Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δωδέκατο : Machine Gun

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.






Απέφυγα συνειδητά στα προηγούμενα έντεκα κείμενα οποιαδήποτε αναφορά σε κάποια τζαζ ηχογράφηση. Η οικειότητα και το πάθος μου για τη τζαζ αποτελούν ισχυρά ανασταλτικούς παράγοντες στην στοιχειώδη αντικειμενικότητα που απαιτεί η απεύθυνση σε οποιονδήποτε άλλο πέραν του εαυτού σου, όταν μιλάς για τέχνη.

Φτάνοντας στο δωδέκατο κείμενο της "αντικουλτούρας", δεν θα μπορούσα να αποφύγω αυτή την αναφορά για πολύ ακόμη. Η τζαζ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μεταλλάχθηκε πολύ γρήγορα σε ένα ιδίωμα που ενθυλάκωσε όλους όσους επιθυμούσαν να ταυτιστούν με τη γονιμότητα της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Απλώθηκε με τα γοργά βήματα ενός σπρίντερ σε εκφράσεις και εκφάνσεις εξόχως απομακρυσμένες από τους προδρόμους της, αποκτώντας την αίσθηση του επείγοντος και του τώρα όπως καθετί ριζοσπαστικό.

Παράλληλα, με εμβληματικές φυσιογνωμίες όπως ο Charlie Parker αφορούσε ( ή μιλούσε σε αυτούς ) τους νέους και τις νέες, τις κατώτερες τάξεις, πάντα σε μεγάλη απόσταση απ' το κατεστημένο. Στην ερώτηση για ποια ακριβώς τζαζ μιλάω, θα προτιμούσα να ντριμπλάρω λέγοντας πως οι χρονολογίες που αφορούν αυτή τη σειρά κειμένων ήταν μόλις η αρχή σε μια χρονική περίοδο απόλυτης ριζοσπαστικοποίησης σε όλα τα επίπεδα: μουσικά, εκφραστικά, στους χώρους που παρουσιαζόταν, στη σύνθεση καλλιτεχνών και κοινού, στις επιδιώξεις τόσο σε προσωπικό όσο και στο συλλογικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Οι βάσεις είχαν τεθεί βέβαια, σχεδόν σε αποκλειστικό βαθμό, από τη Δυτική μεριά του Ατλαντικού. Τον σημαντικό Μάη του '68, μήνα που η ηχογραφήθηκε το Machine Gun, δεν είχε περάσει ούτε καν ένας χρόνος από το θάνατο του σπουδαιότερου όλων, του John Coltrane. Ο ίδιος εμβαθύνοντας στην πνευματικότητα του, παθιασμένος, διαθέτοντας μια υψηλού επιπέδου τεχνική όσο και τη διάθεση να περιπλέξει τα πράγματα μέσω μιας απόλυτα προσωπικής κατάθεσης, είχε προχωρήσει τη τζαζ πολύ μπροστά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Στην ευρωπαϊκή μεριά του Ατλαντικού οι επιρροές ήταν διάχυτες και έντονες, όσο και ο θαυμασμός για τη μεγάλη μουσική που δημιουργούσαν προερχόμενη κυρίως από την αφροαμερικάνικη κοινότητα. Αυτός ο θαυμασμός συχνά μετακυλιόταν σε αντιγραφή, κάποιες άλλες φορές όμως δημιουργούσε τις συνθήκες ελευθερίας ώστε οι Ευρωπαίοι αυτοσχεδιαστές να πράξουν και να παράξουν.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια γεννήθηκε το Machine Gun, από μια παρέα (γιατί ήταν όλοι φίλοι) νεαρών σε ηλικία μουσικών που έψαχνα τρελαμένοι την ελευθερία τους. Οι Peter Brotzmann, Peter Kowald, Evan Parker, Han Bennink, Fred Van Hove, Willem Breuker, Buschi Niebergall και Sven-Ake Johansson αποτέλεσαν μια ομαδοποίηση μουσικών που έδρασαν και επέδρασαν καταλυτικά στον ευρωπαϊκό αυτοσχεδιασμό. Δημιούργησαν τις συνθήκες και τις νόρμες (όσο αντιφατικό και αν ακούγεται αυτό) ώστε και στη γηραιά ήπειρο να διαρραγούν δεσμοί και σχέσεις με παρελθούσες καλλιτεχνικές λογικές.

Άλλωστε, μιλώντας λίγο μεταφυσικά, την ύπαρξη του Machine Gun την απαιτούσε και την είχε ανάγκη η ίδια η ριζοσπαστική εποχή που το γέννησε. Πέρα από την καθόλου τυχαία χρονική περίοδο που ηχογραφήθηκε, το ίδιο το άλμπουμ αποτελεί μια προέκταση-μια επιβεβαίωση ίσως-όσων συνέβαιναν κοινωνικά και πολιτικά τότε. Η ηχητική του επίθεση από την αρχή έως το τέλος του μοιάζει ως μια ενστικτώδη επιθυμία όλων όσων εμπλέκονται σε αυτό. Μια επιθυμία που συμβαδίζει με τις αντίστοιχες της νεολαίας της εποχής: ελευθερία, κατάρριψη όλων των ταμπού, εξέγερση, σεξουαλικότητα, πάθος για τις τέχνες, σφοδρή αντίθεση στον ακαδημαϊσμό.

Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες στο Machine Gun συνέχισε την πορεία του στο σύγχρονο αυτοσχεδιασμό με τον ίδιο φρενήρη ρυθμό για τα επόμενα χρόνια. Σε αυτή την ηχογράφηση, όμως, μπαίνουν οι βάσεις ενός ήχου που ενώ δανείζεται από την ηλεκτρισμένη ενέργεια του rock n' roll, αποτελεί άλλο ένα βήμα στην, αντίστοιχης ταχύτητας, πορεία της τζαζ προς την ολική απελευθέρωση.

Είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζεις το Machine Gun ως μια ενιαία ηχητική οντότητα, παρά να επιδιώξεις το κομμάτιασμα των μερών που το συνθέτουν. Προφανώς αν το κάνεις αυτό, θα σταθείς έκπληκτος μπροστά στο χωρίς έλεος τρεχαλητό της rhythm section ή στη μανία των πνευστών. Όμως είναι αυτή η αίσθηση του συλλογικού, η μαγική διάδραση του μη εγωιστικού αυτοσχεδιασμού που, μαζί με το παθιασμένο παίξιμο τους, απογειώνει το Machine Gun ως μια καθολική εμπειρία.

Δεν γνωρίζω αλλά μπορώ να υποθέσω την απήχηση που είχε το άλμπουμ στην εποχή του. H FMP (η μικρή αλλά τόσο σημαντική εταιρία που το εξέδωσε ) βρισκόταν  στην αρχή της και λίγοι έδιναν την ανάλογη προσοχή. Δεν γράφω, όμως, εδώ έχοντας ως μπούσουλα την μετέπειτα αναγνώριση του. Και σε προηγούμενα κείμενα έχω επισημάνει το πιστεύω μου, πως ο πυρήνας της αντικουλτούρας ήταν το παρόν, απλά θα πρέπει να διευκρινίσω πως αυτό αφορούσε λίγους και λίγες.

Όπως και σε άλλα κείμενα που θα ακολουθήσουν, για έργα που απευθύνθηκαν σε ένα μικρό και μυημένο κοινό (τους cognocenti δηλαδή), αυτό το ίδιο το γεγονός δεν σημαίνει πως η επίδραση στα δρώμενα των τελών των 60's ήταν μηδαμινή. Προφανώς, βέβαια, το Machine Gun δεν είχε το impact των ηχογραφήσεων του Coltrane ή των ποπ πειραματισμών των Beatles.

H καταγεγραμένη παρουσία του, όμως, αποτελούσε το δρόμο και τον τρόπο της απόλυτης ριζοσπαστικοποίησης για κάθε μορφή τέχνης και δη για τη μουσική. Σε αυτό το σημείο βρίσκει κανείς το τόσο λογικό όσο και οξύμωρο του:  ακολουθεί την αναγκαιότητα της εποχής για ριζοσπαστική τέχνη και παράλληλα την αμφισβητεί, εξωθώντας αυτό το αίτημα στα απώτατα άκρα οποιασδήποτε καλλιτεχνικής προσέγγισης. Γι' αυτό και κάθε επαφή με το Machine Gun είναι απλά mind-blowing.

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Ενδέκατο : Το Φορτηγό του Σαββόπουλου

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.





Υπάρχουν πολλοί τρόποι να χαρακτηρίσεις την πορεία του δημιουργού του Φορτηγού, Διονύση Σαββόπουλου, για περισσότερες από τρεις δεκαετίες τώρα. Διασκεδαστής των συντηρητικών μεσαίων τάξεων, μαϊντανός ενός faux πολιτιστικού γίγνεσθαι, συνομιλητής της εκάστοτε εξουσίας, από τους πρώτους που με τον τρόπο τους ενστερνίστηκαν τον γελοίο όρο έντεχνο, απολογητής-με το χαμόγελο στα χείλη πάντα-της αριστερής αφήγησης. Έμπλεος οπορτουνισμού.

Εδώ ακριβώς όμως έγκειται το επίδικο αυτής της σειράς κειμένων. Πέρα από το προφανές, την έκφραση της αντικουλτούρας σε διάφορες γεωγραφίες και τέχνες ανά τον πλανήτη, προσπαθώ να καταγράψω τη στιγμή, τη χρονική περίοδο και τις δονήσεις που μετέδωσε το κάθε έργο. Οι μετά-σεισμοί και ιδιαίτερα η μετέπειτα  πορεία των καλλιτεχνών δεν αφορά αυτή τη σειρά κειμένων πιστεύω.

Είναι πλέον μισός και κάτι αιώνας από την κυκλοφορία του Φορτηγού. Καθόλου τυχαία κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, το 1966, με το άλλο έργο, το Μέχρι το Πλοίο του Αλέξη Δαμιανού, από την Ελλάδα που έχει απασχολήσει την "αντικουλτούρα" ως τώρα. Τα μέσα των 60's στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, και όσα συνέβησαν, θάφτηκαν κάτω από δύο τραγικότητες. Η πρώτη, φυσικά, ήταν ο ερχομός της δικτατορίας του '67, η οποία στέρησε από την Ελλάδα την τελευταία της ευκαιρία να ακολουθήσει τις τρομερές μεταπολεμικές εξελίξεις στο πλαίσιο των τεχνών. Επικράτησε το απόλυτο τίποτα του πατριωτικού-φασιστικού σωβινισμού του καλαματιανού.

Η δεύτερη ήταν η αριστερή αφήγηση της Μεταπολίτευσης που προσπάθησε να εξαφανίσει, πλασάροντας ετεροχρονισμένα καλλιτεχνικά πρότυπα, την πρόοδο των μέσων των 60's, (μια πρόοδος που βασίστηκε στις επαφές με το εξωτερικό σε μια χώρα που με πολύ αργό ρυθμό έβγαινε από τον Εμφύλιο), η οποία καθρεφτιζόταν και στην κινητικότητα της νεολαίας. Η τέχνη που επέβαλε η αριστερά ήταν αγέλαστη, χωρίς χιούμορ, στρατευμένη μέχρι τα μπούνια και γεμάτη αγκυλώσεις σοβαροφάνειας και επεξηγηματικών ψεμμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί το Φορτηγό. Όχι πως ξεφεύγει εντελώς από τις παραπάνω περιγραφές. Ούτε και μιλάμε για ένα άλμπουμ παντελώς πρωτοποριακό και φρέσκο. Οι εντονότατες επιρροές, για παράδειγμα, από τον Bob Dylan βγάζουν μάτι. Αλλά εδώ αναφερόμαστε στο ελληνικό πολιτιστικό γίγνεσθαι. Το σχήμα κιθάρα και τραγούδι με μια φωνή νεανική μεν γεμάτη με την τραχύτητα μια δύσκολης εποχής δε, αποτελούσε τότε ένα προωθημένο καλλιτεχνικό σύνορο.

Άλλωστε στην κινούμενη άμμο των στενών ορίων που επέβαλε η λογοκρισία της εποχής, ο Σαββόπουλος φτάνει στα άκρα τον πολιτικό του λόγο. Δεν είχαν να του πουν κάτι τα ζαχαρωμένα τραγούδια άλλων. Ούτε οι έρωτες. Η περίοδος απαιτούσε λόγο πολιτικό και το Φορτηγό τον παρέχει στο έπακρο.Το Βιετνάμ, ο ιμπεριαλισμός που σκοτώνει, η αποπνικτική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας χωρισμένης στα δύο υπό την απειλή ενός πανταχού παρόντος φασισμού, ο συντηρητισμός και η διαπόμπευση όσων σκέφτονταν, εμφανίζονταν και έπρατταν διαφορετικά. Όλα τα παραπάνω απασχολούν το Φορτηγό, άλλοτε φανερά, άλλοτε κρυμμένα σε αιχμές. Από τον τρόπο που χτυπά τις χορδές μέχρι την εκφορά του λόγου, το Φορτηγό βουλιάζει από θυμό. Αυτό το θυμό που σε πνίγει αλλά συνεχίζεις να τον εκφράζεις μέσα από τα δόντια σου γνωρίζοντας πως αν τον φωνάξεις οι συνέπειες θα'ναι εξαιρετικά οδυνηρές.

Το Φορτηγό άπαξ και κυκλοφόρησε, εισήγαγε στην ελληνική μουσική πραγματικότητα ένα σχήμα που μόνο το πρωτοποριακό ρεμπέτικο του Μεσοπολέμου ακολούθησε, αυτό του singer-songwriter. Μουσικά αποτελούσε μια αρκετά προωθημένη πραγματικότητα αναλογιζόμενοι πως ζούμε στη χώρα όπου ο τραγουδιστής μπορεί να είναι πάμπλουτος και ο συνθέτης άγνωστος.

Δεν γνωρίζω τα εμπόδια που μπορεί να πρόβαλε η λογοκρισία στο άλμπουμ και το ρόλο που έπαιξε η Lyra (και ο ίδιος ο Φαληρέας) στο να κυκλοφορήσει τελικά αυτό το άλμπουμ στο εμπόριο. Σίγουρα, όμως, οι θεματικές, η σκληρή κριτική του και το συναίσθημα που σου δημιουργεί δεν το μετέτρεπαν σε ένα εύπεπτο άκουσμα. Απεναντίας αποτελεί μια χαμηλών τόνων ηχητική επίθεση από την αρχή μέχρι το τέλος της μικρής του διάρκειας. Η πραγματικότητα του είναι αυτή της αναγκαιότητας. Ο μουσικός βρίσκεται στη θέση της απόλυτης ανάγκης να τα βγάλει από μέσα του, να μιλήσει χωρίς να φοβάται τις συνέπειες.

Το Φορτηγό συμβαδίζει και πορεύεται παράλληλα με τις απαιτήσεις της αντικουλτούρας της εποχής, οριοθετώντας το πολιτικό τραγούδι στα ελληνικά, αλλά και τις ανάγκες της τότε νεολαίας. Κάποιες από αυτές τις δημιούργησε κιόλας σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Δεν θα μπορούσε να λείπει από εδώ επειδή ο δημιουργός του είναι αυτός που είναι εδώ και πολλά χρόνια.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

O ακροατής δεν συμμετέχει με κανένα τρόπο στη δημιουργική διαδικασία




"Στο δικό μας πολιτισμό (σημ.: το Δυτικό) η ακρόαση της μουσικής αποτελεί κατά βάση ιδιωτική υπόθεση. Η ίδια η διάταξη των καθισμάτων σε μια αίθουσα συναυλιών είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει καμιά μορφή συλλογικότητας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη διάταξη των θρανίων σε μια τάξη σχολείου. Και οι δύο περιπτώσεις συμβολίζουν μια μορφή επικοινωνίας που διεξάγεται μονοσήμαντα: από τον ερμηνευτή πάνω στη σκηνή, σε κάθε ακροατή χωριστά, από τον δάσκαλο πάνω στην έδρα, στο κάθε μαθητή χωριστά. Η μουσική δεν νοιάζεται για την ανάπτυξη κάποιας συλλογικότητας, αλλά για την μετάδοση της προσωπικής ιδέας κάποιου συνθέτη, δια μέσου του εκτελεστή, σε κάθε ακροατή χωριστά. Εκφράζει απόλυτα την αυτονομία και τη μοναξιά του ατόμου στις μετά-Αναγεννησιακές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο ίδιος ο ακροατής δεν συμμετέχει με κανένα τρόπο στη δημιουργική διαδικασία. Ο ρόλος του εξαντλείται στο θαυμασμό του τελειωμένου αντικειμένου που βγήκε από τα χέρια του καλλιτέχνη. Καλείται να ανταποκριθεί στο μουσικό έργο από μέσα του, χωρίς να το δείχνει, χωρίς να αντιδρά σωματικά. Αν τολμήσει να χτυπήσει το ρυθμό με το πόδι του καταδικάζεται σαν αδαής ή ανάγωγος και επαναφέρεται αμέσως στην τάξη. Το έργο τέχνης του προσφέρεται ολόκληρο σε μια φινιρισμένη μορφή, όπως ακριβώς το προϊόν μιας βιομηχανίας. Και όπως ακριβώς συμβαίνει με ένα βιομηχανικό προϊόν, έτσι και εδώ, έχει μία μόνο δυνατότητα επιλογής: να το δεχτεί ή να το απορρίψει."

Κρίστοφερ Σμολ "Μουσική-Κοινωνία-Παιδεία" (Εκδ.Νεφέλη)

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δέκατο : Bonnie and Clyde

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.




Οι ιδιαιτερότητες και οι αντιφάσεις αυτής της φρενίτιδας του 1967 είναι πολλές. Η ταινία του Άρθουρ Πεν - ο οποίος την απέρριψε, ως σενάριο, πολλάκις πριν πει το τελικό ναι-κατάφερε να γίνει άκρως δημοφιλής στη νεολαία της εποχής όντας ένα παράγωγο του Χόλιγουντ με δύο πρωταγωνιστές μέρος του establishment των μεγάλων στούντιο. Βέβαια ο Γουόρεν Μπήτυ με τις επιλογές του από τότε είχε ήδη κάνει σαφές πως ψαχνόταν διαφορετικά. Παράλληλα η εντυπωσιακή (αλλά όχι όμορφη, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια ) Φέι Ντάναγουεϊ ακολούθησε επιλογές ταινιών που έγραψαν ιστορία. Το δίδυμο που θα εγκόλπωνε όλα όσα έκαναν αυτή την ταινία θρύλο, ήταν από την αρχή στη θέση του.

Νεανικότητα, ερωτισμός, σεξ και βία ή καλύτερα αντιβία και ειρωνεία. Αυτές είναι οι πέντε λέξεις που βέλτιστα καθορίζουν το πλαίσιο της ταινίας. Διαδραματίζεται την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης και κλείνει πονηρά το μάτι με τις αναλογίες που υπονοεί για την εποχή που γυρίζεται. Η ύφεση είναι το τώρα και η βαριεστημένη σερβιτόρα που επιθυμεί να ζήσει στο σήμερα έξω από κουτάκια, ακολουθεί έναν wannabe γκάνγκστερ σε μια, σύντομη αλλά φρενήρη πορεία. They fought the law, but the law won.

To βασικό ζευγάρι της ταινίας, στο οποίο και θα επικεντρωθώ παρά την παρουσία σπουδαιότατων ηθοποιών όπως ο Τζην Χάκμαν, σφύζει από ερωτισμό, ομορφιά και νεότητα. όπως και όλες και όλοι που αγάπησαν αυτό το φιλμ. Το πράγμα είναι ξεκάθαρο: αυτό το τρίπτυχο θα σώσει τον κόσμο, αυτές οι τρεις ιδιότητες, αξίες, καταστάσεις( και δε ξερωγω τι άλλο να προσθέσω) θα φέρουν την αλλαγή. Το Μπόνι και Κλάιντ μιλά ανοιχτά για τον έρωτα και πως αυτός ανθίζει κάτω από μη κανονικές περιστάσεις. Παρουσιάζει το σεξ ως κάτι αισθησιακά κανονικό και προκλητικά επικίνδυνο. Ταυτίζει, συχνά αλλά όχι πάντα, τη βία με τον έρωτα.

Η διάδραση του βασικού ζευγαριού είναι εκρηκτική και δεν επιθυμώ να αναφερθώ σε σχόλια και κουτσομπολιά που απλά αναμασούν τους ψεύτικους μύθους του Χόλιγουντ. Πιστεύω πως αυτή η διάδραση ξεπέρασε κατά πολύ τις σκηνοθετικές διαθέσεις αλλά και τις σεναριακές συνισταμένες. Υιοθετώντας την άκρατη βία (αυτή που την ίδια εποχή ο Πέκινπα θα απογειώσει καλλιτεχνικά και όχι μόνο) η ταινία στέκεται απέναντι στο χαζοχαρούμενο peace and love της εποχής. Η ειρωνεία της στρέφεται προς δύο κατευθύνσεις: από τη μια το κράτος και η χυδαιότητα της εξουσίας του, όπως αυτή εκφράζεται από τη βίαιη καταστολή του και από την άλλη οι ηλίθιοι εναλλακτικοί και  οι χίπηδες, δεκανίκια ενός άρρωστου συστήματος.

Το κράτος έχει (κυρίως επιθυμεί να έχει ) το μονοπώλιο της βίας και κάποιοι λίγοι ( πότε θα γίνουν πολλοί άραγε;) αμφισβητούν αυτή την οπτική με όπλο την τρέλα τους και το πάθος για μια λεύτερη ζωή. Τα όργανα του κράτους, φορείς αυτής της βίας, δεν αντιμετωπίζονται με οίκτο ή κατανόηση αλλά ως κάποιοι που φορώντας μια στολή αποτελούν το μακρύ χέρι της εξουσίας. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για όσους και όσες μπαίνουν στο δρόμο της απελευθέρωσης.

Αν κάτι με ξετρελαίνει (που μάλλον δεν είναι μόνο ένα στοιχείο) στο Μπόνι και Κλάιντ, ίσως να είναι οι λογικές της αντεξουσίας που δεν υφέρπουν απλά στο παρασκήνιο αλλά με έναν πονηρό και ύπουλο τρόπο εντυπώνονται μέσα σου ως συμπεράσματα της ιστορίας. Την ίδια στιγμή τοποθετώντας την πλοκή στα χρόνια της Ύφεσης οι παραλληλισμοί είναι σαφείς. Το τώρα είναι μια εποχή εξίσου μεγάλης κρίσης όπου, σε αντίθεση με τότε, δεν υπάρχει χώρος πλέον για τίποτα το διαφορετικό, καθετί που ξεφεύγει εκμηδενίζεται.

Το φιλμ ευθυγραμμίζεται (άλλη μία αιτία για τη δημοφιλία του) με τη σεξουαλική απελευθέρωση των 60's αλλά πάει μερικά βήματα παρακάτω. Σχηματοποιεί το σεξ, τον έρωτα και τη βία σε ένα κοινό πλαίσιο όπου απέναντι του στέκονται όλοι οι παραπάνω παράγοντες που ήδη ανέφερα. Δημιουργεί ένα δίπολο ελευθερίας και ανελευθερίας όπου μέσα από εικόνες γεμάτες ενέργεια, κίνηση και φως, δύο κόσμοι στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με μια σκηνοθεσία που σε κρατά καθηλωμένο, ένα σπουδαίο σενάριο και μεγάλες ερμηνείες.

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Όταν ακούω σήμερα να λένε Νέα Δημοκρατία




"Όταν ακούω σήμερα να λένε Νέα Δημοκρατία παθαίνω εντεροδιάλυση. Διότι η λεγόμενη Νέα Δημοκρατία είναι ένα μπουκάλι άδειο με μια  ετικέτα απ' έξω. Είναι η ίδια η βρυκολακιασμένη δεξιά του Τσαλδάρη, του Παπάγου, του Αβέρωφ, αυτών που μας στέλνανε εξορία επειδή ενοχλούσαμε τη χώνεψη των αφεντικών, γιατί παρακινούσαμε τον κόσμο σε απεργία για να γεμίσει το στομάχι του."

Από την πηγαία, χωρίς έπαρση, αφήγηση του Γιάννη Ταμτάκου στο Γιάννης Ταμτάκος: Αναμνήσεις μιας ζωής στο επαναστατικό κίνημα