κάποιος-ο οποιοσδήποτε-αποφασίζει να βάλει το χέρι στην όχι γεμάτη τσέπη του και με μοναδικό κριτήριο την αγάπη του για ένα κομμάτι ξεχασμένης τέχνης, να το φέρει ξανά στην επιφάνεια, δίνοντας τη δυνατότητα σε πολλούς περισσότερους να το ακούσουν και να τους διαλύσει το μυαλό και την ψυχή με όλους τους δυνατούς τρόπους. Και όλα τα παραπάνω χωρίς τους χυδαίους υπολογισμούς κερδών αλλά και το πασπάλισμα με διάφορα, δήθεν έξτρα που περιλαμβάνουν οι επανεκδόσεις από τις μεγάλες εταιρίες. Και, φυσικά καταργεί τις κάθε είδους υπεραξίες που δημιουργούνται-παντελώς παραπλανητικά-στην αγορά του δίσκου.

Να το κάνω και πιο λιανά, εφόσον δεν έχω τον απόλυτο φετιχισμό της κατοχής μιας πρώτης έκδοσης, μπορώ να αποκτήσω αυτό το άλμπουμ με είκοσι ευρώ πλέον. Τόσο απλά. Από την άλλη, αυτό που θα ακούσεις βάζοντας στο πικάπ αυτό το βινύλιο, δεν είναι καθόλου απλό στην περιγραφή του. Ξαναγυρνώντας στις αρχικές σκέψεις, εντυπωσιάζομαι από τον τρόπο που ενώνεται μια ηχογράφηση που συνέβη στην Αμερική με την Ανατολή. Ο συνδετικός κρίκος είναι αναμφισβήτητα ο Husein Ertunc. O τρόπος που καταθέτει το ρυθμικό μέρος των κομματιών γεννούν μέσα μου ένα σωρό ιδέες για την περιγραφή του χωρίς να πέσω στην παγίδα της στείρας ακαδημαϊκής περιγραφής, μιας περιγραφής στην οποία στέκομαι αισθητικά και ιδεολογικά απέναντι μη έχοντας παράλληλα τις τεχνικές γνώσεις για να την ενισχύσω.

Τα κρουστά του δημιουργούν ένα πολυρυθμικό μουσικό χάλι πάνω στο οποίο χορεύουν και κινούνται με την ευκαμψία ενός δελφινιού που κάνει πιρουέτες τα πνευστά του Phil Musra και του Michael Cosmic. Ο συνεκτικός ιστός όλων είναι τα ντραμς, μόνο που αυτά, την ίδια στιγμή μοιάζουν να ακολουθούν ένα δικό τους δρόμο, παράλληλο αλλά μη τεμνόμενο με τα πνευστά. Γεμάτο φράσεις και υπονοούμενα κοσμικής μουσικής και ανατολίτικης-λέγε με και spiritual-φιλοσοφίας τα κρουστά καταλαμβάνουν το χώρο αλλά ταυτόχρονα δίνουν αρκετό ώστε τα πνευστά να συλλειτουργήσουν αυτοσχεδιαστικά μέσα από μελωδίες, φράσεις και κραυγές.

Είναι σαφές, σαφέστατο πως η δουλειά στους ρυθμούς σε εντυπωσιάζει τόσο που αδικείς τους άλλους δύο της παρέας. Γεγονός. Έχω μείνει τόσο έκθαμβος με αυτά όσο όταν άκουσα για πρώτη φορά το Sunny Murray στο  πρώτο τρίο του Albert Ayler και τον Rashied Ali όταν ο Coltrane τον προίκισε με απόλυτη εκφραστική ελευθερία. Παραμένοντας δύσθυμος απέναντι σε μουσικές που διακρίνονται για τη φανερή ή μη πνευματικότητα τους εδώ απλά παραδόθηκα με χαρά στο συναίσθημα της ηχογράφησης και την εσωτερικότητα της. Και, φυσικά στο παίξιμο του Husein Ertunc. Τα εκφραστικά μου μέσα εξαντλήθηκαν στην περιγραφή, νομίζω πως είναι καλύτερα να σταματήσω κάπου εδώ, πριν καταφύγω σε βερμπαλιστικές υπερβολές.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Οι ήρωες (μου), οι τάφοι τους και η πραγματικότητα της καθημερινότητας μου




Γράφοντας για τρίτη συνεχόμενη  μέρα, αυτό το μπλογκ πλησιάζει ακόμη περισσότερο προς το ημερολόγιο απ' όσο, ίσως, αντέχω. Από την άλλη αυτό ακριβώς αναφέρω λίγο παραπάνω. Το αναφαίρετο δικαίωμα μου να γράφω ότι θέλω και όπως το θέλω, με γλυτώνει από το χλευασμό και την ειρωνεία πως τώρα, στα τριάντα εφτά μου χρόνια πια, διάβασα για πρώτη φορά το Περί Ηρώων και Τάφων του Ερνέστο Σάμπατο. Ναι, ο ελιτιστής εαυτός μου δεν έχει λυπηθεί πολλούς και πολλές σε ανάλογες παραλείψεις, και τους έχει ραπίσει πνευματικά χωρίς κανένα έλεος.
Αλλά είπαμε, ημερολόγιο μου είναι ότι θέλω γράφω.

Το προπέρσινο καλοκαίρι ήταν αυτό του Θουκυδίδη, το περσινό του Πύνσον (άλλο ένα) και της Ζυράνας Ζατέλη, το φετινό του Σάμπατο. Πόσο θαυμάσια είναι αυτή η κλοπή ευφυίας και σοφίας που ονομάζουμε ανάγνωση! Γεμίζουμε σαν άλλα μπαλόνια πνευματικής τροφής από τον πνευματικό κάματο άλλων, πολλές φορές τους κλέβουμε κατακρεουργώντας όσα θα ήθελαν να πουν, άλλες γινόμαστε εμείς πλουσιότεροι κατακτώντας, αρχικά νέες κορφές σκέψης μέχρι, κάποτε, να πατήσουμε γερά στα δικά μας πόδια. Ώς τότε, όμως, τους έχουμε απαλλοτριώσει με κάθε δυνατό και καλοπροαίρετο τρόπο.
Διαβάζοντας, ρουφώντας και αναμασώντας τις γραμμές του Περί Ηρώων και Τάφων σε μια αργή απολαυστική διαδρομή θαυμασμού και ευχάριστη θλίψης μου έρχονταν συνεχώς στο μυαλό εκείνος ο χαρακτηρισμός που, όπως κάθε ταμπέλα, μίσησα από μικρός όταν πρωτοδιάβασα το μεγάλο Μάρκες Ο μαγικός ρεαλισμός των λατίνων συγγραφέων ο οποίος, διαβάζοντας όλο και περισσότερους, έχει πλέον μετατραπεί-ας μου επιτραπεί να έχω μια δική μου γνώμη σε αυτό-σε μια, ασυνείδητη ή όχι, προσπάθεια, να μιλήσουν για τη Λατινική Αμερική και τα δεινά της. Μπόρχες, Γκαλεάνο, Φουέντες, και κάμποσοι ακόμη μιλούν και γράφουν με την αγάπη του σoβινιστή απέχοντας παρασάγγας από κάθε τέτοια ενοχλητική ομοιότητα. Απλά αγαπούν. Τον τόπο που γεννήθηκαν, τα παιδικά τους χρόνια (ίσως τα μόνα πραγματικά ονειρικά μας χρόνια;), τους ανθρώπους ( και, ναι, κυρίως τους φτωχούς και απλούς) και τη φύση.
Αυτή την αγάπη βρήκα στο Σάμπατο, σε τόσο μεγάλο βαθμό που σκέπασε το μυαλό μου και ζέστανε την καρδιά μου. Γράφοντας για μια καθημερινή ιστορία αγάπης, έρωτα και πάθους με όλες τις κορυφώσεις και τα βάραθρα της, παρέμβαλε περιστατικά πλούσιας φαντασίας αλλά και ιστορίας από το γενέθλιο τόπο του, τη χώρα των ονείρων και για πολλούς από εμάς τους Ευρωπαίους, την Αργεντινή. Δημιουργεί, έτσι, πολλές πραγματικότητες παράλληλες, αλληλοσυγκρουόμενες αλλά και εφαπτόμενες, με μοναδική διάθεση να τονίσει τη σημαντικότητα όλων και την ευτυχία της απλότητας. Τα πράγματα και οι καταστάσεις είναι αυτές που είναι και ομορφαίνουν όταν αγωνίζεσαι και ποθείς να τα ζεις και, ενίοτε, να τα αλλάζεις.
Μου προκαλεί τεράστια ερωτηματικά πως στον ριζοσπαστικό και, ιδιαίτερα, στον αναρχικό χώρο αυτό το βιβλίο δεν είναι mega hit. Πέρα από τις προφανείς αναφορές που αναδεικνύουν τις γνώσεις και την ιδεολογική συμπάθεια του ουμανιστή συγγραφέα, το Περί Ηρώων και Τάφων συγκλονίζεται και φλέγεται από και για τους αγώνες των από κάτω. Απέναντι στην λίγο ελιτίστικη προσέγγιση του Φουέντες για τις επαναστάσεις στο Μεξικό, ο Σάμπατο δικαιολογεί και στηρίζει με όλα τα λογοτεχνικά του όπλα τις δύσκολες επιλογές και τις συνέπειες τους. Ο Σάμπατο μιλά για εμάς. Σέ ολόκληρη τη μακρά διάρκεια ανάγνωσης του βιβλίου ήταν δίπλα μου προσπαθώντας να μου ψιθυρίσει εκεί που σταματούσα και να με στηρίξει όταν απογοητευόμουν.

Έφτασα στο τέλος ασθμαίνοντας και πλήρης συναισθημάτων την ώρα που το Περί Ηρώων και Τάφων είχε μετατραπεί μέσα μου σε ένα μολύβι απόλαυσης, προβληματισμού και υπέρλαμπρης  σοφίας. Έφτασε στο τέλος του (αν και η μεγάλη διαδρομή του στα έγκατα της συνείδησης μου ξεκινά τώρα) μέσα σε θορυβώδεις καταρράκτες συγκίνησης.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Τέταρτο : Steve Reich

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.





Γράφοντας για τον Steve Reich είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην αναφερθείς στην με τόσο κόπο προσπάθεια του να προστατέψει το καλλιτεχνικό του όνομα από τις αβαρίες της παντός είδους πολιτικοποίησης. Πιθανότατα ο ίδιος είναι ο λιγότερο πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης σε αυτή τη σειρά κειμένων που επιθυμώ να γράψω. Το ζήτημα της στράτευσης στην τέχνη είναι σαφές και το έχω αντιμετωπίσει ξανά από αυτό εδώ το αρρωστημένα υποκειμενικό blog. Την απορρίπτω μετά βδελυγμίας.
Η πολιτικοποίηση, όμως, είτε με μια λανθάνουσα αριστοτελική οπτική, είτε με τη σαφώς πιο σύγχρονη λογική του καλλιτέχνη γεμάτου ευαισθησίες για την καθημερινότητα και τα πεπραγμένα της, είναι κάτι άλλο.
Όταν μιλάμε για τα παραπάνω, περισσότερο επικεντρωνόμαστε στο τι δεν θέλουμε να είναι ο καλλιτέχνης: αποκομμένος από την πραγματικότητα, εγωπαθής, φορέας ελιτισμού και μέσο προπαγάνδισης από την κυριαρχία. Και κάτι απ' όλα αυτά ο Steve Reich δεν ήταν ποτέ.
Τα έργα στα οποία επικεντρώνομαι σε αυτές τις γραμμές, το Come Out (1966) και το Piano Phase (1967) ξεκάθαρα βάζουν δύο ειδών δυσκολίες στο τραπέζι της συζήτησης. Η πρώτη είναι, φυσικά, πως ένας καλλιτέχνης που δεν έδινε σημασία στις πολιτικές προεκτάσεις της τέχνης του, παράγει δύο τόσο πολιτικά έργα, ιδιαίτερα το πρώτο. Η δεύτερη, η οποία στο δικό μου μυαλό αποτελεί και απάντηση στην πρώτη, αφορά τις περιδινήσεις της εποχής και πως αυτές, ξεκάθαρα ή υποδόρια, εμπλέκονται στο έργο ενός καλλιτέχνη που θέλοντας και μη, είναι κοινωνός της εποχής του, ευαίσθητος συνοδοιπόρος της κοινωνίας που ζει μέσα της.
Τα δύο αυτά έργα αποκρυσταλλώνουν την ιδιαίτερη δυναμική εκείνων των χρόνων και τον απροκάλυπτο δυισμό της. Μέσω του Come Out έχουμε την καταγγελία. Ξεκάθαρη όσο και σαφέστατη θέση. Μέσω του Piano Phase ακολουθείται μια διαδικασία (τόσο έντονη τότε) αναχώρησης, μια απομάκρυνση από την πραγματικότητα που πληγώνει την ηθική μας και πολτοποιεί την κοινή λογική. Και τα δύο διέπονται από την παμπάλαια αρχή της επαναληπτικότητας προλειαίνοντας, με τις λούπες τους,το έδαφος για το hip-hop μπόλικα χρόνια πριν. Για τον Reich το Come Out αποτελούσε τη συνέχεια του συγκλονιστικού-και τόσο μπροστά από την εποχή του-It's Gonna Rain παράγοντας το διδυμάκι του προηγούμενου. Ακόμη και ο ίδιος να ερχόταν διαβεβαιώνοντας με πως κανένα από τα δύο δεν αποτελεί ξεκάθαρη πολιτική δήλωση, δεν θα τον πίστευα. Γιατί εδώ δεν έχουμε απλά ένα υπονοούμενο, ένα κλείσιμο ματιού, αλλά μια κραυγή. Απόγνωσης, θυμού ή αποστροφής, δεν ξέρω.Πάντως είναι εκκωφαντική.
Καθόλου τυχαία, ένα χρόνο μετά, στο Piano Phase η αντικουλτούρα ως υφολογικό εργαλείο συναντά τις trance λογικές της Ανατολής φτιάχνοντας το απόλυτο εργαλείο φευγιού και αντίδρασης. Μόνο που τώρα τα όπλα δεν είναι τα σιτάρ και τα τάμπλα αλλά το πιάνο, λουπαρισμένο όσο δεν πάει. Μπορώ να κατανοήσω τον οποιονδήποτε που του φαίνεται απλοϊκή αυτή η λογική. Τον οικτίρω κιόλας γιατί δεν αφήνεται στο ψυχεδελικό ταξίδι (αχ, πίστεψε με, δεν το εννοώ όπως οι εναλλακτικοί) που αυτή υπονοεί και φέρνει εις πέρας.
Μπαίνοντας και εγώ στο παιχνίδι της επανάληψης,δεν υπάρχει επιχειρηματολογία ικανή να με πείσει πως αυτά τα δύο έργα δεν είναι μέρος μιας ευρύτερης σκέψης. Μιας παραγωγικής οργής, ενός ψαξίματος που εκείνη η κρίσιμη εποχή, ως λίπασμα, έφερε ως αποτέλεσμα να παραγάγει σοκαριστικά έργα εσωτερικών διεργασιών που εξελίσσονταν, ως άλλες αλυσιδωτές αντιδράσεις, σε εκρήξεις εξωτερικού χώρου.
Τι περισσότερο πολιτικό από αυτό; 

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Ασύμμετρες σκέψεις, ασύμμετρη γραφή: Los Angeles Free Music Society, οι Doo-Dooettes, πειραματισμός



Καθώς προσπαθώ να αιτιολογήσω και συνάμα να εκλογικεύσω τι είναι αυτό που με τραβά προς κάθε μορφής ηχητικό πειραματισμό και αυτοσχεδιασμό, πιάνω τον εαυτό να μην μπορεί να αρθρώσει λέξη. Σαν να με πνίγει το δίκιο ένα πράμα. Πέφτω-και τσακίζομαι-στη μεγάλη λακκούβα της επεξήγησης του αυτονόητου. Ως αυτονόητο λογίζω την παραγωγή ήχων, το παιχνίδι (δες εδώ πως το εννοώ), με βάση το μπενγιαμικό spielraum, του ανθρώπου με τους ήχους, τη μουσική και την προσωπική του έκφραση.
Αδυνατώ, περισσότερο από δυσκολεύομαι, να κατανοήσω (πως λοιπόν να εξηγήσω;) τι σε κάνει να μην παράγεις μουσική, τέχνη γενικά με οποιοδήποτε καθημερινό αντικείμενο βρίσκεται γύρω σου, και "πρέπει" να αποτανθείς σε ειδικά όργανα, εργαλεία, εξοπλισμούς. Πόσο αντιδημοκρατική και ξεκάθαρα ταξική είναι αυτή η λογική. Άλλο τόσο αποδιοργανώνει τη σκέψη μου η προσπάθεια να επιχειρηματολογήσω υπέρ αυτής της διαφορετικότητας στη σκέψη.
Παράλληλα μου μοιάζει αφάνταστα αντιδραστικό και περιοριστικό να μιλήσω για τις άρρητες διεργασίες οι οποίες εν τέλει είναι και παντελώς προσωπικές για να γειωθούν με λόγια, που οδηγούν τον οποιονδήποτε να εκφραστεί με κάθε τρόπο έξω από την όποια κανονικότητα ενός μουσικού οργάνου, ενός καμβά ή μιας-δεκαετιών πίσω-παρωχημένης κινηματογραφικής λογικής,
Άπειρα χέρια μου κλείνουν το στόμα ενώ η δική μου απορία για τον άλλο που, πλέον, αυτός δεν καταλαβαίνει τα αυτονόητα, δένει τη γλώσσα μου σε κόμπους χειρότερους από το γόρδιο δεσμό.

Ακούγοντας το Think Space των Doo-Dooettes, ηχογραφημένο ακριβώς σαράντα χρόνια πριν, βρέθηκα και πάλι στην εθιστικά ευχάριστη, για τον ελιτισμό μου, θέση να μιλάω σε αυτό τον φανταστικό μου συνομιλητή που πάντα με προσέχει και με ακούει, για την ομορφιά της ελεύθερης έκφρασης, την άγρια ευχαρίστηση που παίρνεις από την χωρίς κανόνες τέχνη. Πόσο μάλλον όταν μοιάζει όλο αυτό να προέρχεται από μια εσωτερική ανάγκη η α λα Philip Dick no man's land ζώνη που ζεις και κινείσαι ( το Los Angeles και η ιλουστρασιόν, τόσο ποθητή, κόλαση του για την οποία κάτι έχω γράψει πρόσφατα) να αποτελέσει μια περισσότερο ευχάριστη πραγματικότητα μέσω της μουσικής σου.Ή, έστω, να δημιουργήσεις μια δική σου εναλλακτική πραγματικότητα η οποία θα αποτελεί αντίβαρο στα σκατά του εξωτερικού περιβάλλοντος. Θα ήθελα ήμουν εκεί, το διήμερο που ηχογραφήθηκαν αυτά τα κομμάτια. Να γευτώ όσο γίνεται τον αντί-ηρωισμό και την αγωνία που συνοδεύει τις ευτυχισμένες στιγμές όταν ακόμη δεν τις αξιολογούμε ως τέτοιες.
Αυτή η ανάγκη, τόσο έντονη στις ηχογραφήσεις της κολεκτίβας-παρέας Los Angeles Free Music Society προσθέτει άλλο ένα κλικ στην έντονη επιθυμία μου (δεν ξέρω μην είναι και διαστροφική ανάγκη) επισκεφτώ αυτή την πόλη και να γευτώ τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις ψέματος και εικόνας. Το γεγονός πως εκεί, στην άλλη άκρη του κόσμου υπάρχουν καλλιτέχνες σαν όλους τους προαναφερθέντες με συγκινεί σαν να ανακαλύπτω ένα νέο είδος ζωής σε μια έρημο του θανάτου. Το ξέρω πως υπερβάλλω.
Όπως υπερβολική είναι κάθε σπουδαία έκφραση, υπερβολικός και ο τρόπος που δινόμαστε σε καθετί που μας βγάζει από τη βαρεμάρα και τη μακάβρια σαστιμάρα της καθημερινότητας. Είναι κάταδικός μας όμως. Ας φλέγονται οι άνθρωποι και ας μοιάζουν υπερβολικοί. Σε κάποιους. Οι υπόλοιποι καταλαβαίνουμε.




Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Η εθνική αφήγηση απέναντι στη γνώση και την ιστορία



Ο τουρισμός είναι μια ανοιχτή πληγή για τους πολλούς και μια πηγή κέρδους για λίγους. Ισοπεδώνει παραδόσεις, ιστορίες, προσωπικές και συλλογικές, κάτω από μια μονόχνοτη διχρωμία. Όπως το μπλε του Αιγαίου και το λευκό του ασβέστη ένα πράμα. Εξισώνει διαφορετικές ιστορικές διαδρομές σε ξεχωριστούς τόπους διυλίζοντας τα μέσω του κέρδους.
Εξανδραποδίζει διάφορα τοπία, αλλάζοντας το χαρακτήρα τους, από την ελληνική γεωγραφία, εκμεταλλευόμενος την εγκατάλειψη από αυτούς που μέσα στο χρόνο τα δούλεψαν δίνοντας τους τη μορφή του ιδρώτα τους. Αντιμετωπίζει τη φύση και τα ζωντανά της πλάσματα σαν κάδρο κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας, υποτακτικούς συνομιλητές της και μόνο. Παίζει μπάλα μόνος του, όμως, μια και στην πλειοψηφία της ελληνικής επαρχίας η ανθρώπινη παρουσία αφορά παρελθοντικούς χρόνους και όχι το σήμερα.
Το μικρό νησί της Τήλου, με την τύχη και την ατυχία της μεγάλης απόστασης από τον Πειραιά, τόπος μεταναστών εδώ και δεκαετίες,  είναι τυπικό παράδειγμα των παραπάνω. Μινιμαλιστικά πέτρινα τοπία που μαρτυρούν την έντονη ανθρώπινη παρουσία στο πρόσφατο παρελθόν, με την εγκατάλειψη να καλοδέχεται τα ημιάγρια κατσίκια τα οποία καταλαμβάνουν απ' άκρη σε άκρη το νησί κυκλοφoρώντας, τουλάχιστον αυτά, ελεύθερα.
Και, όμως, ένα μικρό θαύμα βρίσκεται στα όρια του νησιού και περιμένει χρόνια να αναδειχθεί. Σε αυτό το μέρος μέχρι μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν ζούσαν νάνοι ελέφαντες, οι τελευταίοι της Ευρώπης. Η ιστορία τους, οι μυθιστορηματικοί τρόποι που έφτασαν μέχρι εκεί (από ξηρά και θάλασσα), η μοναδικότητα του φαινομένου, η συγκίνηση-αν θες-πως αυτά τα εξαιρετικά πλάσματα δεν υπήρξαν κάτοικοι μόνο της σαβάνας, άλλα έζησαν εδώ δίπλα μας, δεν αποτελούν εχέγγυα ώστε όλα τα παραπάνω να αναδειχθούν.
Οι εργασίες στο σπήλαιο που βρέθηκαν τα απολιθώματα συνεχώς διακόπτονται και ξεκινούν και πάλι. Το νέο μουσείο δεν έχει ανοίξει, και λιγοστά, μόνο, από τα ευρήματα στριμώχνονται σε μια μίζερη παλιά αίθουσα του Δήμου χωρίς εξειδικευμένο προσωπικό. Τρεις δεκαετίες τώρα.
Προφανώς όλη αυτή η ζωντανή ιστορία του νησιού δεν αξιολογείται ως ισάξια μπροστά στον κάθε νέο τάφο του μεγάλου στρατηλάτη Αλέξανδρου και συνθλίβεται απέναντι σε κάθε νέο παραμύθι εθνικής ανάτασης και αφήγησης.
Δεν επιθυμώ να μπω σε μια βλαχοδημαρχιακή λογική για το πως "αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται". Γίνονται παντού. Είναι ο καπιταλισμός και οι εθνικές συστημικές αφηγήσεις. Είναι πως αξίζει μόνο ότι μπορεί να λειτουργήσει άμεσα στη χρηματιστηριακή αγορά του τουρισμού και στην πηγάδα του σωβινισμού. Η γνώση, η μνήμη και η ζωντανή λαογραφία για τους πολλούς αποτελούν εχθρικές σημασίες μπροστά στο κέρδος και στη διατήρηση ενός στάτους κβο.
Όλοι όσοι λέμε κάτι διαφορετικό πρέπει-κάθε φορά-να αποδεικνύουμε πως δεν είμαστε, εκτός τόπου και χρόνου, ελέφαντες γραφικότητας. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είμαι με τους ελέφαντες.

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Ζωντανή λαογραφία




Δεν ντρέπομαι καθόλου να γράψω πως αυτός ο τόπος έχει αμέτρητες ομορφιές. Φυσικές και ανθρωπογενείς. Πάνω σε διάσελα και κορφές, σε ερειπωμένα ή με ελάχιστους κατοίκους χωριά, μέσα σε δάση και σβησμένα μονοπάτια βρήκα τον εαυτό μου και άλλοτε τον έχασα για να ανακαλύψω κάτι άλλο, διαφορετικό. Προσδιόρισα ξανά τα πιστεύω μου, διεύρυνα το γνωστικό μου πεδίο και σκότωσα μέσα μου λανθασμένες αντιλήψεις. Με χιόνι, κρύο, ζέστη, μύγες, πέτρες και ήλιο.
Πήγα παντού, ίδρωσα λίγο παραπάνω, δεν κάθισα αραχτός σε μια σκιά για ώρες και μέρες. Η αμοιβή μου ήταν πλουσιοπάροχη. Πολλές φορές βρέθηκα να ακροβατώ μεταξύ παρελθόντος και παρόντος σαν αυτά τα δύο να αλληλοεπικαλύπτονται. Με κάθε επόμενο βήμα οι χωροχρονικές διαστάσεις επεκτείνονταν. Γεμάτος, πλήρης εικόνων και συναισθημάτων έφτανα στο τέλος κάθε διαδρομής. Μέχρι την επόμενη. Καμία σημασία αν αυτή κρατούσε μισή ώρα, πολλές ώρες ή και μέρες.
Κάθε τόπος έχει να πει τη δική του ιστορία. Αρκεί ν' ακούς. Να θεωρείς τον εαυτό σου υπερτυχερό σαν βρεθείς με ανθρώπους που εκεί, επιτόπου, μπορούν και έχουν να σου πουν για τον τόπο τους. 'Οσες περισσότερες ιστορίες κι διηγήσεις-γεμάτες υπερβολές, ψευδαισθήσεις, ωραιοποιήσεις-ακούω, τόσο πείθομαι πως αυτό που η πλειοψηφία άκοπα βαφτίζει αγάπη για την πατρίδα, δεν είναι παρά νοσταλγία και συγκίνηση για την μοναδική, τελικά πατρίδα: τα παιδικά μας χρόνια.
Ακούω όμως. Και μαθαίνω. Προσπαθώ τουλάχιστον. Μέσα από τις διηγήσεις άλλων γνώρισα τον εαυτό μου καλύτερα, τις ελπίδες και τις φοβίες μου, συγκινήθηκα και γέλασα πολύ. Ακόμη το κάνω. Πολλές απ' αυτές μου έμοιαζαν σαν κομμάτια ενός παζλ που αποτελεί το συλλογικό μας υποσυνείδητο, τη συλλογική μας μνήμη. Κάθε φορά αλλάζει η γεωγραφία και η τοπογραφία, κάποιες μικρές λεπτομέρειες όπου η τύχη και το κλίμα παίζουν το δικό τους ρόλο.
Δεν μπορώ, όμως, να διακρίνω διαφορές στη συνολική εικόνα. Αν δεν συνέβαινε έτσι, δεν θα μου φαίνονταν τόσο δικές μου όλες αυτές οι διαφορετικές ιστορίες. Σαν όλες-στον πυρήνα τους-να ανάγονται σε μία ζωντανή λαογραφία. Στην αγάπη, την ελπίδα, το πάθος και την αναζήτηση. Ένα ελάχιστο μέρος και εμείς κάποιου μεγαλύτερου με πλήρη, θα ήθελα, επίγνωση του μικρού μας μεγέθους και υποχρέωση μιας συνέχειας και όχι της καταστροφής.


Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Τρίτο : Η Οδύσσεια του Διαστήματος

Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.





Ξεκινώντας από το αυτονόητο, είναι πολύ δύσκολο να γράψεις για αυτή τη δημιουργία. Ένα φιλμ, το σενάριο του οποίου συνέγραψε ο μεγάλος οραματιστής του σινεμά Στάνλεϊ Κιούμπρικ μαζί με τον Άρθουρ Κλαρκ, που βρίθει συμβολισμών και που κατάφερε, μέσα στην (κάλλι)τεχνική αρτιότητα του να προλογίσει την κατάκτηση της Σελήνης (πόσο σπουδαίο γεγονός για να αφήνεται βορρά στις λεγόμενες νίκες του καπιταλισμού) ένα χρόνο μετά. Και όμως αυτή η avant-garde ταινία υψηλής αισθητικής έγινε μονομιάς πολύ δημοφιλής στην κοχλάζουσα νεολαία της εποχής, η οποία στις εικόνες της ανακάλυψε πολλά περισσότερα από μια απλά πολύ καλή sci-fi ταινία.
O συνδυασμός μουσικής και εικόνας, από το εναρκτήριο όσο και στο κλείσιμο Also sprach Zarathustra του Γιόχαν Στράους μέχρι τις καταπληκτικές επιλογές (του ίδιου του Κιούμπρικ) κομματιών του μεγάλου Γκιόργκι Λίγκετι αλλά και του Αράμ Χατσατουριάν, δημιουργούν μια ολιστική σύνθεση που σε καθηλώνει και δημιουργεί τη μαγεία των πρώτων ημερών του βωβού κινηματογράφου. Το παλιό και το νέο συμπυκνώνονται στα 142 λεπτά που διαρκεί η ταινία, ενώ ο ίδιος ο Κιούμπρικ εδραιώνεται σαν ένας από τους πρώτους πρωτοπόρους του μοντέρνου κινηματογράφου.
Όπως ο Ντζίγκα Βέρτοφ δεκαετίες πριν χρησιμοποιούσε τις ασπρόμαυρες εικόνες για να κοιτάξει και να περιγράψει το επαναστατημένο μέλλον της ανθρωπότητας, έτσι και ο Κιούμπρικ μετατρέπει το χρώμα ως το κλειδί-εξάγγελο της νέας εποχής, του σινεμά ως ανεξάρτητης τέχνης αλλά και της ζωής, και να συνδέσει τις άρρητες παραστάσεις της φαντασίας μας σε μια ριζοσπαστική φαντασμαγορία διαφορετικότητας και συμβολισμών.
Έτσι, όχι όμως ξαφνικά αλλά όχι και από το πουθενά, η αντικουλτούρα αποκτά προεκτάσεις, όπως στη συμβολική σκηνή με τη στήλη, που παραπέμπουν σε θρησκευτικούς συμβολισμούς αλλά και κριτικής της έλευσης μιας ανώτερης εξουσίας η οποία, όπως κάθε εξουσία, διακόπτει την αλληλουχία μιας εποχής ισότητας σε έναν χωρίς εξουσίες πλανήτη.
Η Οδύσσεια του Διαστήματος είναι ένα πλούσιο σύμπαν στοχασμών σε ζητήματα όπως η χρήση της ευφυίας και της τεχνικής για τον εξουσιασμό, την κυριαρχία και την καταστροφή, μια καλλιτεχνική δημιουργία που βασίζεται στην εικόνα και το συνδυασμό της με τον ήχο και όχι στην πλοκή η οποία με τη φαντασμαγορική εικονογραφία της εγκλωβίζει το μάτι και τη φαντασία και, ουσιαστικά, προλογίζει τη μετέπειτα εποχή των οπτικών εφέ στον κινηματογράφο.
Μίλησα λίγο πιο πάνω για πλοκή και της απουσία αυτής, αλλά ο Κιούμπρικ, ως πολύ μεγάλος καταφέρνει ακόμα και αυτή-ως ένα κλείσιμο του ματιού-να την εντάξει στην αφήγηση του μέσα από την πάλη του ανθρώπου-κοσμοναύτη (ναι, προτιμώ να χρησιμοποιώ τον όρο των σοβιετικών...) και του Χαλ, το άγρυπνο μάτι του να αποτελεί τον φρουρό ενός μη ανθρώπινου περιβάλλοντος και την απόδειξη πως η τεχνολογία αποτελεί μέσο εξουσιασμού και ελέγχου με τελικό σκοπό την πλήρη αντικατάσταση του σκεπτόμενου ηθικού ανθρώπου με το εξανδραποδισμένο κακέκτυπο του. Μέσα από αυτή τη μάχη διαγράφεται η διαπάλη εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου με τον άνθρωπο να καταφέρνει (στέλνοντας το μήνυμα του πυρήνα της οπτικής του Κιούμπρικ για το μέλλον) να γίνει κύριος της ύπαρξης του.
Αυτό το ταξίδι στο μέλλον αποτελεί τον πυρήνα και την ουσία της Οδύσσειας του Διαστήματος. Ένα ταξίδι, όμως, που θέλει τον άνθρωπο αυτεξούσιο χωρίς κανένα θεό και καμιά εξουσία δίπλα του, συνοδοιπόρο της φύσης και όχι κυρίαρχο της.
Η ύπαρξη-και η πιθανότητα της-εξωγήινης ζωής αποτελεί σωτηρία για τον μαστιζόμενο από το ζόφο της καταστροφής πλανήτη την ίδια ώρα που ο σκηνοθέτης κοιτά με απορία όσους δεν έχουν στραμμένα τα βλέμματα τους εκεί έξω, σε μια ματιά ελπίδας και αλλαγής, αλλά κοιτούν μόνο μέσα τους με μια αυτοκαταστροφική αυτιστική μανία που θα οδηγήσει μόνο στο τίποτα και στο δυστοπικό φόβο. Το μήνυμα προς κάθε εξουσία είναι σαφές.
Οι ανατριχιαστικά όμορφες εικόνες του φιλμ κραυγάζουν πως ο άνθρωπος-ο πλανήτης σε γενίκευση-θα επιβιώσει μόνο μέσα από την παραδοχή της ελάσσονος σημασίας της ύπαρξης του. Κατεβαίνοντας από το βάθρο της ανωτερότητας του, στο πολύ κρίσιμο παρόν του τότε, το 1968, θα μπορέσει να κερδηθεί η μάχη για τη συνέχιση της πορείας προς το άπειρο.
Η διαδρομή αυτή, όπως η πορεία του πρωταγωνιστή σε μια ταχύτητα φωτός μέσα στο χώρο και το χρόνο,θα είναι σκληρή και επίπονη γεμάτη ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις. Αυτές μπορούν να δοθούν (και) από την τέχνη του σινεμά που σε κάθε επίπεδο, συμβολικό και πρακτικό, αντιστέκεται στη συσπείρωση των διαλυτικών δυνάμεων. Η ενότητα ξεκινά από το έμβρυο ως ένα σπερματοζωάριο στη μήτρα και συνεχίζεται στο άπειρο του χρόνου.
Με την Οδύσσεια του Διαστήματος οι προβληματικές της αντικουλτούρας φτάνουν στο καλλιτεχνικό τους απόγειο, στην τελείωση τους.