Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Το δικό μου παρελθόν μέσα από μια ηλεκτρονική όπερα του Yiannis Kyriakides για τη διαιρεμένη Κύπρο





Η δεύτερη και τελευταία ως τώρα φορά που βρέθηκα στην Κύπρο ήταν το καλοκαίρι-Αύγουστος με την υγρασία και τη ζέστη του νησιού στα ύψη-του 1994. Μπαίνοντας στη εφηβεία, την κατεξοχήν δύσκολη εποχή,  ένας θάνατος ανακάτεψε βίαια τον εσωτερικό μου κόσμο, φέρνοντας με, για πρώτη φορά, σε επαφή με την δύσκολη πραγματικότητα των ενήλικων. Οι γονείς μου κάνοντας το μοναδικό πράγμα που ήξεραν να πράττουν, όντας ανίκανοι να διαχειριστούν ένα πλάσμα τελείως διαφορετικό απ' αυτούς, με έστειλαν στους συγγενείς μας, στο νησί του-τότε για 'μένα- Δεν Ξεχνώ.

΄Ηταν κάτι που το έκαναν, ως ανακλαστική κίνηση θα έλεγα, από αρκετά μικρή ηλικία και μέσα από την αγριότητα του έμαθα να δένομαι με κάποιους άλλους ανθρώπους, τόπους και καταστάσεις. Δεν τους κατηγορώ, δεν με τιμωρούσαν, αυτός ήταν ο τρόπος τους να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Παράλληλα με δυνάμωσε κάνοντας με απρόσβλητο  στην αναγκαιότητα της συναισθηματικής παρουσίας των γονιών στο μικροαστικό προστατευτικό περιβάλλον που μεγαλώσαμε πολλοί από εμάς. Θα τους ευχαριστώ για αυτή την αθέλητη βοήθεια.

Η Κύπρος τότε, υποθέτω, ήταν αρκετά διαφορετική από το σήμερα. Η αφόρητη ζέστη έκανε τα κλιματιστικά απαραίτητα και μέσα στο αυτοκίνητο, γεγονός πρωτόγνωρο για το ελληνάκι των μέσων της δεκαετίας του '90. Τα πράγματα, βέβαια, στο νησί έμοιαζαν και ήταν αρκετά πιο σκληρά, κάνοντας τη σημερινή κατάσταση της διαίρεσης να μοιάζει νηπιαγωγείο. Μην το γελάς. Μιλάμε για την εποχή πριν ακόμη απ΄τα γεγονότα που οδήγησαν στις δολοφονίες των Σολωμού και Ισαάκ. Στη νεκρή ζώνη της Λευκωσίας κοιτούσες σχεδόν με τρόμο από την άλλη πλευρά. Συνειδητοποιώ πως αυτός ο φόβος ήταν σαφέστατα καλλιεργημένος. Η ένταση, όμως, ήταν υπαρκτή και είχε βάσιμες αιτίες. Είναι η κοντινότερη προσομοίωση μιας κοινωνίας με πληγές που χάσκουν θεόρατες που έχω ζήσει. Ήταν δυνατό, σε έπιανε από το λαιμό και σου δυσκόλευε την αναπνοή.

Κοιτώ πίσω τις φωτό από τότε και συνειδητοποιώ πως βλέπω ένα θλιμμένο παιδί. Ασορτί με το κλίμα που συνάντησα. Οι δικοί μου εκεί-πιο κοντινοί αλλά και πιο μακρινοί-ίσως σε 'μένα να αναγνώρισαν υποσυνείδητα τη δική τους θλίψη. Ήταν όλοι τους πρόσφυγες που έφυγαν άρον-άρον παίρνοντας τα απαραίτητα. Δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ τον δικό τους κοινό παρονομαστή: κάποιοι τους έκλεψαν τις αναμνήσεις, το παρελθόν τους και ταυτόχρονα τους βασάνιζαν, όντας δίπλα γεωγραφικά, να μην μπορούν να το αγγίξουν ξανά. Ελπίζω, τώρα που έχουν αλλάξει πολλά στο νησί, οι ίδιοι άνθρωποι να βλέπουν ότι έζησαν σε αυτούς που τα βιώνουν τώρα.

Με αγκάλιασαν και αποτέλεσαν την καλύτερη παρηγοριά. Μάλλον και εγώ το ίδιο ήμουν για αυτούς, βγάζοντας τους έξω από την κανονικότητα τους. Η συνεχώς ίδια και μονότονη ερώτηση "ποια είναι πιο ωραία η Ελλάδα ή η Κύπρος" φανέρωνε, κατάλαβα μετά, την αγωνία τους να μην ξεχάσουν και να μην τα αφήσουν πίσω τους. Το αν το έκαναν αργότερα δεν θα το σχολιάσω, προσπαθώ να μην γενικεύω. Ακόμη θυμάμαι (πως να τα ξεχάσω;) τα κομβόι των αυτοκινήτων με τα οποία γυρίσαμε ολόκληρο το "ελεύθερο" όπως το λέγαμε κομμάτι του νησιού. Και που  δεν με πήγαν. Τον καιρό ακόμη που οι ματιές τους έκαιγαν και που η λέξη πρόσφυγας στην ελληνική γλώσσα είχε το βάρος που της αξίζει. Και το πράσινο του Τρόοδος. Και η τρομακτική και άδεια Άμμοχωστος σαν στοιχειωμένο βασίλειο. Και το ζεστό κυπριακό ψωμί το πρωί, το πιο νόστιμο που έχω δοκιμάσει.

Με τη μουσική, για κάθε είδους ακρόαση, του Γιάννη Κυριακίδη βρίσκομαι εδώ και χρόνια μέσα σε μια ερωτική σχέση  συνδιαλλαγής. Με το έργο του ενισχύει την, χαμηλής έντασης, πολεμική που αναπτύσσω σε αυτό εδώ το μπλογκ για το πόσο λογικό και αναμενόμενο είναι ένας καλλιτέχνης να καταπιάνεται με ζητήματα και προβληματικές στις οποίες, με οποιοδήποτε τρόπο βρίσκεται κοντά, τις βιώνει και τον ορίζουν. Η ματιά του είναι αυτή του καλλιτέχνη που ενώ από τη μία επιλέγει σαφέστατα να τονίσει το θέμα του και το ίδιο το θέμα του γειώνεται απόλυτα μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, από την άλλη δεν κάνει επουδενί στρατευμένη τέχνη. Οι θεματικές του έχουν ξεκάθαρα πολιτικό πρόσημο. Από το Buffer Zone για την Κύπρο (και αφορμή αυτού εδώ του κειμένου) μέχρι και το Wordless για τη μετανάστευση γεμίζει την οπτική σου με συμβολισμούς που εμπεριέχουν πολιτικές αιχμές αλλά δεν ορίζονται μονοσήμαντα. Το ίδιο ακριβώς κάνει ασχολούμενος με την αναδόμηση παρελθόντων ριζοσπαστικών ήχων όπως στο, εύγλωττο ως προς το αντικείμενο του, Rebetika, ξενίζοντας όσους περιμένουν κάτι πιο ξεκάθαρο και προσκολλημένο σε ένα περασμένο ένδοξο παρελθόν θα πρόσθετα.

Στο  Buffer Zone ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ο αφηγητής-στρατιώτης των Ηνωμένων Εθνών. Με τον επίσημο και αυστηρό λόγο εκφοράς των λέξεων, προσομοιώνοντας τον επίσημο πολιτικό λόγο στην Κύπρο (κατάλοιπο  της αγγλικής κατοχής να υποθέσω), πλημμυρίζεις και πνίγεσαι από την ψυχρότητα της περιγραφής και την απλή καταγραφή. Η αντίθεση της με την πραγματικότητα της προσφυγιάς, τις κοινωνικές μα και προσωπικές της επιπτώσεις στους ανθρώπους, καταφανής. Τα ηλεκτρονικά του ίδιου του Κυριακίδη, με ηχητικές πηγές την ίδια τη νεκρή ζώνη, ζωντανεύουν ξανά έναν χώρο που από την πολυπλοκότητα της καθημερινής κοινωνικής ζωής πέρασε στον πάγωμα του χρόνου, σε έναν μόνιμο θάνατο. Τα φωνητικά αυτής της μικρής όπερας θα μπορούσαν να είναι οι κραυγές, συχνά άηχες, όλων όσων μέσα στα χρόνια φώναξαν και πάλεψαν να σταματήσει η κατοχή μα, κυρίως, να έλθει επιτέλους η συμφιλίωση και να πέσουν τα τείχη. Τα συνοδευτικά περάσματα από το πιάνο και το τσέλο μου προκαλούν την ίδια φόρτιση όπως τότε, όταν σε μια βόλτα με το αμάξι στα όρια της πράσινης γραμμής φάνηκε το χωριό τους και τότε άνοιξε από μέσα τους μια καταιγίδα συγκίνησης ή οποία με τύλιξε και από τότε ποτέ δεν κατάφερα να ξεχάσω. Ούτε και θέλω.

Τα έργα του, κάτοικου Άμστερνταμ εδώ και πολλά χρόνια, Γιάννη Κυριακίδη διαθέτουν την προσβασιμότητα και την πολλαπλότητα των αναγνώσεων ενός έργου σε διαρκή πρόοδο. Δεν μοιάζουν ποτέ στάσιμα, δεν προσφέρουν μόνο μία αλήθεια, μία διήγηση, μία πραγματικότητα. Επεξεργάζονται πολλές σημασίες, τις εμπεριέχουν. Κάπως σαν το ίδιο το νησί. Μακάρι να το καταλαβαίνουν αυτό καλύτερα εκεί.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου