Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δέκατο Πέμπτο : White Light/White Heat

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Γράφοντας για τους Velvet Underground και γι αυτό το δεύτερο χρονικά άλμπουμ τους, πηγαίνω αρκετά πίσω στα δικά μου χρόνια διαμόρφωσης. Το Whte Light/White Heat είναι δύσκολα περιγράψιμο, μέσα σε μια στοιχειώδη οικονομία χώρου μια και μεγαλώνοντας-και πλησιάζοντας τα σαράντα-ανακαλύπτω πως μάλλον αποτελεί το αγαπημένο μου rock n' roll album ever. Παράλληλα η επίδραση, κυρίως στη μεταγενέστερη πορεία της μουσικής, αυτού του άλμπουμ όσο και του γκρουπ, υπήρξε τόσο ισχυρή όσο και η απάθεια με την οποία αντιμετωπίστηκε στην εποχή του, μια και κυκλοφόρησε το Γενάρη του'68.

Έχοντας πάρει τη σκυτάλη από τον καλλιτεχνικό θρίαμβο της περιλάλητης μπανάνας, έβρισκε το γκρουπ μειωμένο κατά ένα άτομο, μαι και η Nico δεν αποτελούσε μέρος του πλέον. Θεωρώ πως βασική αιτία να επιλέξω το White Light/White Heat είναι, μαζί με τον εθισμό στον τραχύ και κακόφωνο ήχο του, και αυτή η απουσία. Τα τευκτονικά φωνητικά της Nico και η συνολική αίσθηση μιας κλασσικότροπης περισσότερο φολκ και ποπ τραγουδοποιίας που έβγαζε η φωνή της, αφαιρούσαν αυτό το contemporary feel από τη μουσική τους. Ένα συναίσθημα, μια χωροχρονική διατύπωση η οποία ενυπάρχει εντονότατα στο White Light/White Heat. Ο χώρος, ο χρόνος και ο τόπος είναι η Νέα Υόρκη των 60's των οποίο άμεσο παράγωγο είναι η μουσική του γκρουπ. Οι Velvet Underground ήταν η φωνή της καθημερινότητας μιας πόλης στην οποία ήταν, συχνά, επικίνδυνο να ζεις και, επιπρόσθετα, ο κόσμος που συνέρρεε εκεί διαμορφωνόταν από μια διάχυτη ενέργεια αντίθεσης με την υπάρχουσα εξουσία.

Το Factory του Warhol, που στην ουσία τους φιλοξενούσε όσο και τους φρόντιζε, αποτελούσε τη γέφυρα μεταξύ δύο κόσμων εξίσου αντιφατικών και καθόλου βαρετών. Από τη μία το κύκλωμα της hip art και από την άλλη ο outsider ριζοσπαστισμός που εδραιωνόταν στους δρόμους και μεταφερόταν σε κλειστούς χώρους που, όμως γέμιζαν από ανοιχτά μυαλά.

Αυτός ο περιπετειώδης δίσκος απευθύνθηκε, τότε, σε λίγους αλλά εξίσου λάτρεις της, όποιας, περιπέτειας. Παράλληλα αυτοί οι λίγοι, οριακά νιχιλιστές, εχθροί του χιπισμού και της ηλίθιας flower power, ήταν ένα μέρος της μαγιάς που δημιούργησε τον, από καιρό νεκρό, μύθο μιας μεγαλούπολης φιλικής σε κάθε είδους αμφισβήτηση.

Ξεχωρίζω τη μαγικότερη τετράδα του rock n' roll σε δύο δίδυμα: ο John Cale, έχοντας ήδη διαγράψει μια σπουδαία όσο και τεθλασμένη διαδρομή στο χώρο του πειραματισμού, ήταν η αβάντ γκαρντ πλευρά των τραγουδιών του δρόμου που συνέθετε ο Lou Reed. Αυτός ο αυθόρμητος και συχνά κοχλάζων συνδυασμός δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στην κομπασμένη ιστορία του ροκ. Παράλληλα οι δύο σταθερές αξίες του γκρουπ, η μετρονόμος Tucker και ο σπουδαίος κιθαρίστας Morrison φρόντιζαν ώστε η βιαιότητα των συνθέσεων-αλλά και των αντιθέσεων-να κυλάει πάνω σε στέρεες ράγες.

Οι επιλογές τους σε αυτό το άλμπουμ ήταν ξεκάθαρα ριζοσπαστικές, προκλητικές και αρκετά αυτοκαταστροφικές για τις καριέρες τους.  Οι ενισχυτές στο μάξιμουμ, το παίξιμο τους στα όρια του θορύβου δημιουργούσε ένα ηχητικό πανδαιμόνιο, ενώ το ενδιαφέρον τους να είναι ευήκοοι ήταν μηδενικό. Την εποχή, ακόμη τότε, των δίλεπτων και τρίλεπτων single αυτοί είχαν να προτείνουν τα δεκαεφτά λεπτά αβάντ γκαρντ επαναληπτικότητας και κιθαριστικού feedback, το Sister Ray.


Στο Whte Light/White Heat καταργούν τη ροκ γραμμική αφήγηση με ένα μένος και μια επιθετικότητα που λογικά εξέφραζε την καθημερινότητα που βίωναν στους δρόμους της πόλης τους. Η βιόλα του Cale εισάγει την αβάντ γκαρντ στο ροκ ήχο, η αφήγηση στο The Gift πειραματίζεται, οριακά, με την τεχνική του cut-up, η χαοτική επαναληπτικότητα του Sister Ray σε μεταφέρει στην trance κατάσταση των μουσικών της Ινδίας. Τα ναρκωτικά και η παραβατικότητα δεν μυθοποιούνται αλλά περιγράφονται με την κλινικότητα που βρίσκεις στο Junky και την ειρωνεία ενός Μπουκόφσκι χωρίς να ωραιοποιείται η άγρια καθημερινότητα που επιφύλασσε η εξουσία στους μη-κανονικούς. Σαν αυτούς που δημιούργησαν αυτό το αριστούργημα.

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δέκατο Τέταρτο : To Ηλεκτρικό Πρόβατο

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Η αργοπορημένη άφιξη μου στο, συνεχώς επεκτεινόμενο, σώμα των ανθρώπων που θεωρούν τον Φίλιπ Ντικ έναν μεγάλο τεχνίτη του λόγου, έναν προφήτη των (κοντινών πια) μελλούμενων, έχει και τα καλά της. Το ιδίωμα της sci-fi λογοτεχνίας, ικανό να εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το φαντασιακό των νεότερων ηλικιών, αποτελεί ένα περιοριστικό κανονιστικό πλαίσιο για τις ιστορίες και τα υπονοούμενα του Αμερικανού συγγραφέα.

Γράφοντας για Το Ηλεκτρικό Πρόβατο, ένα έργο που καθόρισε το βιβλιογραφικό σύνολο του Ντικ περισσότερο από κάθε άλλο του (ίσως μαζί με το Ubik), διακινδυνεύω να καταπραΰνω απλά τη φαντασία μου με την κινηματογραφική μεταφορά του. Αυτός ο κίνδυνος παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, μια και το αριστούργημα του Ρίντλευ Σκοτ, το Blade Runner δηλαδή, επιλέγει με όρους κινηματογραφικής γλώσσας αλλά και πλοκής να αφήσει εκτός ένα σημαντικό μέρος όσων συμβαίνουν στο βιβλίο.

Το Ηλεκτρικό Πρόβατο κινείται, προφανώς, μέσα στα όρια της λογοτεχνίας του φανταστικού, τη χρησιμοποιεί, όμως, μόνο ως μέσο ώστε να προφητέψει τον σκοτεινό κόσμο του παράλογου και της παραίτησης που ήδη βιώνουμε. Ταυτόχρονα καταγράφει τη μόνιμη σταθερά σε όλα τα έργα του, τον συνεχή και πηγαίο (ως κομμάτι της ανθρώπινης φύσης) συναισθηματισμό (αλλά και την ευαισθησία)  απέναντι σε κάθε είδους ζωή ενός πλανήτη που καταστρέφεται.

Το Ηλεκτρικό Πρόβατο αποτελεί ένα νεφέλωμα άρνησης και αποτροπιασμού για τις εκφάνσεις της δυστοπικής πραγματικότητας. Μέσα σε μια κοινωνία αποστείρωσης και καταναλωτικής χαύνωσης η αγάπη, ειδικά απέναντι στα περισσότερο αδύναμα πλάσματα, έχει εξοστρακιστεί και συνιστά αδίκημα και αίτιο περιθωριοποίησης. Οι μηχανές με την εξελικτική τους πορεία δημιούργησαν έναν παράλληλο κόσμο εξανδραποδισμού που τρέχει με την ίδια ταχύτητα με τον εξουθενωτικό υπάρχον. Υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι πως το Ηλεκτρικό Πρόβατο αντιπροσωπεύει επακριβώς το πνεύμα της εποχής του.  Άρνηση μέσα από τη δημιουργία, ταύτιση, μέσα από έναν μινιμαλιστικό λόγο που εκμεταλλεύεται την καθημερινή γλώσσα, με το συναισθηματικό υποσυνείδητο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο συγγραφέας προσπαθεί-και φτάνει-στον πυρήνα της ύπαρξης του μήπως και καταφέρει να κατανοήσει το παράλογο της κανονικότητας.

Είναι δύσκολο να βρεις μοναχά ένα ή δύο στοιχεία που έκαναν τον σχετικά τραχύ και καθόλου δοκιμιακό λόγο του Ντικ τόσο δημοφιλή. Το Ηλεκτρικό Πρόβατο εμφανίστηκε αμέσως μετά το μεταίχμιο της σύγχρονης λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα και ταυτίζεται, χωρίς να το δηλώνει ποτέ, με όσους (τασσόμενο στο πλευρό τους ) βρίσκονταν αλλού ή και θέλουν να πολεμήσουν γι' αυτό. Την ίδια στιγμή καταγράφει με νεωτερικό τρόπο αλλά και λογική συνάφεια, όμοια αυτής του Ουίλιαμ Μπάροουζ, όλα τα δεινά της σύγχρονης κοινωνίας. Η νεολαία της εποχής βρήκε στο πρόσωπο του συγγραφέα αυτόν που θα μπορούσε να της προσφέρει όλες τις απαντήσεις, ντύνοντας τις με την αστρόσκονη της επιστημονική φαντασίας.

Διαβάζοντας τον Φίλιπ Ντικ -και όχι μόνο στο Ηλεκτρικό Πρόβατο- έχω την έντονη εντύπωση πως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής σε όλα: η αγωνία και τα δάκρυα ενός ανθρώπου που δεν αντέχει άλλο το πάρτι καταστροφής γύρω του. Στο Ηλεκτρικό Πρόβατο αυτά τα συναισθήματα μεταλλάχτηκαν σε ένα πρωτοπόρο έργο υψηλής αισθητικής και μοντέρνας ( όσο μοντέρνος ήταν ο Εμίλ Ζολά) αφτιασίδωτης γλώσσας που κατάφερε, παράλληλα, να εκφράσει ολόκληρο το συναισθηματικό και συνθηματολογικό άχθο μιας εποχής επικίνδυνης, για την εξουσία, αμφισβήτησης.

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ντου στην Documenta (για τον Alvin Lucier)



Ήρθα σε επαφή με τα έργα του Alvin Lucier ( ιδιαίτερα τα σημαντικότατα Bird and Person Dining και I Am Sitting In A Room) σε μικρή ηλικία από την τρέλα μου για το βινύλιο. Ο ίδιος δεν είναι πολυγραφότατος, οι μεταγενέστερες επαφές μαζί του ήταν και είναι ελάχιστες ομολογώ. Χωρίς τον ορυμαγδό των πληροφοριών του διαδικτύου (με τις οποίες γεμίζεις "γνώσεις", έχοντας μηδαμινό χρόνο να τις αφομοιώσεις), έχοντας μόνο τα liner notes των άλμπουμ στα χέρια μου.

Οι πειραματισμοί των δύο έργων, η παντελώς διαφορετική προσέγγιση από τον πομπό (τον μουσικό δηλαδή που τους παρήγαγε ) των ήχων και τον, αρκετά ελεγχόμενο όσο και αφημένο στην τυχαιότητα του ηλεκτρονικού εξοπλισμού, τρόπο που αυτοί θα έφταναν στα αυτιά του δέκτη (τον ακροατή) με επηρέασαν σφοδρότατα. Ήταν αυτός ένας από τους πρώτους που με έβαλε σε έναν κόσμο ηχητικής νεότητας και πειραματισμού ο οποίος πολύ σύντομα (αλλά πάντα χρονικά μετά από τις δικές του ηχογραφήσεις) θα περιελάμβανε τον Steve Reich, τον John Cage, τον Xenaki , τον Tony Conrad και κάμποσα άλλα ονόματα. Βαφτίστηκα, για πρώτη φορά, σε μια λογική θεώρηση του ηχητικού περιεχομένου παντελώς έξω από κάθε είδους κουτί που οριοθετεί-εμπορικά ως αντικείμενο προς πώληση-τη μουσική. Οι ήχοι αποτελούσαν πηγές ενεργοποίησης συναισθημάτων αλλά και υποσυνείδητων λειτουργιών. Ο τρόπος που ο Lucier αντιμετώπιζε το υλικό του ήταν πρωτοποριακός, φρέσκος και ριζοσπαστικός. Συνάμα προλόγιζε, όπως και ο Reich μερικά χρόνια νωρίτερα αλλά αυτό δεν το γνώριζα τότε, τα samples και τις λουπαρισμένες ηχογράφησεις του χιπ-χοπ.

Επιστρέφοντας μερικές ώρες πίσω, ξεκίνησα τη μέρα μου, διαβάζοντας, για πρώτη φορά, το πρόγραμμα της Documenta. Η περφόρμανς του I Am Sitting In A Room μου τράβηξε την προσοχή χωρίς όμως να προσέξω πως ο ίδιος θα βρισκόταν για αυτό το λόγο στην Αθήνα. Κατά σύμπτωση ένα μήνυμα φίλου μου ανέφερε πως θα πήγαινε να τον δει και πως θα μπορούσα να δοκιμάσω και εγώ. Φτάνοντας στο Ωδείο τσέκαρα όσα υπήρχαν εκεί χωρίς να περιμένω πως θα καταφέρω να μπω (μια και η προσέλευση γινόταν αποκλειστικά με προσκλήσεις). Την ώρα που θα ξεκινούσε το λάιβ (και αφού έχω επιβεβαιώσει πως θα'ναι και ο ίδιος εκεί, σε ηλικία πια ογδόντα έξι ετών) αρκετός κόσμος συγκεντρώθηκε ζητώντας να μπει. Αν η συνέχεια σου θυμίζει κάτι δικό σου, παρελθοντικά μακρινό ή πρόσφατο, ναι, έτσι συνέβη. Σπρώξε και ξανασπρώξε, μπήκαμε στο χώρο που θα δινόταν η περφ'ορμανς. Να το γράψω ξανά: Μπήκαμε με ένα μικρό ντου μέσα σε περφόρμανς της Documenta. Αυτό για μελλοντική γνώση σε άλλα events.

O κόσμος που παρακολούθησε ήταν αρκετός, με το ποσοστό ξένων αρκετά μεγάλο. Ο ίδιος ο Lucier, σε αυτή την προχωρημένη ηλικία πια, μας κατέδειξε την πρωτοποριακή φρεσκάδα του έργου του. Έχω την εντύπωση, αν και είμαι αρκετά ξυνός σε ότι αφορά τον κόσμος που παρακολουθεί το χώρο της αβάν-γκαρντ και του πειραματισμού, πως τα χαμόγελα στο τέλος ήταν αυθεντικά. Μια σειρά συμπτώσεων και τυχαίων γεγονότων με έφεραν στο να παρακολουθήσω ζωντανά ένα έργο που δύο δεκαετίες πριν-πάλι μετά από μια σειρά γεγονότων-με καθόρισε ως ακροατή και όχι μόνο. Απλά το καταγράφω και πάω παρακάτω.


Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Generation spokesmodel: ο βιασμός του Kurt Cobain από τη μουσική βιομηχανία





Θυμάμαι πολύ έντονα, όντας ως έφηβος πολύ ευαίσθητος σε τέτοιου είδους μηνύματα, τις παρερμηνείες-και το θόρυβο αυτών-για το πραγματικό νόημα πίσω από το Rape Me και το κατά πόσο οι στίχοι ήταν υπέρ του βιασμού των γυναικών ή όχι. Φυσικά το τραγούδι πρέσβευε το παντελώς αντίθετο, αλλά εκείνα τα πολύ πριν το διαδίκτυο χρόνια το MTV αποτελούσε για εμάς την πηγή των ειδήσεων, των εικασιών, της μουσικής αλλά και του κουτσομπολιού. Το ανάθεμα είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό υστερίας που σε live εκπομπές του το κανάλι τους είχε "απαγορεύσει" να παίζουν το συγκεκριμένο τραγούδι. Και, βέβαια, το γκρουπ (ή να πω κυρίως ο ίδιος ο Kurt Cobain;) αποφάσισε, σε ένα ιστορικό Live n' Loud show, να ξεκινήσει το set τους παίζοντας ακριβώς αυτό το κομμάτι και το κανάλι να τους κόψει στο αέρα. Παρεπιμπτόντως το συγκεκριμένο show κυκλοφόρησε, χρόνια αργότερα, σε δίσκο. Από τη μύγα ξύγκι.

Ποτέ δεν ήμουν-ούτε και έγινα-μεγάλος φαν των Nirvana. Έζησα την τρελή, όσο και ιστορική για το ροκ, άνοδο τους όσο και την πτώση τους: μια παράλληλη πορεία με την ίδια τη ζωή του Cobain. Για τους άλλους δύο του γκρουπ δεν θα ήθελα να αναφερθώ, ο λαός πολύ σωστά λέει πως τα ύστερα τιμούν τα πρώτα. Άλλωστε μιλάμε απλά για το rock n' roll και όχι για κάτι πολύπλοκο, αν ψάχνεις κάτι τέτοιο άκου Ξενάκη.Μέσα από τους στίχους, το attitude, την ενέργεια (όλα αυτά δεν ήταν το ροκ;) μεγάλωσα και, για να πω την αλήθεια, έμαθα και οδηγήθηκα παρακάτω.

Γυρνώντας πάλι πίσω στο MTV και όλα όσα, ως πηγή πληροφόρησης μας έδινε,θυμάμαι εξίσου καλά όλη την πορεία του Cobain μέχρι την τραγική του αυτοχειρία (σε αυτό το σημείο να προτείνω το Last Days του Gus Van Sant ως ένα κλονισμένο ποιητικό αποχαιρετισμό) σαν σήμερα τόσα χρόνια πριν. Ακόμη και εμείς στην άλλη μεριά του Ατλαντικού γνωρίζαμε πως αυτός ο νέος άνθρωπος είχε πρόβλημα, ήταν εθισμένος και αυτός ο εθισμός συνδυαζόταν με δύο ακόμη επικίνδυνες συντρόφους: μια γυναίκα εξίσου junkie και την κατάθλιψη.

Όμως ολόκληρο αυτό το (δήθεν rock 'n roll) σκηνικό πουλούσε, ο Cobain και η Courtney Love ήταν πρωτοσέλιδα, δημοφιλείς, σταρ και ότι άλλο σκατά θέλεις. Υποθέτω πως το ερώτημα, μα κανείς δεν τον έπιανε από το γιακά να του πει πως ήταν νέος, ταλαντούχος, ευαίσθητος και επιδραστικός, οπότε ας πήγαινε να γίνει καλά, η προηγούμενη πρόταση  το απαντά. Μια μηχανή εκατομμυρίων, ένας απίστευτα δημοφιλής (απλά και μόνο όμως ) είκοσι εφτά χρονών νέος αφέθηκε μόνος να πάρει τη ζωή του με τον τραγικότερο τρόπο.

Φυσικά δεν ισχυρίζομαι πως ο ίδιος ήταν άμοιρος ευθυνών. Προσωπικά είμαι φανατικά απέναντι στους εθισμούς. Ήταν ενήλικος και έπρεπε να γνωρίζει, Μιλώ μοναχά για το κομμάτι πως κάποιοι-όλοι όσοι περιφέρονταν και κέρδιζαν γύρω από τη μπίζνα του ροκ-με τον τρόπο τους τον ώθησαν σε έναν αργό και στο τέλος σοκαριστικό θάνατο. Ο ίδιος απλά δεν μπόρεσε να αντέξει τον θόρυβο γύρω του.

Θυμάμαι πάντα και γελάω το βίντεο του Smells Like Teen Spirit. Ήταν μια από τις πολύ πρώτες επαφές μου με το άλφα σε κύκλο. Έφτασε σε πολλούς αυτή η εικόνα. Ναι, ο Cobain ήταν επιδραστικός, άνοιξε πόρτες για πολλούς άλλους μουσικούς (όπως λίγο καιρό νωρίτερα οι Sonic Youth είχαν ανοίξει την πόρτα της Geffen για τους Nirvana προτείνοντας τους, τότε που κάθε εταιρία έψαχνε το next big thing στο ροκ), έβγαζε την ευαισθησία του στη μουσική του. Πάνω απ' όλα χρησιμοποιούσε κάθε εκατοστό των mainstream μέσων για να περάσει μηνύματα διαφορετικότητας, συνειδητά ή ασυνείδητα. Πάντα θα θεωρώ το βίντεο του Heart Shaped Box ένα από τα προκλητικότερα και πιο επιθετικά βλάσφημα στην ιστορία του mainstream.

Kαι όμως αυτός ο πάμπλουτος νέος κατατρεχόταν από αιμοσταγείς δαίμονες που ήθελαν να του ξεσκίσουν το κορμί και να του αρπάξουν την ψυχή. Ο μεγαλύτερος από αυτούς ήταν η μουσική βιομηχανία και το κρεατοφάγο stardom. Την ψυχή του την κράτησε όμως, για πάντα.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δέκατο Τρίτο : Gruppo 63 για το πειραματικό μυθιστόρημα

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Η δεκαετία του ' 60 αποτέλεσε μια τρικυμιώδη περίοδο για την ιταλική κοινωνία-σε όλα τα επίπεδα. Όπως κάθε ανάλογη χρονική αλληλουχία γεγονότων γέννησε μια σειρά δράσεων και αντιδράσεων, οι οποίες δοκίμασαν να ξεπεράσουν κάθε είδους όρια. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον του Gruppo 63, μιας ουσιαστικά αβάν-γκαρντ κίνησης, ήταν πως παράχθηκε λόγος και έργο αποκλειστικά από Ιταλούς διανοούμενους (ανάμεσα τους ο Ουμπέρτο Έκο και ο Νάνι Μπαλεστρίνι), με κύρια απεύθυνση την ιταλική κοινωνία ως σύνολο και όχι για μικρά, μυημένα κομμάτια. Παρά την κύρια απεύθυνση της, όμως, οι δονήσεις της ομάδας, ξέφυγαν αρκετά από τα γεωγραφικά όρια της Ιταλίας.

Ξεκινώντας πριν από τη χρονική περίοδο που μας απασχολεί, το 1961, με τη συλλογή I Novissimi που περιελάμβανε ποίηση από νέους Ιταλούς ποιητές (οι περισσότεροι από τους οποίους θα δημιουργούσαν το Grupp 63) , αρνήθηκαν με σθένος την ετικέτα αβάν-γκαρντ. Δημιουργώντας ένα οξύμωρο σχήμα - σαν να αρνούνταν τους εαυτούς τους - θεωρούσαν πως η αβάν-γκαρντ είχε πλέον εξελιχθεί σε μια προκατασκευασμένη θεώρηση των εννοιών. Για τους ίδιους η μόνη καλλιτεχνική πρωτοπορία που ήταν εφικτή δεν είχε ιδεολογία (τουλάχιστον όχι αυτή της εξουσίας), δεν είχε τα βαρίδια του παρελθόντος, ούτε δεσμεύσεις και υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Ξεκίνησαν, ως μια συνεκτική ομάδα ανθρώπων, τον Οκτώβριο του 1963 αλλά η κορύφωση της πάλης των ιδεών τους και της επιρροής τους, ήρθε στη χρονική περίοδο που μας ενδιαφέρει χωρίς να επιθυμώ να αναφερθώ ( μια και δεν αποτελεί κομμάτι αυτού του κειμένου) η μετέπειτα διάλυση της ομάδας. Ο δηλωμένος τους στόχους, εξαιρετικά μεγαλεπίβολος όσο και χαρακτηριστικός των μεγάλων καλλιτεχνικών αιτημάτων της εποχής, ήταν η πλήρης απελευθέρωση όλων από το συντηρητισμό της ιταλικής κοινωνίας και η ξεκάθαρη πρόκληση απέναντι στις δεδηλωμένες της κοινωνίας που ζούσαν.Τα παραπάνω συνοδεύονταν από τη θέληση για μια ριζοσπαστική ανανέωση της λογοτεχνικής φόρμας και των επιδιώξεων αυτής.

Η έντονη κρτική τους στρεφόταν (που αλλού;) προς τον καταναλωτισμό του ιταλικού θαύματος των 60's, τα ΜΜΕ, την αστική τάξη μέσω του καναλιζαρίσματος της κρατικής εκπαίδευσης που αυτή επέβαλε. Τοποθετώντας άλλο ένα, χρονικό αυτή τη φορά, οξύμωρο στην κουβέντα, η ομάδα του Gruppo 63 συνδέθηκε, όσο και αν το αρνιόταν ως ένα σημείο απόλυτα δικαιολογημένα, με τις ριζοσπαστικές προτάσεις των Ιταλών φουτουριστών στο χώρο των τεχνών. Συνεχίζοντας με τις εμφανείς επιρροές τους, ο John Cage και η αναδιοργάνωση αλλά και από-διοργάνωση του ποιητικού λόγου, στις οποίες ο σπουδαίος Αμερικανός σημαντικά συνέβαλε, φανερώνουν την εκλεκτική συγγένεια της ομάδας με τους πειραματισμούς (και εδώ τοποθετώ μια εντελώς προσωπική γνώμη) των cut-up του Ουίλιαμ Μπάροουζ.

Τον Ιούνιο του 1967 εκδίδουν για πρώτη φορά το Quindici και αρχίζουν να παρουσιάζουν με μια περιοδικότητα και μέσα σε μια απόλυτα ταραγμένη εποχή τις θεωρητικές τους θέσεις όσο και τη λογοτεχνική παραγωγή -δική τους αλλά και άλλων - που θεωρούσαν ευκταία με βάση όσα πρέσβευαν. Η ποίηση αποτελούσε για τους ίδιους μια επιστροφή στα βασικά: ποίηση σημαίνει δημιουργώ και παράγω κάτι ολοκληρωτικά νέο και δεν αναμασάω τα ήδη υπάρχοντα. Επιθυμούσαν σφόδρα να παρουσιάσουν μια ποιητική γλώσσα που φανέρωνε χωρίς χρονοτριβές την αποξένωση και την αταξία, το χάος και την απελπισία της ζωής μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία αλλά και την ελπίδα που η πράξη της ποίησης φανερώνει.

Ήθελαν και έλπιζαν, όπως το είχε εκφράσει και ο Έκο, η φόρμα της τέχνης που παρουσίαζαν να ήταν ανοιχτή σε όλες τις πιθανότητες, όποιες και να ήταν αυτές. Ο τρόπος που λειτουργούσαν αλλά και η ίδια η λογοτεχνική παραγωγή των μελών του Gruppo 63 προσιδίαζαν με τις εικαστικές τέχνες και τη μουσική. Η χρήση του κολάζ στον τρόπο παρουσίασης κειμένων και λέξεων, μια πρακτική που χρησιμοποίησε κατά κόρον ο Μπαλεστρίνι, αποτελούσε μια κριτική για την εργαλειακή χρήση της γλώσσας από την εξουσία αλλά και μια δόση σουρεαλισμού στο γραπτό λόγο της περιόδου.

Παρατηρώντας τους από την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, ήταν αριστεριστές με δεσμούς τόσο με τα ριζοσπαστικά πολιτικά υποκείμενα όσο και με το κατεστημένο. Αποτέλεσαν, όμως, άλλη μια συνέχεια της μεγάλης ιταλικής λογοτεχνικής παράδοσης και έφεραν στο φως αλλά και δημιούργησαν οι ίδιοι τις συνθήκες να βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής η ανανέωση του λόγου και τη τέχνης του στην Ιταλία.