Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Δωδέκατο : Machine Gun

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.






Απέφυγα συνειδητά στα προηγούμενα έντεκα κείμενα οποιαδήποτε αναφορά σε κάποια τζαζ ηχογράφηση. Η οικειότητα και το πάθος μου για τη τζαζ αποτελούν ισχυρά ανασταλτικούς παράγοντες στην στοιχειώδη αντικειμενικότητα που απαιτεί η απεύθυνση σε οποιονδήποτε άλλο πέραν του εαυτού σου, όταν μιλάς για τέχνη.

Φτάνοντας στο δωδέκατο κείμενο της "αντικουλτούρας", δεν θα μπορούσα να αποφύγω αυτή την αναφορά για πολύ ακόμη. Η τζαζ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μεταλλάχθηκε πολύ γρήγορα σε ένα ιδίωμα που ενθυλάκωσε όλους όσους επιθυμούσαν να ταυτιστούν με τη γονιμότητα της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Απλώθηκε με τα γοργά βήματα ενός σπρίντερ σε εκφράσεις και εκφάνσεις εξόχως απομακρυσμένες από τους προδρόμους της, αποκτώντας την αίσθηση του επείγοντος και του τώρα όπως καθετί ριζοσπαστικό.

Παράλληλα, με εμβληματικές φυσιογνωμίες όπως ο Charlie Parker αφορούσε ( ή μιλούσε σε αυτούς ) τους νέους και τις νέες, τις κατώτερες τάξεις, πάντα σε μεγάλη απόσταση απ' το κατεστημένο. Στην ερώτηση για ποια ακριβώς τζαζ μιλάω, θα προτιμούσα να ντριμπλάρω λέγοντας πως οι χρονολογίες που αφορούν αυτή τη σειρά κειμένων ήταν μόλις η αρχή σε μια χρονική περίοδο απόλυτης ριζοσπαστικοποίησης σε όλα τα επίπεδα: μουσικά, εκφραστικά, στους χώρους που παρουσιαζόταν, στη σύνθεση καλλιτεχνών και κοινού, στις επιδιώξεις τόσο σε προσωπικό όσο και στο συλλογικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Οι βάσεις είχαν τεθεί βέβαια, σχεδόν σε αποκλειστικό βαθμό, από τη Δυτική μεριά του Ατλαντικού. Τον σημαντικό Μάη του '68, μήνα που η ηχογραφήθηκε το Machine Gun, δεν είχε περάσει ούτε καν ένας χρόνος από το θάνατο του σπουδαιότερου όλων, του John Coltrane. Ο ίδιος εμβαθύνοντας στην πνευματικότητα του, παθιασμένος, διαθέτοντας μια υψηλού επιπέδου τεχνική όσο και τη διάθεση να περιπλέξει τα πράγματα μέσω μιας απόλυτα προσωπικής κατάθεσης, είχε προχωρήσει τη τζαζ πολύ μπροστά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Στην ευρωπαϊκή μεριά του Ατλαντικού οι επιρροές ήταν διάχυτες και έντονες, όσο και ο θαυμασμός για τη μεγάλη μουσική που δημιουργούσαν προερχόμενη κυρίως από την αφροαμερικάνικη κοινότητα. Αυτός ο θαυμασμός συχνά μετακυλιόταν σε αντιγραφή, κάποιες άλλες φορές όμως δημιουργούσε τις συνθήκες ελευθερίας ώστε οι Ευρωπαίοι αυτοσχεδιαστές να πράξουν και να παράξουν.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια γεννήθηκε το Machine Gun, από μια παρέα (γιατί ήταν όλοι φίλοι) νεαρών σε ηλικία μουσικών που έψαχνα τρελαμένοι την ελευθερία τους. Οι Peter Brotzmann, Peter Kowald, Evan Parker, Han Bennink, Fred Van Hove, Willem Breuker, Buschi Niebergall και Sven-Ake Johansson αποτέλεσαν μια ομαδοποίηση μουσικών που έδρασαν και επέδρασαν καταλυτικά στον ευρωπαϊκό αυτοσχεδιασμό. Δημιούργησαν τις συνθήκες και τις νόρμες (όσο αντιφατικό και αν ακούγεται αυτό) ώστε και στη γηραιά ήπειρο να διαρραγούν δεσμοί και σχέσεις με παρελθούσες καλλιτεχνικές λογικές.

Άλλωστε, μιλώντας λίγο μεταφυσικά, την ύπαρξη του Machine Gun την απαιτούσε και την είχε ανάγκη η ίδια η ριζοσπαστική εποχή που το γέννησε. Πέρα από την καθόλου τυχαία χρονική περίοδο που ηχογραφήθηκε, το ίδιο το άλμπουμ αποτελεί μια προέκταση-μια επιβεβαίωση ίσως-όσων συνέβαιναν κοινωνικά και πολιτικά τότε. Η ηχητική του επίθεση από την αρχή έως το τέλος του μοιάζει ως μια ενστικτώδη επιθυμία όλων όσων εμπλέκονται σε αυτό. Μια επιθυμία που συμβαδίζει με τις αντίστοιχες της νεολαίας της εποχής: ελευθερία, κατάρριψη όλων των ταμπού, εξέγερση, σεξουαλικότητα, πάθος για τις τέχνες, σφοδρή αντίθεση στον ακαδημαϊσμό.

Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες στο Machine Gun συνέχισε την πορεία του στο σύγχρονο αυτοσχεδιασμό με τον ίδιο φρενήρη ρυθμό για τα επόμενα χρόνια. Σε αυτή την ηχογράφηση, όμως, μπαίνουν οι βάσεις ενός ήχου που ενώ δανείζεται από την ηλεκτρισμένη ενέργεια του rock n' roll, αποτελεί άλλο ένα βήμα στην, αντίστοιχης ταχύτητας, πορεία της τζαζ προς την ολική απελευθέρωση.

Είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζεις το Machine Gun ως μια ενιαία ηχητική οντότητα, παρά να επιδιώξεις το κομμάτιασμα των μερών που το συνθέτουν. Προφανώς αν το κάνεις αυτό, θα σταθείς έκπληκτος μπροστά στο χωρίς έλεος τρεχαλητό της rhythm section ή στη μανία των πνευστών. Όμως είναι αυτή η αίσθηση του συλλογικού, η μαγική διάδραση του μη εγωιστικού αυτοσχεδιασμού που, μαζί με το παθιασμένο παίξιμο τους, απογειώνει το Machine Gun ως μια καθολική εμπειρία.

Δεν γνωρίζω αλλά μπορώ να υποθέσω την απήχηση που είχε το άλμπουμ στην εποχή του. H FMP (η μικρή αλλά τόσο σημαντική εταιρία που το εξέδωσε ) βρισκόταν  στην αρχή της και λίγοι έδιναν την ανάλογη προσοχή. Δεν γράφω, όμως, εδώ έχοντας ως μπούσουλα την μετέπειτα αναγνώριση του. Και σε προηγούμενα κείμενα έχω επισημάνει το πιστεύω μου, πως ο πυρήνας της αντικουλτούρας ήταν το παρόν, απλά θα πρέπει να διευκρινίσω πως αυτό αφορούσε λίγους και λίγες.

Όπως και σε άλλα κείμενα που θα ακολουθήσουν, για έργα που απευθύνθηκαν σε ένα μικρό και μυημένο κοινό (τους cognocenti δηλαδή), αυτό το ίδιο το γεγονός δεν σημαίνει πως η επίδραση στα δρώμενα των τελών των 60's ήταν μηδαμινή. Προφανώς, βέβαια, το Machine Gun δεν είχε το impact των ηχογραφήσεων του Coltrane ή των ποπ πειραματισμών των Beatles.

H καταγεγραμένη παρουσία του, όμως, αποτελούσε το δρόμο και τον τρόπο της απόλυτης ριζοσπαστικοποίησης για κάθε μορφή τέχνης και δη για τη μουσική. Σε αυτό το σημείο βρίσκει κανείς το τόσο λογικό όσο και οξύμωρο του:  ακολουθεί την αναγκαιότητα της εποχής για ριζοσπαστική τέχνη και παράλληλα την αμφισβητεί, εξωθώντας αυτό το αίτημα στα απώτατα άκρα οποιασδήποτε καλλιτεχνικής προσέγγισης. Γι' αυτό και κάθε επαφή με το Machine Gun είναι απλά mind-blowing.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου