Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Put the freaks up front




"Ο χρόνος είναι τώρα
  και ο τόπος είναι εδώ"

-Μωρά στη Φωτιά


Κάμποσες φορές η μουσική δημιούργησε ένα χωροχρονικό τούνελ που καθόριζε την πραγματικότητα μου. Καθημερινή και πνευματική. Συχνά αυτό το τούνελ κατέληγε σε γεωγραφίες μακρινές. Σαν το θάλαμο του Doctor Who με τη διαφορά πως γνώριζα τον τελικό προορισμό. Ίσως αυτό το απίθανο κομμάτι των τίτλων της αρχής της σειράς ( μια σπουδαία συμβολή του BBC Radiophonic Workshop στη σύγχρονη κουλτούρα ) θα μπορούσε να συνοδεύει αυτά τα φληναφήματα.

Ξέφυγα. Ειδικά σε παρελθοντικούς χρόνους η μουσική - και οι προσωπικές μου διεκδικήσεις μέσω αυτής - αποτελούσαν το drive πολλών εσωτερικών αναζητήσεων. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το περιγράψω, μα μέσα μου γινόταν πόλεμος. Απέναντι πάντα βρίσκονταν - με διαφορετικές μάσκες κάθε φορά - η κανονικότητα από τη μία και το κυνηγητό της προσωπικής ελευθερίας από  την άλλη.

Το Λονδίνο ήταν ( και ως ένα σημείο είναι μέχρι σήμερα ) πάντα φιλόξενο για 'μένα. Εκείνη την περίοδο έτρεχα να ξεφύγω από ένα χρόνο σωματικής και πνευματικής αποχαύνωσης ή αλλιώς εθνικός στρατός. Καλή επιλογή το Λονδίνο, όσο μακρύτερα τόσο καλύτερα. Δεν ξέρω, όμως, αν πρέπει να προχωρήσω σε αυτά τα ψυχαναλυτικά μονοπάτια. Σκοπός μου είναι να μιλήσω για το μέρος και το τι βίωσα εκεί.

Ήδη το 2006 είχα, απόλυτα δικαιολογημένα πιστεύω, σπάσει τους δεσμούς μου με το ροκ. Οι αιτίες έχουν ξαναγραφτεί σε αυτό το μπλογκ αλλά που να θυμάσαι και σιγά μην τα έχεις διαβάσει, πάρε μερικές από  αυτές: μανιέρα, κανονιστικότητα που απέχει παρασάγγας από τον ορισμό της ελεύθερης τέχνης, ευπώλητο προϊόν, ματσίλα και σεξισμός, έλλειψη φαντασίας και περιπέτειας.

( Δεν είχε πεθάνει εντελώς μέσα μου, όμως, ούτε το'χα κηδέψει οριστικά. Κάποιες στιγμές κοιτάς τον σκοτεινό ουρανό με την ελπίδα να βρεις τις λίγες φωτεινές πηγές που θα κάνουν τη φαντασία σου να καλπάσει. Σαν αυτά τα πολύ μακρινά φώτα να κρύβουν μέσα τους ενέργεια ζωτικής σημασίας. )

Κάνοντας μια φτωχή παρομοίωση, ως κάτι ανάλογο είχε λειτουργήσει μέσα το free-folk ( ας το πούμε έτσι ) κίνημα των αρχών των '00"s. Όλως τυχαίως - καλύτερα καθόλου τυχαία - συνδύαζε μέσα του το απρόβλεπτο του ψυχεδελικού τζαμαρίσματος με τη ναρκωμένη και  γειωμένη, συχνότατα χωρίς ηλεκτρισμό, αισθητική της φολκ. Συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό σε μια από τις πολλές μας κοντινές Αμερικές, έξω από τις πόλεις, σε σπίτια μέσα σε δάση, σε βουνά, σε μέρη που κάποτε γνώρισαν τους χριστιανούς πουριτανούς και το κυνήγι μαγισσών. Όλα όσα συνέβαιναν τότε προσιδίαζαν την απύθμενη άβυσσο των ιστοριών του Τόμας Πίνσον: άρνηση, χιούμορ και ειρωνεία, σουρεαλιστικές χειρονομίες, έξαψη. Όλα μέσα σε πολλές εικόνες που βρίσκονταν μέσα σε άλλες περισσότερες. Μια μπάμπουσκα ελεύθερης έκφρασης...

Οι Sunburned Hand of The Man διέθεταν όλα τα παραπάνω σε πολλαπλές δόσεις και, σε αντίθεση με τους No-Neck Blues Band που ήταν με όλες τους τις αισθήσεις παιδιά της πόλης, μπορούσαν να μεταδώσουν τη ζωτικότητα τους κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα, στην άλλη μεριά του ξέφωτου. Είχαν ένα rotation ανθρώπων κάθε φορά ώστε να μην ξέρεις ποιοι και πόσοι θα εμφανιστούν. Πόσο γαμάτο.

Quite fittingly η εύρεση του venue ήταν μια εξίσου πινσονική περιπέτεια. Νότια του Τάμεση, προς Brixton. Ψάχνοντας, οι περισσότεροι δεν μιλούσαν αγγλικά, η μυρωδιά του μαύρου σου έκαιγε τα ρουθούνια, ενώ - κοίτα να δεις - η πόλη δεν ήταν τόσο φωτεινή πλέον. Θα μπορούσε αυτό το κείμενο να αποτελεί μια ωδή στις ικανότητες μου στον προσανατολισμό. Φυσικά ο χώρος κάποια στιγμή εμφανίστηκε από μόνος του. Ακόμη φυσικότερα δεν είχε απολύτως τίποτα έξω που να προδίδει το τι συνέβαινε μέσα, αλλά γεμάτο κόσμο ήταν. Που στο διάολο τα ξετρυπώνουν εκεί πάνω αυτά;

Προσπαθώ και πιέζομαι εξαιρετικά να μην γράψω μια απλή περιγραφή της συναυλίας. Παράλληλα, με τα έντεκα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις έχουν κατασταλάξει ενώ οι φωτογραφικές αναμνήσεις κρύβονται σε κάποια κύτταρα του εγκεφάλου μου που, πιθανότατα, είναι από καιρό νεκρά. Μην με παρεξηγήσεις, εν σου κλείνω το μάτι, οριακά straight edge ήμουν πάντα...

Ο θόρυβος γενικά και το noise ειδικά ήταν πρόσφατοι μουσαφιραίοι στη ζωή μου. Ο αισθητικός νιχιλισμός του noise και η ασυμβίβαστη αντιμετώπιση των υλικών του ( μαζί με την όλο και πιο έντονη αναζήτηση αυτοσχεδιαστικών μουσικών από τη μεριά μου ) είχαν κλονίσει κάθε σταθερά. Όταν εμφανίστηκαν οι Skullflower ως support act, τους γνώριζα ελάχιστα. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν μαζί με τον Matthew Bower. Για είκοσι λεπτά οι δύο κιθάρες συντάραξαν καθετί μη σταθερό μέσα μου. Είχα ακούσει πολλές φορές το feedback μιας κιθάρας και τις κάθε είδους αλλοιώσεις που προκαλεί. Εδώ, όμως, ήταν κάτι διαφορετικό. Μια ηχητική επίθεση όπου το feedback ήταν το πρώτο πλάνο και όχι το τέλος της διαδρομής. Ήταν ο πυρσός που έκαιγε και όχι οι τελευταίες αναλαμπές. Ήμουν ήδη σε trance.

Οι Sunburned βγήκαν, Θυμάμαι μόνο πως είχαν μαζί τους τον Mick Flower πριν τον λατρέψω μέσα από το ντουέτο του με τον Chris Corsano ) των Vibracathedral Orchestra. Ήταν όλοι τους κόκκαλο. Εντελώς όμως. Όλο αυτό ήταν ήδη ιδιαίτερα επιθετικό. Απρόβλεπτο.  Υπήρχε αντιπαράθεση, πολλές στιγμές όχι τεχνητή. Ήμουν με απ' τη μεριά του κοινού, ενός χιπ κόσμου, αμφιταλαντευόμουν. Ο John Moloney απήγγειλε σαν ένας άλλος Beefheart πάνω απ' τις γραμμές του βινυλίου στο Trout Mask Replica. Μάσκες ζώων άλλαζαν χέρια και κεφάλια. Το ίδιο και τα όργανα, θορυβώδεις θιασώτες της επί σκηνής τρέλας. Δεν υπήρχε αρχή, μέση και τέλος. Όλα ήταν ρευστά, κινούμενα προς διάφορες κατευθύνσεις, κινούμενα έξω από προβλέψεις και λίστες τραγουδιών. Δεν ξέραμε που πατούσαμε και που βρισκόμασταν - κυρίως αυτοί. Μάλλον παντού και πουθενά.

Επιτέθηκαν στην κανονικότητα μας με όλα τους τα όπλα, οι καριόλιδες. Έμεινε, εκείνη η βραδιά, ως μια από τις ελάχιστες στη ζωή μου που παραδέχτηκα τα ναρκωτικά ως μέσο απελευθέρωσης.  Δικής μου μέσω της εκούσιας συμπόρευσης μου. Υπήρχε ηλεκτρισμός και ελευθεριακότητα. Πρόζα, περφόρμανς, χορός και κάποιες νότες. Ρυθμοί που εξαφανίζονταν και εμφανίζονταν ξανά, κιθάρες που στροβιλίζονταν όπως όλοι μας - κάποιοι χάνονταν στο δικό τους κόσμο, άλλοι ανάμεσα μας. Ήταν τα πάντα και το απόλυτο τίποτα. Αυτό που χρειαζόμουν. Ότι καλύτερο σε rock n' roll συναυλία που παρακολούθησα ποτέ, δεν ήταν καν συναυλία αλλά μια άυλη πραγματικότητα. Μια τελετή σαμάνων.

Το ροκ είχε φτάσει στο τέρμα του μετά από εκείνη τη μέρα. Μέσα μου είχε πεθάνει, δεν θα μου έδινε τίποτε περισσότερο πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου