Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Φτάνοντας στον πυρήνα της τέχνης του πειραματισμού





Καθώς προχωράμε δυναμικά (ή και ασθμαίνοντας, όπως το δει κανείς) μέσα στον 21ο αιώνα, πολλές έννοιες της μουσικής μοιάζουν, πλέον, μπετόν αρμέ. Εύκολα αναγνώσιμες και δύσκολα διαφοροποιήσιμες, τόσο για τους λίγους μυημένους αλλά και για τους πολλούς.
Η λέξη πειραματισμός-ως έννοια τόσο λοιδωρημένη όσο λίγες-λειτούργησε  σε πολλαπλά επίπεδα μέσα στους καλλιτεχνικούς μικρόκοσμους. Από δικαιολογία ακατανόητου ελιτισμού μέχρι συνώνυμος της έντονης αγωνίας για διαφοροποίηση. Σίγουρα, πάντως, δεν σημαίνει, ούτε και εγκολπώνει τα ίδια με ότι πριν από μερικές δεκαετίες. Όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο διένυσε μια μακρά ηδονική όσο και αμφισβητήσιμη πορεία μέσα στο χρόνο.
Φτάνοντας στο σήμερα και στους πολλαπλούς υπάρχοντες ορισμούς για τον πειραματισμό στις τέχνες, έχω επιλέξει, τουλάχιστον στη μουσική, να προσπαθώ να συμπλέω με τις μπόλικες απαιτήσεις που έχει αυτός από 'μένα: ως ακροατή, δέκτη αλλά και σκεπτόμενο υποκείμενο.
Με έχει πείσει. Και για την αναγκαιότητα του αλλά και για την τωρινή ισχυρή παρουσία του. Η προσπάθεια μου να ακούω με διαφορετικά αυτιά δεν είναι αυθύπαρκτη, αλλά συμβαδίζει και ορίζεται από την αγωνία μου να αλλάζω, να μαθαίνω και να ακούω, να προσαρμόζομαι ελεύθερα ως αυτόβουλος. Να αντιμετωπίζω κάθε νέα κατάσταση χωρίς προ-αποφασισμένες αντιλήψεις. Με τον ίδιο τρόπο αλλά και για τον ίδιο σκοπό (βάλε εδώ και την έννοια της ελεύθερης έκφρασης) ένας από τους ορισμούς που επικρατεί πια στο γίγνεσθαι των gognocenti  είναι η πρόκληση μιας εντελώς νέας ηχητικής  εμπειρίας από ήδη γνωστές και μετρήσιμες ηχητικές πηγές. Προσπαθώντας δηλαδή να σκαρώσεις νέες ακουστικές εμπειρίες από κατασκευές (λέγε τα μουσικά όργανα, με ηλεκτρισμό ή χωρίς) θεωρητικά πεπερασμένων δυνατοτήτων εδώ και πολλά χρόνια.

Μόλις μπαίνει στην κουβέντα και το εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα διαλυμένο, ντουέτο των Brian Sullivan και Nate Nelson, οι Mouthus. Τα όργανα με τα οποία επίσημα και στα διάφορα gigs παρουσιάζονταν ήταν η ηλεκτρική κιθάρα και τα ντραμς. Φυσικά ο ηλεκτρισμός έδωσε τη δυνατότητα να εκδημοκρατιστεί σημαντικά ο κόσμος της μουσικής και μαζί με τους ακροατές να γίνει προσπελάσιμος και σε πολύ μεγαλύτερο εύρος ανθρώπων. Ανθρώπων που επιθυμούσαν να εκφραστούν διαφορετικά. Η αφορμή για όλες τις παραπάνω γραμμές αποτελεί το Loam, μία από τις λιγότερο γνωστές ηχογραφήσεις του ντουέτου. Οι Mouthus για μια πενταετία περίπου κινήθηκαν με άνεση στις γκρίζες ζώνες που χωρίζουν, ή ακόμη καλύτερα ενώνουν, το ροκ, το noise και τον πειραματισμό.
Σε αυτήν εδώ την κυκλοφορία τους καταφέρνουν κάτι για το οποίο υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος να δυσπιστώ και αυτός είναι η χρονική μου απόσταση από την ηχογράφηση. Πιστεύω πως καθετί στην τέχνη το κρίνεις, πρώτα και κύρια, όταν συμβαίνει. Μετά το αγγίζεις μόνο ως ανάμνηση ως κάτι που έζησες, διαφορετικά, δεν μπορεί, κάτι θα χαθεί στην πορεία. Αρκετά απόλυτο, το καταλαβαίνω, αλλά μέσα στη θάλασσα υποκειμενικότητας που αποτελούν οι απόψεις του καθενός από εμάς, προσπαθώ να βρίσκω λιμανάκια αντικειμενικότητας.Βάζοντας τη δυσπιστία μου στην άκρη (αφού εκεί το πήγαινα, δεν το περίμενες;) το Loam, άθελα ή ηθελημένα δεν γνωρίζω, πετυχαίνει απόλυτα να φτάσει στον πυρήνα της ύπαρξης ενός μουσικού έργου τέχνης το οποίο θέλει να αποτελεί μια πρόκληση και για τον δημιουργό του αλλά και για τον ακροατή. Οι ήχοι από τα δύο βασικά όργανα μπλέκονται και συμπλέκονται σκαλίζοντας με τη λεπτολογική ματιά ενός γλύπτη έναν ενιαίο ήχο που αποτελεί ταυτόχρονα μια σπουδή στην noise ψυχεδέλεια και ένα ρυθμικό όργιο ειδωμένα και τα δύο μέσα από ένα πρίσμα διάθεσης για πειραματισμό και εξώθησης των δυνατοτήτων των οργάνων στα όρια τους.
Η επιλογή τα τραγούδια του βινυλίου να παίζουν αποκλειστικά στις 45 στροφές επιβεβαιώνει την υποψία που στροβιλίζει το μυαλό σου καθώς το ακούς. Το Loam μπορεί να ακούγεται και ως μια χορευτική προσπάθεια, σίγουρα προκαλεί το σώμα σου-και το μυαλό σου-να κουνηθεί στους κομματιασμένους ρυθμούς του. Με ενθουσιάζει η πρόκληση όλο αυτό να μην είναι απλά αποτέλεσμα χρήσης του ρυθμού στα κρουστά αλλά μια συνειδητή επιλογή αντιμετώπισης και της κιθάρας ως μέσο ρυθμολογίας. Αθροίζοντας τις όμορφες ανωμαλίες αυτού του σπουδαίου δίσκου, άλλη μια αποτελεί η κυκλοφορία του από την-αρκετά ροκ κατά τ'  άλλα- Ecstatic Peace του γνωστού σε όλους μας Θέρστονα. Με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνεται αυτό που μέσα στα χρόνια των Sonic Youth βιώναμε: πίσω από τη συχνή ποζεριά του Moore κρύβονταν στιγμές, εικόνες, λέξεις και ήχοι απαράμιλλης ευφυίας.
Αυτό ακριβώς είναι και το Loam. Το προϊόν μιας-μου αρέσει να το γράφω αυτό ενώ μιλάω για δύο ανθρώπους...-ευφυίας που όμως χρησιμοποιείται διαφορετικά με γνώμονα την ηθική. Γιατί η διαφοροποίηση προϋποθέτει την ηθική επιλογή της ανάγκης για ελεύθερη έκφραση. Μην το γελάς, δεν είναι καθόλου λίγο αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου