Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Η οπερέτα του Καραθάνου



Το βασικό υλικό γι' αυτή την παράσταση είναι αρκετά ριζοσπαστικό και κανονιστικά ανατρεπτικό. Είναι σχεδόν αδύνατο να ξεφύγεις από τις προθέσεις του συγγραφέα. Ο πνευματικός κόσμος του Βίτολντ Γκόμπροβιτς, έτσι όπως παρουσιάζεται σε αριστουργήματα του όπως το Φερντυτούρκε, δεν χωρούσε στη δυσπλασία του υπάρχοντος. Ο Νίκος Καραθάνος, σκηνοθέτης της παράστασης, προσέθεσε μια σύγχρονη, μοντέρνα (φοβάμαι να πω μεταμοντέρνα μη με πάρουν με τις ντομάτες) προσέγγιση μια και αυτό το θέατρο πρεσβεύει.

Ένα στοιχείο που συχνά λείπει στα θεωρητικά κείμενα για την τέχνη και στις κριτικές για τα οσα πράττουν οι καλλιτέχνες, με βάση τη δική μου οπτική των πραγμάτων, είναι η γείωση με την πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη παράσταση για την οποία γράφω αυτή την κριτική ήταν η τελευταία της σαιζόν. Έχει τη σημασία του, γι' αυτό και το αναφέρω. Στην προκειμένη περίπτωση η γνώση των ρόλων και των λειτουργιών της παράστασης, η εμπειρία στην αναμέτρηση με τον πεσιμισμό του έργου, φάνηκαν να υπερισχύουν απέναντι στον αθροιστικό σωματικό κάματο της επανάληψης. Όλες και όλοι έμοιαζαν απόλυτα εξοικειωμένοι με κάθε προσλαμβάνουσα και αιχμή του έργου, ενώ η ταύτιση με το χιούμορ και την ειρωνεία (εφάμιλλη στο έργο του Γκόμπροβιτς με την αναρχική ματιά του Αλφρέντ Ζαρύ ) έκανε τις λέξεις που έβγαιναν από τα στόματα τους να μοιάζουν απόλυτα γεννήματα του δικού τους μυαλού.

Όπως καταλαβαίνει κανείς ενθουσιάστηκα με τις ερμηνείες όλου του θιάσου, ιδιαίτερα με τους δύο πρωταγωνιστές τον Χάρη Φραγκούλη και τον Μιχάλη Σαράντη, αν και η έλλειψη γνώσεων μου για τη θεατρική γλώσσα και την οικονομία του χώρου και χρόνου της με κάνει μόνο να υποθέτω πως η διανομή ήταν μια συλλογική δουλειά, που ανέδειξε αυτές τις δύο εξαιρετικές ερμηνείες. Θα μπορούσαν να είναι κάποιοι άλλοι από τον θίασο, τόσο όμορφα δομημένες ήταν οι παρουσίες όλων.

Ο χώρος του Ρεξ αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν θεατρικά μέρη της Αθήνας και η διαχρονικότητα του τον κάνει αρκετά ζεστό και φιλόξενο, ιδιαίτερα (αλλά και ) για όσους και όσες δεν συναπαντούν συχνά τη μαγεία της σκηνής του θεάτρου. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω ότι το δημόσιο χρήμα που φτάνει στο Εθνικό Θέατρο (που δεν το λες και πακτωλό) χρησιμοποιείται με τρόπους παραπάνω από διττούς: πολύς κόσμος δουλεύει και πληρώνεται, εξίσου πολύς κόσμος ικανοποιείται με όσα βλέπει, χωρίς να τρώει στη μάπα τη χλαπάτσα της μανιέρας. Εξίσου εντυπωσιακή και καταλυτική για τη δραματουργική πορεία της πλοκής είναι η συν-παρουσία της ζωντανής μουσικής, με την ορχήστρα να κλέβει κάποιες στιγμές το βλέμμα μου σε αποκλειστικότητα, με μοναδική παραφωνία τον πιανίστα Άγγελο Τριανταφύλλου, ο οποίος ήταν και ηθοποιός και τραγουδιστής σε μια λογική του "τα κάνω όλα", χωρίς ο ίδιος να φταίει μια και ήταν πολύ καλός σε όλα. Δεν μου ταίριαξε, τόσο απλά.

Το απολύτως μινιμαλιστικό σκηνικό, σκοτεινό και απειλητικό, κυριαρχούταν από το βουνό το οποίο αποτελούσε τον καταλύτη της σκηνικής δράσης όσο και τον χώρο της ανόδου και της πτώσης των πρωταγωνιστών.  Άνοδος και πτώση, η κανονικότητα μιας μη ευτυχισμένης ζωής, ίσως και μιας ευτυχισμένης. Οι μάσκες, ενυπόγραφες καταγγελίες της έντασης του ίδιου του αρχικού κειμένου και συμβολισμοί, ίσως, της ανώτερης ηθικής ( η ηθική της εξωτερικής - και μόνο - ασχήμιας; ) απέναντι στη σύγχρονη, κωδικοποιημένη και μοντέρνα, ηθική του καταναλωτισμού και της κάθε είδους ανωτερότητας. Μέσα από σχόλια, καταπληκτικούς μονολόγους-ραπίσματα και μαύρο χιούμορ η παράσταση γεμίζει από την κριτική της με τα βέλη να στρέφονται προς τις νόρμες της κοινωνίας αλλά και τις προσωπικές οπτασίες μεγαλείου του καθενός από εμάς.

Η σκηνοθεσία μου άρεσε, χωρις να μπορώ να την κατατάξω σε κάποια σχολή. Μοντέρνα ματιά που όρισε δημιουργικά τον κατακερματισμό της σκηνής από το χάος της παρουσίας τόσων ανθρώπων ταυτόχρονα σε αυτή. Τραγούδι, χορός και πρόζα αποτέλεσαν ισότιμους συνομιλητές στη οικονομία της παράστασης βγάζοντας και ορίζοντας μια υπαρκτή συνισταμένη. Η παράσταση ξεκινά εντυπωσιακά με σκηνές δηλητηριώδους χιούμορ, δράσης αλλά και διάδρασης μεταξύ των ηθοποιών, έμπλεη ειρωνεία από (και προς τους ) πρωταγωνιστές της. Η αντίθεση του γέλιου με το σκοτάδι του σκηνικό είναι έντονη και προκαλεί την ανάλογη ένταση.

Στο δεύτερο μισό της, η παράσταση κάνει κοιλιά, ενώ (χωρίς να ξέρω αν είναι ευθύνη του αρχικού κειμένου ή της ερμηνείας του σκηνοθέτη) παρουσιάζεται, σε σημεία, διδακτική και κουράζει. Θεωρώ πως από ένα σημείο και μετά έχασε τη σπιρτάδα και την ενέργεια της βαδίζοντας προς το τέλος. Θα μπορούσε να έχει μικρότερη διάρκεια. Άκρως ενδιαφέρουσα η πρόοδος των χαρακτήρων σε ξεκάθαρες καρικατούρες γελοιότητας. Τα βέλη της κριτικής, πρώτα και κύρια, στρέφονται προς τα μέσα.

Όταν ακολουθείς (ή τουλάχιστον προσπαθείς με τα δικά σου μέσα ) να ακολουθείς το μίτο της πορείας ένας σημαντικού έργου, οι πιθανές διαδρομές είναι πολλές. Μέσα από το κείμενο του Γκόμπροβιτς - και την ερμηνεία του σκηνοθέτη φυσικά - βλέπω μια ξεκάθαρη απογοήτευση για την πλαστή φύση και την ψευτιά του κύριαρχου φαίνεσθαι του σήμερα, μια απογοήτευση για όσους τουλάχιστον συνεχίζουν να αισθάνονται, που τείνει να γίνει ζωτικό σχήμα της περιγραφής της καθημερινότητας μας. Οι πρωτόγονοι δήθεν κατώτεροι, κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες του γορίλα είναι πολύ περισσότερο αληθινοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου