Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Για την ανθρώπινη κακία και τον Νόρμαν Μέιλερ




Η ανθρώπινη κακία έτσι όπως αυτή μεταφράζεται πρακτικά σε άλλους ανθρώπους, στα ζώα και στη φύση με τρομάζει. Με καταθλίβει η όψη και τα αποτελέσματα της, μου προκαλεί αδιαθεσία να πράξω το οτιδήποτε-όταν δεν με γεμίζει με συναισθήματα περιφρόνησης αλλά και εκδικητικού μίσους. Κάποιες φορές θυμώνω περισσότερο απ' όσο οι αισθήσεις και το σώμα μου μπoρούν να αντέξουν.

Το κακό ως καθημερινότητα και ως αντίδραση προς την βαρεμάρα αυτής, ως άποψη και ευχαρίστηση. όχι απλά η εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά η  ψυχική ευχαρίστηση της πρόκλησης κάθε είδους πόνου και ο σαδισμός ως συνήθεια και ανάγκη. Η χρήση της τεχνολογίας-εδώ και δεκαετίες- έχει μετατρέψει την ανθρώπινη κακία σε ένα υπερόπλο που ξεπερνά γεωγραφίες και αποστάσεις ενώ παράλληλα ο αίτιος δεν είναι πάντα εύκολο να αναδειχτεί. Ο σαδισμός  ως συνήθεια ή ακόμη (δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο) ως ανάγκη αποτελεί μια κατάδυση στα βάραθρα μιας αγριότητας που, σε καμιά περίπτωση, δεν προκύπτει από την ανάγκη για επιβίωση που έχουν τα υπόλοιπα πλάσματα της φύσης. Αυτά δεν είναι ποτέ κακά και μοχθηρά, κάνουν μονάχα όσα είναι απαραίτητα για την επιβίωση τους, τίποτε παραπάνω.

Ορισμένες φορές (ευτυχώς όχι όλες ) σκέφτομαι πως η ηθική πρόοδος δεν είναι μια γραμμική συνεχής πορεία και πως ο Διαφωτισμός υπήρξε μόνο στα μυαλά μιας μειοψηφίας.

Δεν ξέρω-αφοπλίζομαι-πως να αντιδράσω στην ανθρώπινη κακία. Αποτελεί αντίδραση η όποια προσπάθεια να αντισταθείς στα έργα της; Ή μήπως είναι μια δική σου και δική μου, εγωιστική και εξίσου βίαιη δράση, μια αύξηση της εντροπίας του  σαδισμού σε αυτό τον κόσμο; Η βία στη βία, για τον καθημερινό μου μικρόκοσμο, αποτελεί μια χωρίς σταματημό σπατάλη συναισθημάτων και ενέργειας. Σχεδόν ανυπόφορη, ασήκωτη. Ο ρόλος του τιμωρού είναι μια μάσκα που τη φοράς χωρίς να το καταλαβαίνεις, παρά μόνο, ίσως, βαθιά μέσα σου. Το να κλείνεις τα μάτια, όμως, είναι εξίσου ντροπιαστικό και δεν αντέχεται.

Οπότε πνίγεσαι στην περιδίνηση ενός διλήμματος που ποτέ δεν έχει μία απάντηση.

Διαβάζοντας το Κάστρο στο Δάσος του Norman Mailer αρχικά σοκαρίστηκα από τον κυνισμό του. Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό αντιστοιχίες με τις ταινίες του Clint Eastwood και τα γραφόμενα του Χένρι Μίλερ και του Μπάροουζ. Η αρνητική αρχική εντύπωση, πως εδώ έχεις να κάνεις με ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αποτελεί ιδανικό όχημα ευκολιών για μέτριους συγγραφείς, καταλάγιασε γρήγορα όταν η πρόθεση του συγγραφέα να ξεφύγει παντελώς από το προφανές έγινε σαφής. Δεν είναι ο Αδόλφος Χίτλερ, μόνο, το προφανές κακό στην ιστορία. Ο συγγραφέας, όντας ήδη σε προχωρημένη ηλικία όταν έγραψε το βιβλίο (και αυτό δεν γνωρίζω πόσο τυχαίο ήταν), μας παρουσιάζει το κακό ως διάχυτο μέσα στο μυαλό και τα συναισθήματα μας, στις διαπροσωπικές και τις κοινωνικές σχέσεις, σε μικροκουβέντες αλλά και στάσεις ζωής.

Παραμένω αμφίθυμος για το θυμό του Μέιλερ γιατί, ευτυχώς, δίνει χώρο στον αναγνώστη-χαραμάδες ολόκληρες-ώστε να χωρέσει τις δικές του πιθανές εξηγήσεις και αιτίες για όσα συμβαίνουν. Ο Διάβολος είναι μέσα μας όπως και ο Θεός και μόνο εκεί. Παραέξω δεν υπάρχουν και δεν υπήρξαν ποτέ. Ο αγώνας τους και, συχνά η συνεργασία τους, αποτελούν το αξεδιάλυτο αλλά και τόσο σαφές μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ευτυχώς ή δυστχώς σαφείς απαντήσεις δεν υπάρχουν, υπάρχει μόνο η συνείδηση και η καθημερινή πρακτική. Επειδή, ίσως, να ακούστηκα και αρκετά ηθικολόγος μόνο μη μου μιλάς για την ηλιθιότητα του αγάπη μόνο παρά μόνο για τον πόλεμο απέναντι στη χυδαιότητα της ανθρώπινης κακίας.

Βαρύ σα μολύβι αυτό το βιβλίο.

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Michael Barthel



Η πρώτη μου επαφή με το stand-up spoken word performance του Michael ήταν τον περασμένο Νοέμβρη στο Colour Out Of Space φεστιβάλ. Εκεί σε μια μικρή εκκλησία κατέφυγα για να προστατευτώ από τον συνήθη για την παραθαλάσσια Αγγλία και το Μπράιτον, ενοχλητικό συνδυασμό βροχής και αέρα. Η δεύτερη και κυριότερη αιτία για να βρεθώ εκεί, σε αυτό το λάιβ, κάτι σαν offshoot του κανονικού προγράμματος του φεστιβάλ, ήταν η παρότρυνση του Μαλεβίτση να δω ζωντανά τον μόνιμο κάτοικο Λειψίας Barthel.

Oι προτάσεις του Μαλεβίτση, πολύ συχνά, παίρνουν το χαρακτήρα πειράματος σε δοκιμαστικό σωλήνα για τα γούστα μου και τις εκφάνσεις την προσωπικής μου έκφρασης μέσω των έργων άλλων. Ακόμη συχνότερα αυτά τα πειράματα είναι πετυχημένα. Όπως, ίσως, θα διαβάσεις στο λινκ που παρέθεσα παραπάνω, η μικρής διάρκειας εμφάνιση του Barthel ήταν μία από τις ομορφότερες του φεστιβάλ. Είχε μια πηγαία αμεσότητα, χιούμορ και ειρωνεία στραμμένα, πρώτα, προς τον εαυτό του, ένταση, πάθος καμία χιπ επιτήδευση και συνάμα αποτελούσε ένα φανέρωμα της ψυχής του. Τουλάχιστον αυτό εισέπραξα εγώ. Ο Michael Barthel ήρθε στην Αθήνα για πρώτη φορά στη ζωή του για το Bordeline. Εκεί λόγω μιας μικρής δικής μου καθυστέρησης τον άκουσα χωρίς να τον δω περιμένοντας στο αποστειρωμένο χολ της Στέγης έξω από τη μικρή σκηνή.

Σε αυτό που υποθέτω πως θα είναι η επόμενη του περφόρμανς, ο Michael παρουσιάζει ένα διαφορετικό κόνσεπτ. Το υλικό προέρχεται από τα lyrics ενός-απαγορευμένου όπως ολόκληρη η πανκ σκηνή της Α. Γερμανίας-πανκ γκρουπ, τους Kein Talent, από τα μέσα των 80's. Κρατώντας μόνο τους απλούς, καθημερινούς, γεμάτους με την τεστοστερόνη της νεότητας και τη θλίψη των απαγορεύσεων, στίχους, δημιουργεί με διαφορετικά υλικά αλλά ίδιες συνισταμένες: χιούμορ και θυμό,ειρωνεία και serious as your life απαγγελία.

Σε μια κουβέντα μαζί του, ανέφερα πως για 'μένα αυτή η παρουσίαση αντικαθιστά αυτό που από επιλογή, λείπει: τους ήχους της μουσικής. Την, πιθανότατα γιατί δεν έχω ακούσει ποτέ το συγκεκριμένο γκρουπ,  θορυβώδη και άμορφη μάζα από ντραμς, κιθάρες και μπάσο. Με κοινή αφετηρία τους στίχους (στο ποσοστό που αυτοί θα ξεχώριζαν στην αρχική ηχογράφηση) ο ίδιος αντικαθιστά όλα τα υπόλοιπα. Οριακά φοβικός και ξέφρενα θυμωμένος την ίδια στιγμή, μιλάει για τις μικρότητες και τη βαρεμάρα της καθημερινότητας και τον, ενίοτε, ενθουσιασμό για το τίποτα, ακούγοντας αυτά τα σπασμωδικά μηνύματα από μια χώρα που δεν υπάρχει πλέον, σε δύο διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη. Το ίδιο είναι.

*Το σχέδιο είναι του Μανώλη, περισσότερα θα βρεις εδώ.