Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Psychocandy

πνίξε τη μαυρίλα σου στο feedback


Στη ρωγμή του σταματημένου χρόνου που ονομάζουμε προσωπική μνήμη αυτό το συγκεκριμένο άλμπουμ έχει το δικό του χώρο και θέση.

Αλλά ας μη μιλώ στο τώρα για το παρελθόν, ας γυρίσω 19 χρόνια πίσω.

Το καλοκαίρι του 1995, ως έφηβος, μετέφραζα τις ανησυχίες της ζωής μου μέσα από ένα indie rock φάσμα προσωπικών εκφράσεων και συναισθηματικών διακυμάνσεων.  Όχι πως δεν τέντωνα τα αυτιά μου σε άλλους ήχους, αλλά το indie ήταν η βάση και ο πυρήνας. Τότε, πολύ πριν το internet, το περιοδικό ΠΟΠ+ΡΟΚ ήταν η βίβλος μου: ενημέρωση, κριτική και πολλά άλλα μέσα από μια mainstream (τότε δεν το καταλάβαινα,βέβαια, ίσως και καλύτερα έτσι) αισθητική άποψη. Τον Αύγουστο του '95 το περιοδικό συμπλήρωνε 200 τεύχη και έκανε δώρο σε εκκολαπτόμενους συλλέκτες δίσκων (όπως εγώ...) τα 200, υποτίθεται, σημαντικότερα albums των αντίστοιχων τευχών κυκλοφορίας του. Περιττό να πως πως ξεζούμισα αυτό το τεύχος κάνοντας αυτοσκοπό των επόμενων χρόνων της ζωής μου να αποκτήσω τα περισσότερα από αυτά...
Ένα από τα διακόσια ήταν,φυσικά, το Psychocandy των Jesus and Mary Chain. Αυτό θα έλειπε να μην ήταν.

Μερικοί μήνες μετά από εκείνο το καλοκαίρι. 

Ο τόπος το Ρόδον της Μάρνης και η αιτία ένα από τα θρυλικά (τότε ακόμα) παζάρια δίσκων που γίνονταν εκεί. Ήταν το πρώτο που πήγαινα. Μπαίνοντας μέσα-γνωρίζοντας πως θα αντίκριζα πολλά αντικείμενα του πόθου μου-δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό το συναίσθημα. Ναι, ήμουν ευτυχισμένος!
Και δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο που ένα από τα πρώτα album που βρήκα, σε έναν από τους πρώτους πάγκους που έψαξα, στο πρώτο παζάρι δίσκων που πήγα (φορτωμένος όχι με πολλά λεφτά ,βέβαια, αλλά με χαρτάκια με σημειωμένους δίσκους-μη τυχόν και ξεχάσω κανέναν...) ήταν αυτό...
Ένα από τα πρώτα τικαρίσματα σε εκείνη τη λίστα (θα ακολουθούσαν πολλά μετέπειτα) ήταν το Psychocandy.
Για να λέω και την αλήθεια, γυρνώντας σπίτι και ακούγοντας το (τότε είχα τόσο λίγους δίσκους που τους άκουγα άμεσα, όχι όπως τώρα που μεστώνουν κάτι μήνες μέχρι να 'ρθει η σειρά τους...) δεν ένοιωσα και τόσο ευτυχισμένος, ούτε με γέμισε αμέσως. Ίσως γιατί η γεμάτη ναρκωτικά μαυρίλα των αδερφών Reid ήταν, γεωγραφικά, πολύ μακρυά. Ίσως γιατί όσο και να με νόμιζα προχώ στα μουσικά γούστα του τότε, οι προτιμήσεις μου ήταν αρκετά clean cut σε σχέση με τον θόρυβο, το κιθαριστικό feedback, το lo-fi (από οικονομική ανάγκη) ήχο και τα ντραμς που αποτελούσαν μια άμορφη ρυθμική μάζα. Μια φίλη, τότε, νόμιζε πως δεν είχαν ντράμερ παρά χειροκροτούσαν όλοι μαζί. 
Και, όμως, αυτός ο ογκόλιθος παρανοϊκού, φαζαρισμένου, τριπαρισμένου και διαστρεβλωμένου rock n' roll με εισήγαγε στην αισθητική πραγμάτων και ήχων που αναγνώρισα πολλά χρόνια μετά στην ψυχή μου. Ακόμα συνεχίζω να πιστεύω πως ο καλύτερος τρόπος να ακούσεις τους Jesus είναι από ένα walkman (τα θυμάσαι;) σε μια μέτρια γραμμένη κασέτα. 
Και τι τραγούδια είχαν οι πούστηδες. Και, κυρίως, πως κατάφεραν να τα ανασύρουν κάτω από το βάρος όλων των παραπάνω και να παραμείνουν τραγούδια; Για τον έρωτα, την απόγνωση, τα πάθη αλλά και μια, λανθάνουσα είναι η αλήθεια, αντίδραση στη σύγχρονη κουλτούρα.
Γιατί, ναι, χωρίς οι ίδιοι να το θέλουν/σκέφτονται/επιδιώκουν, το album αυτό είναι ένα μεγάλο άντε γαμήσου στη χαμαιλεοντική mainstream φασιστική κουλτούρα. Γι΄ αυτό είναι και μεγάλη τέχνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου