Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

d.i.y. Άσιμος



Η επιστροφή της μικρής δισκογραφικής b-otherside στην εργογραφία του Νικόλα Άσιμου, μετά τη θαυμάσια συλλογή Αρνήθηκα Πολλά, είναι πιθανότατα το δισκογραφικό γεγονός της χρονιάς για τη μικρή Ελλάδα.

Θεωρώ τον Άσιμο, πέρα από το μεταθανάτιο-συχνά μυθοποιητικό-hype του, έναν παραγνωρισμένο καλλιτέχνη. Παραγνωρισμένο και ταμπελιασμένο γιατί πέρα από το προφανές, τις αβαρίες μια ζωής φορεμένης με πεισματική αξιοπρέπεια και ενός θανάτου μόλις λίγο πριν τα σαράντα, ο καλλιτεχνικός του βίος ταυτοποιήθηκε συνθηματολογικά. Λίγο τρελός, λίγο γραφικός, πολύ αρνητικός απέναντι σε κάθε είδους μεταπολιτευτική μόδα, ταυτίστηκε με τα Εξάρχεια και τις δυναμικές που αναπτύχθηκαν μέσα στην πρόσφατη ιστορία αυτής της εμβληματικής περιοχής που όλο αυτό μεταμορφώθηκε στην ευχή και την κατάρα του.

Και όμως. Πέρα απ τις κυκλοφορίες στη Minos-EMI ( θα έπεφταν να τον φάνε αν ζούσε σήμερα γι' αυτό το γεγονός, άραγε;) οι οχτώ κασέτες (οι οποίες με βάση τις υποσχέσεις της εταιρίας θα κυκλοφορήσουν όλες!) που κυκλοφόρησε μόνος στην περίοδο 1978-86, ξεχασμένες πίσω στο χρόνο, φανερώνουν πολλά περισσότερα από όσα η εικόνα που έχουν στο μυαλό τους οι πολλοί επιβάλει.

Ξεκάθαρα d.i.y. παραγωγές ηχητικά και αισθητικά αποτελούν στην ουσία νέα από το μέτωπο μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας που φυτοζωούσε έξω από τα όρια της μεταπολιτευτικής αριστερής αφήγησης. Σε αυτές τις δύο πρώτες κασέτες-που επανακυκλοφορούν σε βινύλιο για πρώτη φορά-τις Με το βαρέλι που για να βγει το σπάει και το Είμαι παλιάνθρωπος ο Άσιμος έχει αφομοιώσει την αμερικάνικη protest τραγουδοποιία των 60's και πειραματίζεται βάζοντας έντονα δικά του στοιχεία.

Ποίηση, spoken word, σουρεαλισμός, κοινωνική κριτική και ένα attitude που παραπέμπει ευθέως στους ρεμπέτες (όταν μόλις τότε το ρεμπέτικο έβγαινε προς το mainstream) σε αντιπαράθεση με τη δική του, ιδιόρρυθμη, ιδιοσυγκρασία η οποία μετέτρεπε τις ερμηνείες του σε μίνι-πρόζες βουτηγμένες στο μαύρο χιούμορ. Η καλλιτεχνική του υπόσταση απαιτούσε την απόλυτη ειλικρίνεια και την έλλειψη κάθε φτιασιδώματος στα τραγούδια του. Κατανοώ την ταύτιση πολλών με τις δημιουργίες του ως συνθήματα που έπιαναν λογικές και χυδαιότητες της εποχής από το σβέρκο. Κάποιες στιγμές μου θυμίζει τα πολιτικοποιημένα graffitti και τον τρόπο που αυτά σου κλέβουν τη ματιά και κολλάνε μέσα σου, σημαδεύοντας τη μνήμη σου και τη συγκεκριμένη γωνιά της πόλης.

Ελπίζω, επιτέλους τώρα που τα χρόνια πέρασαν και διάφορα ονόματα και ονοματάκια σταμάτησαν να σκυλεύουν πάνω του, με αυτές τις νέες κυκλοφορίες οι δημιουργίες του να πάρουν την θέση που τους αναλογεί ως μικρά underground διαμάντια. Και έτσι, πλέον, να τη βρίσκει και αυτός.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Evan Parker-Frank Perry




Η πραγματικότητα έχει, συχνά, δύο όψεις. Μπορεί και περισσότερες βέβαια. Η μία βασίζεται στο τώρα, στο πως κρίνουμε και αντιλαμβανόμαστε το παρόν, και η άλλη με τον τρόπο που αξιολογούμε όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Πολύ συχνά η αξιολόγηση στο τώρα απέχει παρασάγγας από όσα συνέβησαν τότε.
Πιάνω τον εαυτό μου, προφανώς δεν είμαι ο μοναδικός βέβαια, να αξιολογώ διαφορετικά όσα άκουσα ή έζησα. Προσωπικές αξιολογήσεις-που αλλάζουν με τον καιρό-μεταβάλουν όσα πίστευα και ακριβώς ίδια γεγονότα τα αντιμετωπίζω από άλλη σκοπιά. Στην τέχνη της μουσικής η μυθοποίηση εποχών, σκηνών αλλά και γεγονότων αποτελεί θέσφατο καιρό τώρα. Πολλές φορές αυτή η διαφορετική οπτική αποτελεί μια θαυμάσια εναλλακτική ιδεών και απόψεων ενώ για τόσες άλλες προκαλεί την προβληματική της συντηρητικοποίησης των οπτικών μας.

Ακούγοντας αυτή την ηχογράφηση, από τις αρχές του 1972, τη χρυσή εποχή που ο ευρωπαϊκός αυτοσχεδιασμός έστηνε το μύθο του (για να χρησιμοποιήσω έναν βαρύ λεκτικό βερμπαλισμό), δεν μπορείς να μη σχολιάσεις τη μέτρια ποιότητα της ηχογράφησης. Κλασσική περίπτωση, για να θυμηθώ ένα φίλο, των κυκλοφοριών της Qbico. Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα. Το επείγον της ηχογράφησης φανερώνεται ήδη από το flyer του live, μιας οριακά d.i.y. κατάστασης πολύ πριν αυτά τα τρία αρχικά γίνουν θέσφατο. Τον καιρό εκείνο, κοντά μισό αιώνα πριν πλέον, οι μουσικοί που αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως αυτοσχεδιαστές ακολουθούσαν, συχνά, το δρόμο της ριζοσπαστικοποίησης χωρίς, απαραίτητα, να τοποθετούν οποιαδήποτε πολιτική ταμπέλα πάνω τους.

Δεν συμφωνώ με αυτή την επιλογή, αλλά από την άλλη οφείλω να αναγνωρίσω πως ένα σωρό από τις καλλιτεχνικές καταθέσεις εκείνης της εποχής αποτελούν μηνύματα από το μέτωπο. Η μουσική βιομηχανία, αρχές των 70's, κατακτούσε όλα τα μήκη και τα πλάτη που μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη, οπότε οι επιλογές σπουδαίων καλλιτεχνών όπως ο Evan Parker αποτελούσαν οικονομικές αυτοκτονίες, Ξεκάθαρα, λοιπόν, γράφω αυτές τις γραμμές μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Το παραδέχομαι και το αποδέχομαι. Μιλάμε για μυθοποίηση λοιπόν.

Αλλά το γεγονός αυτό εδράζεται σε κάποιες πραγματικότητες, μέρη των οποίων περιέγραψα παραπάνω. Ακούγοντας αυτό το δίσκο, ξεπερνώντας το σκόπελο του κακού ήχου, δεν μπορείς παρά να μείνεις με στόμα ανοιχτό από τα συμβαίνοντα. Σαφέστατα, όσο και αν ο Frank Perry ήταν και παραμένει σπουδαίος μουσικός, ο Parker σε αφήνει έκθαμβο με το παίξιμο του. Η χαμηλού προφίλ ηχητική επίθεση από το σοπράνο σαξόφωνο του Parker αποτελούσε ένα μέρος των τρικ που διέθετε η τεράστια φαρέτρα του Άγγλου μουσικού εκείνη την εποχή. Εσένα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές σε παραπέμπω στο περισσότερο seminal έργο εκείνης της εποχής, το The Topography of The Lungs, για να ακούσεις τι και πως και γιατί.

Μέσα στα χρόνια που αφέθηκα να χαθώ στις ελλειψοειδείς διαδρομές της free jazz, μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως ο τρόπος που φέρθηκε ο Parker στο σαξόφωνο του και η μορφή που πήρε ο ήχος του, ζωντανά και σε ηχογραφήσεις, είναι one of a kind. Και βάζω και τον Coltrane στην συζήτηση. Μέσα στα λιγότερο από σαράντα λεπτά της ηχογράφησης μεταφέρεσαι σε μια εποχή και σε ένα μέρος-το Λονδίνο-όπου κάποιοι, πολύ λίγοι υποθέτω, γίνονται μάρτυρες ενός ντουέτου (μια και ο Derek Bailey δεν κατάφερε να συμμετέχει) που σχημάτισε ξανά τη μορφή της τζαζ και συνέβαλε αυτή η κάποτε οριοθετημένη μουσική να μετασχηματιστεί σε μια τέχνη που, πλέον, δεν γνωρίζει ταμπέλες και όρια. 

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Αιμίλιος




Ζήτησα από το Νικόλα το Μαλεβίτση να μου πει με πολύ λίγα τι του θυμίζει αυτό το άλμπουμ και χωρίς να τον ρωτήσω, απoφάσισα να τα αντιγράψω εδώ. Ελπίζω να μη μου θυμώσει.

"αιμίλιος; pure; μόνο μία φάση editions_zero. τα έχει όλα μέσα θεσσαλονίκη, ξάνθη, όλη την τρέλλα της παρέας αυτής. rekem. κηλυμάκος. μεγάλη μου αγάπη το pure κι εμένα"

Το Pure του Emil Beaulieau ήταν η αφορμή για να τον ρωτήσω. Η αγάπη της επιλογής των κομματιών η αιτία. Λειτουργώντας αυτές τις γραμμές, συχνά-πυκνά, ως ημερολογιακού τύπου φληναφήματα, βρίσκομαι συχνά στη θέση-ή καλύτερα στο δίλημμα-αν θα πρέπει να καταγράψω κάποια πράγματα που μου συμβαίνουν στην καθημερινότητα. Και αυτό η, με τόση αγάπη διαλεγμένων, συλλογή κομματιών με συνόδεψε για πολλές μέρες.
Υπάρχουν φορές που ένα έργο τέχνης αποκτά διαφορετικές διαστάσεις όταν αγγίζεται, με οποιονδήποτε τρόπο, από κάποιον που το προσεγγίζει με αγάπη. Το εύπλαστο της ψηφιακής μουσικής κάνει ευκολότερη τη διαδικασία της επιλογής, της ανάδειξης και της αλλαγής.

Φυσικά, οι προσωπικές διαδρομές του καθενός όπως αυτές ανοίγονται μέσω έργων άλλων είναι συνήθως απροσπέλαστες για τους υπόλοιπους. Τις ελάχιστες φορές που η θολούρα του ψυχισμού μας αφήνει λίγο χώρο και σε άλλους να κοιτάξουν μέσα μας, συμβαίνει το θαύμα της συνύπαρξης. Αυτής της διαδικασίας που σε κάνει συμμέτοχο και κοινωνό μιας ανώτερης (από τη χυδαιότητα της καθημερινότητας, μην παρεξηγηθώ) δημιουργικότητας και μεταπράτη της ομορφιάς της.

Ε, αυτή ήταν μία από τις φορές και για πολλές μέρες.

Ευχαριστώ Νικόλα.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

"Ποτέ δεν ξαναείδα τέτοια πρόσωπα", ο Οκτάβιο Πας για την Ισπανία




Στην Ισπανία θυμάμαι, στη διάρκεια του Εμφύλιου ανακάλυψα έναν "άλλο άνθρωπο", ένα άλλο είδος μοναξιάς. Μιας μοναξιάς που δεν ήταν κλειστή και μηχανική, αλλά ανοιχτή στην υπερβατικότητα. Το πλησίασμα προς το θάνατο και η εξοικείωση με τα όπλα δημιούργησαν αναμφισβήτητα σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες ατμόσφαιρα κατάλληλη για κάτι το εξαιρετικό, για κάτι που ξεπερνάει την ανθρώπινη διάσταση και σπάει τον κύκλο της μοναξιάς που περιβάλλει τον άνθρωπο. Σ' εκείνα, όμως, τα πρόσωπα-τα βαριά, κι αποφασιστικά, τ' άγρια και τραχιά, ίδια μ' εκείνα που, ανελέητα και μ' έναν ίσως τραγικό ρεαλισμό, μας κληροδότησε η ισπανική ζωγραφική-υπήρχε κάτι σαν ελπιδοφόρα απελπισία, κάτι πολύ συγκεκριμένο και ταυτόχρονα ιδιαίτερα οικουμενικό. Ποτέ δεν ξαναείδα τέτοια πρόσωπα.

Οκτάβιο Πας "Ο λαβύρινθος της μοναξιάς"


Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Επειδή ειδικό τρένο σημαίνει στρατόπεδο συγκέντρωσης




...είναι μεγάλο πακέτο αυτά τα ταξίδια επειδή ειδικό τρένο σημαίνει στρατόπεδο συγκέντρωσης σημαίνει ότι δεν μπορείς να ζήσεις δεν μπορείς να αναπνεύσεις είμαστε εμείς και οι αστυνομικοί και κανένας άλλος ανεβαίνεις πάνω σε ψάχνουν σου παίρνουν τα πάντα ακόμα και το νερό σου παίρνουν τα πλαστικά μπουκάλια τα καπάκια και άλλα τέτοια και τα πράματα χειροτερεύουν συνεχώς και ύστερα φτάνουν με το κλειδί ο ελεγκτής και δύο αστυνομικοί και κλείνουν όλες τις κουκέτες κλείνουν τα βαγόνια δεν μπορείς να βγεις πια και μερικές φορές φτάνεις στο γήπεδο ώρες ολόκληρες πριν το παιχνίδι έτυχε να φτάσουμε στη Ρώμη στις 9 το πρωί και σε πηγαίνουν κατευθείαν μέσα στο γήπεδο το παιχνίδι ξεκινάει στις 3 το απόγευμα και από εκεί δεν μπορείς να βγεις πια πριν αυτό τελειώσει και είσαι περικυκλωμένος από την αστυνομία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα δεν μπορείς να πας να πιεις κάτι όταν βλέπουν ότι κάποιος πάει να βγει το φωνάζουν που πας και άλλα παρόμοια δεν μπορείς να κάνεις απολύτως τίποτα καπνίζεις ένα τσιγαριλίκι και σε παίρνουν μέσα γι 'αυτό το λόγο...

Για το ποδόσφαιρο (το μεγάλο έρωτα μας), την κοινωνία, τους αλήτες των λαϊκών συνοικιών, την καταστολή και την παράνοια της καθημερινότητας, ένα βιβλίο, το Furiosi του Νάνι Μπαλεστρίνι από τις Εκδόσεις Απρόβλεπτες, ένα μικρό αριστούργημα χαμηλών τόνων και νεωτερικής γραφής με πολλαπλά επίπεδα χιούμορ και κοινωνικής κριτικής. Ένα λούμπεν αριστούργημα που διαβάζεται με μια ανάσα, όσο να φωνάξεις ένα σύνθημα..

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ο Christian Marclay και ο θόρυβος του τίποτα



Για τους νεώτερους, από την εφηβική ηλικία μέχρι τα είκοσι περίπου, αποτελεί μια ενστικτώδη διαδικασία. Ο dj είναι μουσικός, η αποδοχή του ως τέτοιος είναι αυτονόητη, ο σκοπός δεν είναι η ακαδημαϊκός ορισμός του όρου καλλιτέχνης, αλλά ο ρυθμός, η κίνηση, η μείξη κορμιών και μουσικών. Και ο dj εμπεριέχει όλα τα παραπάνω. Εδώ και, τουλάχιστον, τρεις δεκαετίες, μέσω μουσικών και ήχων που πρώτα και κύρια κρίνονται στα dancefloors, ο dj δημιουργεί, πλέον, μια παράδοση παρουσίας. Είτε μιλάμε για τα decks ενός techno club, είτε για τα, παλιότερα, dancehalls, είτε αναφερόμαστε στη rave κουλτούρα αλλά και τόσα άλλα.

Μέσα από αυτές τις γραμμές, πίσω από πολλά ποσταρίσματα εδώ μέσα, έχω προσπαθήσει να κάνω σαφή την κοινή συνισταμένη που εγώ αποδίδω στην τέχνη και ειδικότερα στην τέχνη της μουσικής. Επιθυμώ μια τέχνη προσιτή από και προς όλους, με λιγοστά μέσα παραγωγής της και με λιγοστές απαιτήσεις στην πρόσληψη της. Μια τέχνη για όλους, μια λαϊκή μουσική που, όμως, δεν θα ακολουθεί την περιοριστική μανιέρα του τι είναι λαϊκό αλλά και τι μπορεί να γίνει δημοφιλές.

Πιστεύω πως η κατανόηση και η πρόσληψη ενός κομματιού ξεκινά από την παραγωγή του και τις ρητές και άρρητες διαδικασίες που συμβάλουν στην κατασκευή του. Στο δικό μου το μυαλό είναι προφανές-τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων-πως όταν επιχειρείς να δημιουργήσεις με τα ελάχιστα μέσα, πρώτα απευθύνεσαι στους πολλούς που η καθημερινότητα τους δεν περιλαμβάνει πολυτέλειες.

Αυτό που κάνει ο Christian Marclay αλλά και ο Otomo Yoshihide  είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Με πενιχρά μέσα-από δική τους επιλογή-συνενώνουν το ευτελές της ηχητικής πηγής (βινύλια, χαλασμένα cd's, turntables αλλά και κάθε είδους πηγή ήχου) με την αβάντ γκαρντ προσέγγιση του πειραματιστή, Από τα installations του Marclay μέχρι την ηλεκτρική κιθάρα του Yoshihide μόνο ενός θορύβου δρόμος...Αυτό που κάνουν στο Moving Parts πηγαίνει πολλά βήματα παρακάτω τις αρχικές μου σκέψεις (αλλά και πολλών άλλων φυσικά) για τον dj-μουσικό. Παράγουν ρυθμούς, μελωδίες και θόρυβο όντας οι ίδιοι μεταπράτες του ήχου. Απολύτως αληθινοί δημιουργοί όμως. Ανασταίνουν φωνές, σαμπλάρουν όργανα και ιδέες και φτιάχνουν ένα α λα hip-hop αποτέλεσμα χωρίς τις ρίμες αλλά και έξω από την τυραννία του ρυθμού.

Πατινάρουν ελεύθερα πάνω σε γλιστερές επιφάνειες και χωρίς να γνωρίζουν αν θα σκοντάψουν και θα ματώσουν πέφτοντας, ρισκάρουν να αναπτύξουν ιλιγγιώδη ταχύτητα. Και δεν έχει καμία σημασία αν γκρεμοτσακίζονται στο τέλος.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Έβδομο : Pink Floyd (Swinging London μέρος δεύτερο)

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Οι Pink Floyd κατάφεραν να γίνουν μέσα στα χρόνια, εκτός από μια χυδαία μηχανή άντλησης χρημάτων, ένα από τα bigger than life ονόματα του rock 'n roll, μιας κουλτούρα που ανέκαθεν αρεσκόταν σε μεσσιανικές νοοτροπίες ηρώων. Παράλληλα, τα χρόνια και οι ηχογραφήσεις που βρίσκονταν κάτω από την κάθε είδους επίδραση του Syd Barrett  (στο περίπου δηλαδή από το 1965 έως το 1968) ενώ προφανώς αρκετά δημοφιλή, παρέμειναν στη σφαίρα του απρόσιτου για τους πολλούς που ακόμη παραληρούν με τις βαρετές μεγαλοστομίες τύπου The Wall ή Dark Side Of The MoonΚαι, όμως, παραβιάζω ανοιχτή πόρτα σχολιάζοντας πως εκείνα τα χρόνια ήταν τα σημαντικά, τουλάχιστον από καλλιτεχνικής άποψης.

Θυμάμαι να παρακολουθώ στο you tube μια εκπομπή του BBC, από το 1967, που τους παρουσίαζε. Περισσότερο και από την ίδια τη μουσική, ίσως, με εντυπωσίασε η έκπληξη και η έλλειψη κατανόησης που έδειχνα ο παρουσιαστής της. Ακούγεται εντυπωσιακό μια και εκείνα τα χρόνια το Λονδίνο δεν ήταν απλά η έξαλλη πόλη που γραφικότητες της mainstream κουλτούρας όπως το Austin Powers θέλουν να μας παρουσιάσουν. Μέσα από live venues και διάφορους χώρους τέχνης, βιβλιοπωλεία και θέατρα το Λονδίνο φλεγόταν-μαζί με τη νεολαία του-ως ένα από τα παγκόσμια κέντρα της, τότε ακόμη επικίνδυνης για τον κυρίαρχο πολιτισμό, αντικουλτούρας. Οι Pink Floyd με την ιδιοφυΐα του Barrett να κυριαρχεί, βρίσκονταν κάπου εκεί και καθόλου ως μια υποσημείωση.

Η πρώτη τους επίσημη ηχογράφηση, το The Piper At The Gates Of Dawn, πίσω από τόνους ροκ μύθων και ιστοριών, που το μόνο που κάνουν είναι να αναμασούν το αντιδραστικό τρίπτυχο, sex, drugs and rock n' roll, αποτέλεσε μια σαφέστατη δήλωση που όμοια της ελάχιστοι έκαναν εκείνη την περίοδο. Σε αντίθεση με πολλούς και πολλές από την απέναντι όχθη του Ατλαντικού εδώ η ψυχεδέλεια χρησιμοποιείται ως ένα όπλο. Ένα μέσο διαφορετικότητας και εναλλακτικής πραγματικότητας. Μέσω του ηλεκτρισμού και της folk, η μαγεία του H.P. Lovecraft μεταγγίζεται στις σαμάνικες ιδιότητες του ροκ. Οι συνθέσεις ισορροπούν μεταξύ του πριμιτιβισμού και της ευφυίας. Η αμφισβήτηση έρχεται μέσα από στιχουργικά σχήματα-οχήματα προς έναν κόσμο που αντιμάχεται την επερχόμενη δυστοπία με το χιούμορ και την ειρωνεία ενός ημίτρελου που θέλει να την πολεμήσει με φανατισμό. Κρύβουν πολύ καλά το νεανικό τους θυμό πίσω από τους ηχητικούς νεωτερισμούς που εισάγουν. Μοιάζουν και αυτοί θαμπωμένοι από τις πιθανότητες ανατροπής που τους δίνει η τέχνη τους αλλά και η εποχή η ίδια.

Ο κόσμος που πλάθουν μέσα απ΄το The Piper At The Gates Of Dawn είναι ικανός να λειτουργήσει μέσα σου πολλαπλασιαστικά. Με θετικό πρόσημο. Είναι ένας κόσμος ελευθερίας και πειραματισμού. Μια rock n' roll ψυχεδελική Ουτοπία.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

"Δεν μας φοβίζει ο θάνατος, μονάχα η πείνα"





Θεσσαλονίκη 1923.

"Έλληνες πρόσφυγες διέρρηξαν  ένα τουρκικό τυροκομείο και έκλεψαν μερικά μεγάλα κεφάλια τυρί, αφήνοντας πίσω τους ένα απολογητικό σημείωμα: Δεν μας φοβίζει ο θάνατος, μονάχα η πείνα / και τα παιδιά μας, που κι αυτά πεινάνε. Όταν άλλοι πρόσφυγες αγόρασαν αγελάδες από ένα Μουσουλμάνο νοικοκύρη, ο πωλητής καυχήθηκε υπερβολικά δυνατά στην τοπική ταβέρνα για την υψηλή τιμή που είχε πετύχει."

Από το Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων του Mark Mazower.