Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Αντικουλτούρα // 1966-68 Μέρος Έκτο : Blow-up (Swinging London μέρος πρώτο)

"Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων"

Theodore Roszak "Η  γέννηση της αντί-κουλτούρας" (Εκδ. Futura)

Η αντικουλτούρα που γεννήθηκε αμέσως μετά τον B'  Παγκόσμιο Πόλεμο περνώντας μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και με διαφορετικές διαδικασίες σε κάθε μορφή τέχνης, βρήκε την κορύφωση της στη δεκαετία του '60 και, μέσω της παντελώς υποκειμενικής μου γνώσης, στην τριετία που αναφέρει ο τίτλος. Οι αριθμοί και ο τρόπος που διαχωρίζουν και κατατέμνουν την καθημερινότητα των ζωών μας αποτελούν μια απλή καταγραφή για τη μνήμη. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι γεγονότα από μόνοι τους. Επιθυμώ να θυμηθώ κάποια σημαντικά απομεινάρια της αντίκουλτούρας στις τέχνες μέσα σε αυτή την τριετία.





Είναι αρκετά σαφές πλέον πως οι mainstream αφηγήσεις πάσχουν μέσα στα απλοϊκά σχήματα που δημιουργούν.  Πίσω από την ηθελημένη τροπή των πραγμάτων προς μία κατεύθυνση πνίγονται στις αντιφάσεις και τις ευκολίες τους και γίνονται διάτρητες σε κάθε είδους εμπεριστατωμένη κριτική.
Φέρνω στο μυαλό μου όλο το μύθο που χτίστηκε πίσω από τη φράση swinging London και τις τυποποιημένες εικόνες των κόκκινων λεωφορείων, της Twiggy, των parties και των μεσήλικων λονδρέζων που κυκλοφορούσαν ως εμφανισιακά alter ego του Χίτσκοκ στις ταινίες του. Πίσω από αυτή τη ρηχή χαζοεικόνα κρύβεται μια μεγαλούπολη (η πρώτη της σύγχρονης ευρωπαϊκής εποχής) στην ίδια διαρκή καλλιτεχνική αναζήτηση των πρωτοποριών όπως το ανεστραμμένο είδωλο της από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, η Νέα Υόρκη. Κρύβεται η γεμάτη εντάσεις διαπάλη του κλασσικού βρετανικού συντηρητισμού με τη νεολαία που βγαίνει στους δρόμους, δημιουργεί και εξεγείρεται. Κρύβεται η καρδιά μιας πόλη που  (ακόμη και τώρα) αποτελεί σταυροδρόμι πολιτισμών και ανταλλαγής ανθρώπινων εμπειριών. Πίσω από τις (υπαρκτές μεν) γραφικότητες για τα ναρκωτικά, τις κοντές φούστες και τα ξέφρενα πάρτι που έσφυζαν από δήθεν περσόνες (θυμάσαι το Πάρτυ με το ρεσιτάλ του ballbreaker Peter Sellers;), υπήρχαν πυρήνες αμφισβήτησης όπου μέσω του γραπτού λόγου, της πρόζας, της μουσικής, της εικόνας, του χορού και της ώσμωσης όλων των παραπάνω στους δρόμους, αμφισβητούσαν και εξεγείρονταν.
Μέσα (και μαζί) στα παραπάνω μου μοιάζει απόλυτα ταιριαστή η εικόνα του Μικελάντζελο Αντονιόνι στους ίδιους δρόμους. Ο Αντονιόνι αποτέλεσε-προσωπική γνώμη-τον περισσότερο διεθνή και λιγότερο ιταλό απ΄τους μεγάλους του ιταλικού νεορεαλισμού. Οι δυστοπικές ελεγείες του για τους προβληματισμούς, τα άγχη και τις αβαρίες του μισαλλόδοξου όντος που ονομάζουμε σύγχρονος άνθρωπος των μεγαλουπόλεων, θα μπορούσαν να έχουν γυριστεί με την ίδια ευκολία και εκτός της ιταλικής χερσονήσου. Η παρουσία του, εν έτι 1966, και τα γυρίσματα μιας ταινίας στο Λονδίνο μοιάζουν απόλυτα ταιριαστά κομμάτια ενός παζλ.
Υποθέτω πως αυτή η ταινία-εκτός Ιταλίας-θα αποτέλεσε ένα ρίσκο και ένα στοίχημα για τον ίδιο. Χωρίς να αποτελεί το απόλυτο αριστούργημα του, το τελικό αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Είναι εντυπωσιακό το πόσο ο ίδιος φαίνεται να εντάσσεται στο κλίμα του μέρους που βρίσκεται και όχι να προσπαθεί να προκαλέσει το ανάποδο. Σημάδι έλλειψης ΄του κακώς εννοούμενου καλλιτεχνικού εγωισμού. Το Blow-up κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Η μία και προφανής είναι να διηγηθεί μια ιστορία. Η δεύτερη βρίσκεται ακριβώς μέσα στο πλαίσιο στο οποίο έχω αναφερθεί ήδη σε προηγούμενα κείμενα της ίδιας σειράς: η αμφισβήτηση και η αντίδραση μαζί με την αθρόα διάθεση για παράθεση νέων λύσεων αποτελούν τον κοινό παρονομαστή από τον οποίο κανείς και καμιά δεν θέλει και δεν μπορεί να ξεφύγει. Μόνο που τα βέλη του Αντονιόνι στρέφονται προς περισσότερες από μία κατευθύνσεις.
Το ετερόκλητο πλήθος (διάφορες περσόνες τσίρκου, μπουφόνοι χαρακτήρες ) που διαδηλώνει εναντίον του πολέμου στην αρχή της ταινίας αποτελεί το μοναδικό ιταλικό στοιχείο της ταινίας. Η παρουσία τους, επίσης στο τέλος μοιάζει να βάζει τα όρια-κοινωνικά, ιδεολογικά, πολιτικά-μέσα στα οποία ο δημιουργός της επιτρέπει να κινηθεί. Στο ενδιάμεσο μια απλή ιστορία, όχι και τόσο καθημερινή βέβαια, μετατρέπεται σε μια κυνική κριτική του κόσμου της τέχνης και της αδιαφορίας που αυτός δείχνει απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Ο πρωταγωνιστής και ήρωας της ταινίας αναγκάζεται απ' όσα του συμβαίνουν να πάρει αποφάσεις με ξεκάθαρα ηθικό χαρακτήρα και να απομακρυνθεί με ταχύτητα από την τρυφηλότητα της καθημερινότητας του. Από την αφετηρία μιας βολικής πραγματικότητας φτάνει στο σημείο να αγγίζει ένα οργανωμένο έγκλημα με πολιτικές προεκτάσεις, ένα έγκλημα που προέρχεται από την ίδια τάξη ανθρώπων που είναι υπεύθυνη για τη δική του καλή ζωή.
 Στα δικά μου μάτια ο Αντονιόνι υιοθετεί τις αρχές του αγγλικού free cicema (άλλο ένα στοιχείο που συνηγορεί πως πλησιάζει τη δημιουργία του με καθαρά χέρια χωρίς έτοιμες λύσεις) για να φτιάξει μια ιστορία η οποία ίσως αντανακλά και το φόβο του ίδιου του δημιουργού να μιλήσει ξεκάθαρα και να κριτικάρει δείχνοντας με το δάχτυλο. Όχι. Η κριτική του αποτίθεται θαμμένη κάτω από πολλά στρώματα σινεφίλ εικόνων ενός βροχερού, σκληρού και απάνθρωπου Λονδίνου. Πετυχαίνει, όμως, να λειτουργήσει με τον τρόπο που κάθε σημαντική τέχνη με τις αιχμές της λειτουργεί. Υποδόρια μέσω άρρητων διαδρομών και ποιητικών πλάνων σου μεταδίδει την απουσία νοήματος που ενυπάρχει στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Πιθανότατα κάπου εκεί βρίσκεται και η έκρηξη που ο τίτλος της ταινίας υπονοεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου