Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Προσωρινός αποχαιρετισμός




Καθώς θα προσπαθήσω να ολοκληρώσω αυτό που ο θάνατος του πατέρα μου διέκοψε βίαια.
Ας είναι η ποίηση το προσωρινό μας ξετέλεμα.

A thin fawn ripple reverbates
Through still skin,
From a Horses eye,
Kneel in the frosted
Pasture until a flame
Coloured gelding jaunts
In from Parmigianino.
Stand and you shall
Find a colbolt glance
Naming your soul
With the taste of
A lovers felicity.


Yellow pollen linked an eye and a whorl.
The dry dust of mealy pine suffused
The flanks of Mares.
The air is mute.
As Equus questions the
Blank flashes of my drawing
Paper, i find a gap.Like grain
Between teeth it seeks to immure
Me from nodding
Horse. I have walked
Away.

Patrick Hromas "The Refraction Of Equus (A Diptych)"

Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

Για τον βαθύ, αβάσταχτο πεσιμισμό του Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος



Έχω μια ευαισθησία, ένα μικρομέγαλο κρακ συμβαίνει μέσα μου, όταν υπάρχουν αναφορές στα ζώα. Όταν κάποιος προσπαθεί να βρει αναλογίες, εξηγώντας τον κόσμο των ανθρώπων, μέσα από το πρίσμα των συμπεριφορών των τετράποδων πλανητικών μας συνοδοιπόρων. Η έλλειψη κακίας και υστεροβουλίας, η τρυφερότητα, η αλληλεγγύη που τα ζώα επιδεικνύουν μεταξύ τους με αγγίζει πολύ βαθιά. Κάθε προσπάθεια, ειδικά στις τέχνες, να εμβαθύνει κανείς στα γιατί των καθημερινών μας ζωών μέσα από την οπτική των ζώων με ελκύει και παντελώς υποκειμενικά εννοείται με φέρνει εγγύτερα στο μήνυμα που επιθυμεί να μας κάνει σαφές.

Προσέγγισα την ταινία του Χου Μπο με άκρατο ενθουσιασμό και προσμονή παρά το αποτρεπτικό της διάρκειας της αλλά και της αυτοκτονίας του νεαρού σκηνοθέτη. Αυτό το τελευταίο, υποθέτω, πως λειτούργησε καταλυτικά ώστε το αγαπημένο μου Ααβόρα (σινεμά και της παιδικής μου ηλικίας) να σφύζει από κόσμο με ανάλογη με τη δική μου προσμονή. Ότι θα διαβάσεις από εδώ και πέρα αποτελεί περισσότερο σκέψεις ατάκτως τοποθετημένες παρά μια κανονική κριτική. Αυτή, για λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω, δεν καταφέρνω να την αποδώσω.

Η διάρκεια της ταινίας που σχεδόν φτάνει τις τέσσερις ώρες, αποτελεί από μόνη της μια ιδιάζουσα συνθήκη, που βάζει δυσκολίες στον θεατή και λειτουργεί αντιθετικά με την αναγκαιότητα για μικρότερης, σαφώς πιο ευπώλητο, διάρκειας σινεμά. Η επιλογή από τον σκηνοθέτη να τραβήξει σε τόσο έντονο βαθμό της διάρκεια του δημιουργήματος του φανερώνει μια έντονη επιθυμία να μην υποταχθεί στις όποιες απαιτήσεις της κοινωνίας της εικόνας και των γρήγορων εκτελέσεων στην κατανάλωση της κουλτούρας. Μια επιλογή που αντιτίθεται και στην χαμογελαστή εικόνα του ίδιου του Χου Μπο, όπως αυτή παρουσιάζεται στο τέλος της ταινίας. Ίσως διυλίζω την καμήλα τώρα, αλλά υποθέτω πως η επιλογή του ίδιου να αφαιρέσει τη ζωή του μόλις στα 29 του χρόνια είναι αρκετά δηλωτική πέρα από όμορφες εικόνες του που χαμογελά. Η λύπη, ο θάνατος, η κατάθλιψη, τα αρνητικά συναισθήματα (ακόμη και στη απολυτοσύνη τους) είναι μεγάλο μέρος των ζωών μας. Κάθε προσπάθεια απόκρυψης-απώθησης τους εξυπηρετεί μοναχά το πλασάρισμα ως προϊόντος προς πώληση - άρα και ευπαρουσίαστου- ακόμα και ενός ανθρώπου που λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση της ταινίας αυτοκτόνησε.

Το Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος είναι μια βαθιά, βαθύτατα απαισιόδοξη ταινία που δεν αφήνει καμία αχτίδα ελπίδας να διαπεράσει τη απόλυτη απελπισία της. Η δράση της πλοκής σε μια γκρίζα, οριακά άθλια, πόλη της Βόρειας Κίνας, λειτουργεί παραπλανητικά για όσους από εμάς δεν έχουμε ιδέα τι συμβαίνει ακριβώς στη μοντέρνα Κίνα. Είναι πολύ εύκολο να νοιώσεις ανακούφιση πιστεύοντας πως η δυστοπία που, μέσω των πρωταγωνιστών του, περιγράφει ο Μπο ανήκει αλλού. Όχι. Την ίδια δυστοπία βιώνει το μεγαλύτερο μέρος (και) των κατοίκων του δυτικού κόσμου. Την ίδια αγανάκτηση για τη χυδαιότητα της καθημερινότητας, για το συγχρωτισμό με ένα σωρό ανδρείκελα που κατ' ευφημισμό ονομάζονται άνθρωποι. Παρόμοια η σαπίλα του χρήματος και του κέρδους. Ας μη γελιόμαστε. Ο Ελέφαντας.. μιλάει για το σύγχρονο άνθρωπο των πόλεων και τη χαώδη απόσταση που αυτός έχει διανύσει από την πραγματική του φύση, από την ηρεμία, την εσωτερικότητα- από μια αληθινά πνευματική ύπαρξη αγάπης και συμπόνιας. Δεν έχει απολύτως καμιά σημασία ο γεωγραφικός προσδιορισμός. Επιθυμεί να μιλήσει για το σήμερα και, φανερώνοντας ένα προσωπικό όραμα, δεν φορτώνει την πλοκή με αναφορές στο πλούσιο ιστορικό παρελθόν και την κουλτούρα της Κίνας.

Οι συνιστώσες που φτιάχνουν το φιλμικό σύμπαν του Ελέφαντα κάνουν σχεδόν αδύνατη την ταύτιση μου μαζί του.  Η παραπάνω περιγραφή της απελπισίας και της έλλειψης ελπίδας συχνά έχουν ως κόλλα ένα υποδώρειο κυνισμό για τις πράξεις των ανθρώπων και τα κίνητρα τους. Θα ήμουν ψεύτης αν ισχυριζόμουν πως εξ ορισμού έχω πρόβλημα με όλα τα παραπάνω. Όχι βέβαια. Απλά ο Χου Μπο δεν σου αφήνει περιθώρια. Όλα μαύρα, όλα σκοτεινά, καμία ελπίδα. Δεν μπορώ να συμφωνήσω, δεν μπορώ να ταυτιστώ, ούτε να δικαιολογήσω αυτή του την επιλογή. Μιλώντας κυνικά και από τη μεριά μου, δεν θα μπορούσα παρά να σχολιάσω πως αν δεν παρεμβαλλόταν αυτή η τελειωτική του πράξη, θα υποψιαζόμουν πως το ύφος της ταινίας είναι προσποιητό.

Η αγωνία του σκηνοθέτη είναι διάχυτη και έντονη σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Αποτυπώνεται και στη νευρική και τόσα πολλά υποσχόμενη κάμερα του. Μια κάμερα που προδίδει μια ματιά διεισδυτική, έντονη, στην τσίτα να πιάσει κάθε συναίσθημα, κάθε μικρή εικόνα στο background των πλάνων του. Πόσο κρίμα όμως. Όλο αυτό πνίγεται, συνθλίβεται συχνά, κάτω από τη μονολιθικότητα των απόψεων του Μπο για την πραγματικότητα.

Σαν ο ίδιος εμμονικά να μην επιθυμεί να αφήσει κανένα περιθώριο στην ιστορία που θέλει να πει. Ασκεί ολοκληρωτικό έλεγχο στους χαρακτήρες του, δε τους δίνει απολύτως κανένα περιθώριο να διαγράψουν μια διαφορετική τροχιά από αυτή της απόλυτης μαυρίλας με ένα συγκεκριμένο τέλος. Όχι, δεν μπορώ να αποδεχτώ έναν κόσμο χωρίς ελπίδα, δεν μπορώ να συμφωνήσω πως όλοι είναι βρώμικοι μέσα τους και αδιάφοροι. Πάλεψα πολύ να κατανοήσω το, συχνά κουραστικό μέσω της εμμονικής επανάληψης μοτίβων απογοήτευσης και απελπισίας, σύμπαν που μας περιγράφει. Ναι, σε πολλά δεν έχει άδικο, αλλά ναι, δεν είναι μόνο έτσι, ναι αλλά εγώ αισθάνομαι πως δεν είμαι σαν τους χαρακτήρες που αποτυπώνει, όπως δεν είσαι και εσύ, ελπίζω, που διαβάζεις τώρα. Όπως δεν είναι και πολλοί άλλοι. Φοβάμαι πως στρουθοκαμηλίζει από την ανάποδη.

Για πολλούς ο Ελέφαντας είναι ήδη ένα αριστούργημα. Όχι για 'μένα όμως. Η έντονη δυναμική του συνθλίβεται κάτω από την μονόπλευρη ουσία του οράματος του Μπο, την αέναη επανάληψη διαλόγων γεμάτων τοξική κυνικότητα και από την ανοικονόμητη έκταση του, μια και θα μπορούσε σαφώς να έχει μικρότερη διάρκεια. Είναι σαφές πως ο Μπο είχε πολλά να δώσει ακόμη σε βαθμό που μου προκαλεί τεράστιο θυμό η επιλογή να αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή. Γιατί και αυτός σε εκείνους τους διαφορετικούς ανήκε.

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Silent Wagon



Καθώς αφήνομαι, κρατώντας σημειώσεις, στα sci-fi απειλητικά ηχοτοπία του Αθηναίου Silent Wagon, συνειδητοποιώ πως μάλλον μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για το πρόσωπο του Richard D. James, περισσότερο γνωστού (ανάμεσα στα άλλα) ως Aphex Twin. H επίδραση και η επιρροή του Aphex μοιάζει να είναι εντυπωσιακά μεγάλη και να συνδέει ακόμη και όσους προσπαθούν να παράξουν ήχους με αυτούς που παλεύουν να γράψουν λίγα λόγια για αυτούς.

Καθώς αφήνω πίσω μου τα όποια πρωταρχικά σημεία αναφοράς, δεν παύω να αναρωτιέμαι ποιες είναι αυτές οι νοητικές διαδρομές που εγκολπώνουν και ανακυκλώνουν (εκτός αν πιστεύεις στην παρθενογένεση) αυτές τις αναφορές προς ένα τελικό αποτέλεσμα. Δεν έχω απάντηση και, πιστεύω, πως αυτό είναι το προκλητικά όμορφο του πράγματος. Η τελική κατάληξη, όχι περισσότερο άξια της ίδια της πορείας πάντως, αποτελεί πάντοτε ένα προσωπικό όχημα άξιο καταγραφής και υποκειμενικής εξήγησης.

Παρότι συνεχώς εκτεθειμένος στα διάφορα underground, έχω πρόβλημα με το μέσο της κασέτας. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να αποκωδικοποιήσω τον αρνητισμό μου, υποθέτω πως περισσότερο έχει να κάνει με το γεγονός πως ο φετιχισμός μου ενεργοποιείται σαφώς πιο εύκολα από το μέσο του βινυλίου. Την αρχική μικροδυσαρέσκεια για αυτή την κυκλοφορία αποκλειστικά σε κασέτα, ακολούθησε η κατανόηση πως το μέσο μοιάζει αρκετά ως απόλυτα ταιριαστό με το Hidden Pole. Καθώς οι ήχοι του αποσυντίθεται στο πέρασμα των δευτερολέπτων και των λεπτών, συνειδητοποιείς πως αυτή τους η αποσύνθεση, ώστε να δώσουν τη θέση τους σε άλλους ήχους σε μια συνεχή διαδοχή, αποτελεί κομμάτι της της δημιουργία του.

Εδώ και πολύ καιρό, χρόνια μάλλον, εμμένω δυσαρεστημένος με γεροντική επιμονή στην απέχθεια μου απέναντι στη σκλαβιά των ρυθμών. Μην με παρεξηγείς. Δεν απορρίπτω το ρυθμό εξ ορισμού, ούτε και αρνούμαι την απελευθερωτικά σωματική διαδικασία που αυτός καταλυτικά προκαλεί. Αλλά μοιάζει πια η όποια επιτυχία ενός ηχητικού εγχειρήματος (ιδιαίτερα στη mainstream ηλεκτρονική μουσική) να εξαρτάται απόλυτα από το αν προκαλεί κινήσεις του σώματος στους ακροατές. Το βρίσκω καταναγκαστικό. Στο Hidden Pole δεν θα λέγαμε πως η ρυθμολογία απουσιάζει, αλλά ότι παραμένει κρυμμένη ακριβώς κάτω από στρώματα ηλεκτρονικών ατμοσφαιρικών ambient πιέσεων (τώρα αυτό δεν γνωρίζω αν είναι ένας πετυχημένος νεολογισμός...)

Σε κομμάτια όπως το Gravitational Defrost παρατηρείς μια, συνειδητή ίσως, προσπάθεια οι industrial απόηχοι αν μην κυριαρχήσουν αλλά να παραμένουν εκεί: φανεροί, κοτσωνάτοι αλλά όχι νικητές. Nice. Αλλού, όπως στο Goodbuy To The Burning Island, μου έφερε στο νου τον ατμοσφαιρικό μινιμαλισμό (και τη διακριτική ρυθμολογία) του αγαπημένου μου Plastikman. To Hidden Pole, όμως, διεκδικεί τη αυθυπαρξία του πέρα από επιρροές ή τουλάχιστον από τις δικές μου εξηγήσεις (για να θυμηθώ την εισαγωγή) για τις επιρροές του. Στο No Lager, το καλύτερο ίσως κομμάτι του, αφήνεσαι σε μια παράθεση μεταλλικών ήχων από το παρελθόν (ή μήπως από το παρόν ή και ένα κοντινό μέλλον;) μιας δυστοπίας κάθε είδους στρατοπέδων. Σπουδαίο. Κλείνοντας, το 357911, αποτελεί ξεκάθαρα το περισσότερο ambient κομμάτι, μια επιλογή που δεν λειτουργεί καθ όλη τη διάρκεια του, αλλά μου μοιάζει ως μια επιλογή αντίφασης όσο και αμφισβήτησης όσων έχουν προηγηθεί με έναν τόνο αυτοαναίρεσης που πείθει.

Έχω πρόβλημα, πλέον, με μουσικούς όρους όπως το ambient ή το drone. Όχι φυσικά πως μου φταίνε αυτά εξ ορισμού, απλά κάτω από αυτή την ταμπέλα έχουμε γεμίσει από έναν ορυμαγδό βαρετών ηχογραφήσεων, συχνά αυτοαναφορικών. Το Hidden Pole δεν ενσωματώνεται στην προηγούμενη προβληματική. Αντίθετα ενθυλακώνει μια, καλώς εννοούμενη σύγχυση. Προσπαθεί, αρκετά πετυχημένα, να κινηθεί προς πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα.




Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Zyklons, Q & A




Οι Zyklons είναι ο Περσέας και ο Αλέξανδρος. Μια τυχαία discogs ανακάλυψη που εξελίχθηκε σε μια σημαντική γνωριμία ανθρώπων που βρίσκονται κοντά σε πολλά. Εδώ το soundcloud για να καταλάβετε περισσότερα. Έπεται review στο freejazz. Κάπου απαντούν ως δίδυμο, αλλού ο καθένας ξεχωριστά.

1. Γιατί επιλέγετε αυτό τον τρόπο έκφρασης? Εσωτερική αναγκαιότητα, ανάγκη διαφοροποίησης ή κάτι άλλο?

Π: "Η ελευθερία είναι το ιδανικό περιβάλλον για να εκδηλωθεί μία προσωπικότητα. Η πιο κατάλληλη συνθήκη για να εξωτερικευτεί δημιουργικά ένα γνήσιο προσωπικό ύφος".
Α: "Το να παίζουμε είναι βασική ανάγκη έκφρασης, η οποία συνδιαμορφώνει τη ζωή μας και αντίστοιχα επηρεάζεται και συνδιαλέγεται με τα όσα βιώνουμε καθημερινά".

2. Κάποιος σας προβοκάρει λέγοντας πως δεν είναι μουσική αυτό που κάνετε. Τι απαντάτε?

"Κάτι του τύπου: Ναι, σωστά! έχεις δίκιο φίλε! αυτό δεν είναι μουσική, είναι μια πανάρχαια τελετή ζευγαρώματος πουλιών του Αμαζονίου.. ή κάτι ανάλογο με περιπαικτική σίγουρα χροιά. Τώρα όμως, σοβαρά, για να μην ανοίξουμε μια μακρά θεωρητική κουβέντα περί του τι είναι μουσική, θα λέγαμε απλά, ότι η μουσική είναι μία γλώσσα, ένα μέσο δηλαδή διακίνησης ιδεών, απόψεων, συναισθημάτων, οραμάτων κτλ. Αν έρθει κάποιος να μου μιλήσει κινέζικα, δεν θα πω: α αυτό που λέτε κύριε δεν είναι γλώσσα. Το γεγονός ότι δεν πιστεύουμε σε μια ιδέα, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν πλανάται πάνω απ' τα κεφάλια μας".

3.  Οι μουσικές σας επιλογές σε τι ποσοστό καθορίζονται από τις αισθητικές σας προτιμήσεις, πόσο από τις πρακτικές αναγκαιότητες ή από άλλους παράγοντες?

Α: "Τώρα πια είναι μια διαδικασία αυθόρμητη και προσπαθώ να είμαι κι εγώ όσο το δυνατόν πιο ειλικρινής σ' αυτό".
Π: "Το μόνο που επιλέξαμε ήταν να συνεργαστούμε. Ό,τι ακολούθησε στη συνέχεια δεν έγινε από επιλογή. Είναι βέβαιο πως η προσωπική αισθητική του καθενός μας δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην κοινή έκφραση, παρά γεφυρώθηκαν εξαίρετα και τελείως φυσικά - μη επιτηδευμένα, δημιουργώντας ένα τρίτο ας πούμε ον, απ' το οποίο τρέχει αστείρευτο δροσερό νεράκι".

4. Ποια η σχέση των μουσικών επιρροών σας με το ηχητικό αποτέλεσμα των Zyklons?

Α: "Οι Zyklons έχουν πάρει μια πορεία που δεν καθορίζεται από τις μουσικές μας προτιμήσεις. Δημιουργείται από τη μεταξύ μας διάδραση και την επικοινωνία νέων ιδεών. Σαφώς όλα τα ακούσματα μας εμπεριέχονται αλλά θα έλεγα ότι ασθενούν μέσα στη διαδικασία".
Π: "Υπάρχει σχέση φυσικά, αλλά πέραν αυτού και ένα νέο κοινό αισθητικό/μουσικό όραμα"

5. Μια και οι δύο κάνετε και σόλο προσπάθειες, πόσο διαφορετικές είναι αυτές από τους Zyklons? Και γιατί? Επιθυμείτε να είναι διαφορετικές?

"Το ένα τροφοδοτεί το άλλο με ιδέες και αν όχι κατευθύνσεις, σίγουρα μια κοινή αίσθηση αναφορών. Βεβαίως είναι δύο διαφορετικά σχήματα για να πει κανείς νέα πράγματα. Ο Grim Machine (Αλέξανδρος) κινείται σε ένα πιο θορυβικό ύφος με βασική διαφορά το μηχανιστικό στοιχείο. Επιμένει παρ' όλα αυτά στον αυτοσχεδιασμό με αρκετά έντονο το στοιχείο της live έκφρασης (ή και performance). Από την άλλη ο Otto Sizon (Περσέας) συνθέτει ολοκληρωμένα κομμάτια της αισθητικής του, που άνετα θα μπορούσε να παίζει μια πενταμελής μπάντα, διατηρώντας πάντα μέσα σε καθένα απ' αυτά το στοιχείο του αυθορμητισμού και του παιχνιδίσματος. Τώρα, αν πρόσθετες αυτά τα δύο σε μια φανταστική μαθηματική πράξη, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι εκατό τοις εκατό, πως θα είχαμε ως αποτέλεσμα τους Zyklons"

6. Τι σημαίνει να παράγεις (οποιουδήποτε ύφους) αυτοσχεδιαστική μουσική στην Αθήνα του 2019?

Π: "Τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από το να παράγεις αυτοσχεδιαστική μουσική στην Αθήνα το 2019. Ας μην καταδυθούμε τώρα στον ζόφο της εξωτερικότητας".
Α: "Προσωπικά θεωρώ ότι ο αυτοσχεδιασμός είναι ένα εργαλείο για να επικοινωνήσεις τα όποια θέματά σου με ανθρώπους που έχουν μάθει και ενίοτε ενδιαφέρονται να τα μοιραστούν. Σίγουρα δεν είναι μόδα ή χαϊλίκι ή φιλοσοφημένη καλλιτεχνία, είναι μια ανάγκη. Φυσικά ως έκφραση περιέχει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων, εξού και τα live μας είναι κάθε φορά διαφορετικά, οι προσλαμβάνουσες και τα θέματα δεν είναι ποτέ τα ίδια".

7. Πόσο διαφορετικό είναι ένα λάιβ από μια στουντιακή (ή σπιτική) ηχογράφηση? Με ποιος τρόπους?

Η σημαντική διαφορά είναι το στοιχείο της έκθεσης. Επίσης η αμεσότητα του μία και έξω, να αγκαλιάζεις τον κίνδυνο. Η ηχογράφηση σου δίνει τη δυνατότητα να αποστασιοποιηθείς από αυτό που κάνεις και να το διαχειριστείς ως προϊόν, τεστάροντας τον εαυτό σου με άλλον τρόπο, σε άλλες ικανότητες.

8. Πως δομείτε μια αυτοσχεδιαστική σας περφόρμανς? Ή δεν τη δομείτε? Τι ρόλο παίζει η διάδραση μεταξύ σας?

 Α: "Η δομή είναι απόλυτα ελεύθερη - διαμορφώνεται από την μεταξύ μας επικοινωνία in situ".
Π: "Δεν υπάρχει δομή. Δομή είναι η συντροφικότητα που μας διακατέχει στα πλαίσια της απουσίας μιας δομής. Για το μέλλον βέβαια σκεφτόμαστε σοβαρά το ενδεχόμενο ύπαρξης θεματολογίας και έτσι την εμφάνιση κομματιών στα δομικά πλαίσια της τζαζ, δηλαδή θέμα-αυτοσχεδιασμός-θέμα, ή κάτι ανάλογο".

9. Εκτός της μουσικής, με τις υπόλοιπες τέχνες πως τα πάτε?

Α: "Αν και ασχολούμαι επαγγελματικά με τη ζωγραφική, από μικρό παιδί για μένα η τέχνη ήταν ένα ενιαίο σύνολο αποσπασματικών πραγμάτων, λερναία ύδρα φάση".
Π: "Δεν μπορώ και εγώ με τίποτα να φανταστώ τον εαυτό μου περιορισμένο σε ένα μόνο μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, έτσι προσπαθώ και θέλω να εκμεταλλεύομαι όσο μου είναι δυνατό όλο της το φάσμα. Ασχολούμαι με κολλάζ (παραδοσιακά αλλά και ψηφιακά) καθώς και σκίτσο. Ακόμα, μέσα στο 2018, ολοκλήρωσα την πρώτη μου ποιητική συλλογή"

10.  Last but not least, πείτε  (ο καθένας από ένα) γκρουπ που θα θέλατε να είχατε συμμετάσχει, άλμπουμ που θα θέλατε να έχετε δημιουργήσει, artwork ή κάτι ανάλογο που επέδρασε επάνω σας?

Π: " Θα ήθελα η προσωπική μου δουλειά (Otto Sizon), να μην ήταν προσωπική και να ήταν το αποτέλεσμα μιας μπάντας".
Α: "Οποιοδήποτε σχήμα με Keiji Haino. Από art, επειδή με γοητεύει ιδιαίτερα η λαϊκή και παραδοσιακή τέχνη, όλα τα εξώφυλλα από OCORA είναι για μένα τα κατάλληλα συνοδευτικά των ήχων. Καθώς και από Milford Graves/Andrew Cyrille το Dialogue of the drums".